`

Την Παιδιατρική στην αρχαία Ελλάδα και το Βυζάντιο την ασκούσαν, «κυρίως εἰπεῖν, ὡς Παιδοκομίαν», η οποία: A1) άρχιζε πριν από την σύλληψη, A2) συνεχιζόταν κατά την εγκυμοσύνη, A3) εντεινόταν στην διαδικασία του τοκετού, και A4) ολοκληρωνόταν μετά την γέννηση του νεογνού.
Ήταν φυσικό να δώσουν εντελώς ιδιαίτερη προσοχή στην Παιδιατρική, έχοντας πάντοτε κατά νου ότι η σωτηρία του «ἄστεως» κατορθώνεται όχι με άρρωστους, αλλά με εύρωστους σωματικά και ψυχικά άνδρες, οι οποίοι, όμως, εξελίσσονται έτσι λόγω των υγιών και ισχυρών καταβολών, αλλά και ανάλογα προς την σοβαρή και έντονη παρακολούθησή τους κατά την κύηση, την νεογνική, την βρεφική, την παιδική και τις μετέπειτα ηλικίες.
Οι στόχοι που είχαν οι αρχαίοι δεν ήταν διαφορετικοί απʼ αυτούς που επικρατούσαν στις αρχές του αιώνα μας ή, έστω, λίγες δεκαετίες προηγουμένως και οι οποίοι, μάλιστα, συνεχίζουν να ισχύουν. Σχετικά με το θέμα αυτό, ο Γάλλος Καθηγητής Pinard, ο ιδρυτής της σύγχρονης Παιδοκομίας, αναφέρει:
«Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ὄχι μόνον τὸ μέλλον τῆς χώρας μας, τὸ μέλλον τῆς φυλῆς μας, ἀλλὰ τὸ μέλλον τῆς ἀνθρωπότητος ὁλοκλήρου εἶναι εἰς τὴν Παιδοκομίαν καὶ μάλιστα κατὰ μέγα μέρος ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν καὶ ἐξάρτησιν τῆς πρὸ τῆς συλλήψεως Παιδοκομίας».
Ο δε δάσκαλός μου, ο Ακαδημαϊκός και Ομότιμος Καθηγητής της Παιδιατρικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο αείμνηστος Νικόλαος Σ. Ματσανιώτης, αναφέρει στην εισαγωγή του βιβλίου του «ΠΑΙΔΙΑΤΡΙΚΗ»:
«Ἡ γενετικὴ καθοδήγησις, ἡ σωματικὴ καὶ ψυχικὴ ὑγεία τῆς κυοφορούσης, ἡ προστασία τοῦ ἐμβρύου, ἡ ἐνδομήτριος διάγνωσις καὶ θεραπεία, ἡ ἐλάττωσις τῶν προώρως γεννωμένων, ἡ προσπάθεια οὐχὶ ἁπλῶς πρὸς τὴν καλυτέραν δυνατὴν ἀντιμετώπισιν τῶν προβλημάτων τῆς περιγεννητικῆς περιόδου, ἀλλὰ κατʼ ἐξοχὴν τὴν πρόληψιν ἢ τοὐλάχιστον τὴν ἐλάττωσιν αὐτῶν δίδουν τὸ μέτρον καὶ τὰ πλαίσια τῶν προγεννητικῶν ἐνδιαφερόντων καὶ στόχων τῆς Παιδιατρικῆς».
`

Η ΠΑΙΔΟΚΟΜΙΑ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΛΛΗΨΗ
Η Παιδοκομία πριν από την σύλληψη περιλαμβάνει το ζήτημα του γάμου και όλες τις σχετικές με αυτό κοινωνικές προεκτάσεις. Στο κεφάλαιο αυτό της μελέτης περιγράφονται: α) ο ελληνικός γάμος, β) ποια θεωρούσαν ως κατάλληλη ηλικία ήβης-γάμου κοριτσιών και αγοριών, γ) ποιες ήταν οι κοινωνικές και αισθηματικές σχέσεις των δύο φύλων, δ) ποιος ήταν ο ρόλος των μαιών στην σύναψη συνοικεσίων, ε) πώς εφαρμοζόταν η φυσική αγωγή των νεανίδων και στ) η υγιεινή της παιδοποιίας.
Ελληνικός γάμος
Σύμφωνα με την παράδοση πρώτος ο Κέκρωψ φαίνεται να καθιερώνει την έννοια του γάμου, με την μορφή της μονογαμίας. Όμως, οι άνδρες της εποχής εκείνης είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο καλύτερος βίος συνδυάζεται με την αγαμία.
«Ήταν όμως ο γάμος στους Έλληνες από παλαιά ιερός και τίμιος, όπως αποφαίνονται οι παλαιοί φιλόσοφοι και ιστορικοί, οι οποίοι αναφέρουν ως ιδρυτές του γάμου τους Έλληνες νομοθέτες (που τους θεωρούσαν) και εισηγητές ωφελίμων ενασχολήσεων και δασκάλους των ημέρων ηθών. όπως (υπήρξαν) στην Αθήνα ο Κέκρωψ, στο Άργος ο Φορωνεύς και σε άλλα μέρη της Ελλάδος άλλοι μυθικοί άνδρες».
«Ἦν δὲ παῤ Ἕλλησιν ὁ γάμος ἐκ παλαιοτάτου ἱερὸς καὶ τίμιος, ὡς δηλοῦται ἐκ τε τῶν παλαιῶν φιλοσόφων καὶ ἱστορικῶν, οἵτινες πρώτους τοῦ γάμου ἱδρυτὰς ἀποφαίνονται τοὺς ἐν Ἑλλάδι νομοθέτας καὶ εἰσηγητὰς ὡφελίμων ἐπιτηδευμάτων καὶ διδασκάλους ἠμέρων ἠθῶν· οἷον ἐν Ἀθήναις μὲν τὸν Κέκροπα, ἐν Ἄργει δὲ τὸν Φορωνέα, ἀλλαχοῦ δὲ τῆς Ἑλλάδος ἄλλους μυθικοὺς ἄνδρας».
Ο ελληνικός γάμος στην αρχαιότητα και ιδιαίτερα στην Αθηναϊκή Πολιτεία μπορεί να καθοριστεί ως η ένωση του άνδρα και της γυναίκας «ἐπὶ σκοπῷ παιδοποιίας γνησίων (νομίμων) τέκνων», όπως αναφέρει ο Δημοσθένης και μάλιστα αγοριών, χωρίς να αποκλείεται εντελώς και η ερωτική απόλαυση των συζύγων.
Σύμφωνα με τα θέσμια, έπρεπε τα δύο μέλη του ζευγαριού να είναι από την ίδια πόλη. Ο περιορισμός αυτός ίσχυε κυρίως στην Αθήνα, όπου, επιπρόσθετα, έπρεπε και τα δύο μέλη να είναι αστοί. Γιατί μόνο τα παιδιά που γεννιόντουσαν από αστούς γονείς αποκτούσαν, σύμφωνα με τους αθηναϊκούς νόμους, τα δικαιώματα του γνήσιου Αθηναίου πολίτη.
Η απόκτηση τέκνων, σύμφωνα με τον Δημόκριτο τον Αβδηρίτη, χαρακτηρίζεται ως ένα εκ των «ἀναγκαίων ἀπὸ φύσιος», η δε ανατροφή των παιδιών στα μεν ζώα εξαρτάται από το ένστικτο, στους δε ανθρώπους βασίζεται στην ιδέα της καρπώσεως «ἀπὸ τῶν ἐκγόνων».
`

Ας δούμε λοιπόν αναλυτικότερα μερικές απόψεις του Δημοκρίτου σχετικά με τον γάμο και την παιδοποιία:
«Ο Δημόκριτος είπε ότι αυτός που έκανε καλό γαμβρό βρήκε γιο, ενώ εκείνος που έκανε κακό γαμβρό έχασε και την κόρη του».
«272. Στοβαίου IV 22, 108
«Η ανατροφή των παιδιών είναι αβέβαιο πράγμα. Η επιτυχία της δηλαδή είναι γεμάτη αγώνες και φροντίδες, ενώ την αποτυχία της δεν μπορεί να την ξεπεράσει καμιά άλλη λύπη».
«275. STOB. IV 24, 29
«Νομίζω ότι δεν πρέπει να κάνουμε παιδιά, επειδή βλέπω στην παιδοποιία πολλούς και μεγάλους κινδύνους και πολλές στενοχώριες, ενώ τα ωφελήματα είναι λίγα και αυτά μικρά και ασθενικά».
«276. STOB. IV 24, 31
«Όποιος θέλει νʼ αποκτήσει παιδιά νομίζω πως είναι καλύτερο να πάρει από τα παιδιά των φίλων του. Έτσι και αυτός θα έχει παιδί όπως το θέλει, αφού θα μπορεί να το διαλέξει όπως το θέλει. Όποιο μάλιστα παιδί φαίνεται κατάλληλο θα μπορούσε κατʼ εξοχήν να του μοιάσει σύμφωνα με την φυσική καταβολή του. Η λύση αυτή είναι τόσο καλύτερη, καθόσον στην περίπτωση αυτή μπορεί να διαλέξει το παιδί ανάμεσα σε πολλά σύμφωνα με την επιθυμία του, όπως το χρειάζεται. Αν όμως κάποιος κάνει παιδί ο ίδιος, έχει πολλούς κινδύνους. Αναγκαστικά όποιο παιδί γεννηθεί αυτό θα έχει».
«277. Στοβαίου IV, 42.
«Φαίνεται πως η Παιδοποιία είναι για τους ανθρώπους αναγκαίο πράγμα που προέρχεται από την φύση και από την αρχέγονη ρύθμιση της ζωής. Φαίνεται μάλιστα και στην περίπτωση των άλλων ζώων. Όλα δηλαδή αποκτούν απογόνους σύμφωνα με την φυσική επιταγή, χωρίς όμως νʼ αποβλέπουν σε κανένα όφελος. Όταν μάλιστα γεννηθούν, το καθένα ζώο κοπιάζει και τʼ αναθρέφει όσο καλύτερα μπορεί και φοβάται όσο είναι ακόμη μικρά, ενώ αν πάθουν κάτι, στενοχωριέται. Τέτοια είναι η φύση όλων των εμψύχων. Για τον άνθρωπο όμως έχει επιπλέον δημιουργηθεί η γνώμη ότι από τους απογόνους του μπορεί να λάβει και κάποια ωφέλεια».
«277. STOB. IV 24, 33.
`

Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς περιγράφει την ακόλουθη ιστορία σχετικά με τον γάμο:
«Ας πούμε σύντομα την ιστορία. Ο Πλάτων λοιπόν συγκαταλέγει τον γάμο στα εκτός αγαθών, θεωρώντας (παρουσιάζοντας) την αθανασία του γένους μας και σαν κάποια διάρκεια που μεταλαμπαδεύετε στα παιδιά των παιδιών. Κι ο Δημόκριτος αποτρέπει από τον γάμο και την παιδοποιία εξαιτίας της πολλής ενασχολήσεως που προέρχεται απʼ αυτά και της αποσπάσεως (που επιφέρουν) από τα αναγκαιότερα. Με αυτόν συμπαρατάσσεται και ο Επίκουρος και όσοι υποστηρίζουν ότι «το αγαθόν» κατοικεί στην ηδονή, την ησυχία και την αλυπία. Ακόμη και για τους Στωϊκούς είναι αδιάφορα και ο γάμος και η παιδοτροφία αλλά για τους Περιπατητικούς είναι αγαθά. Αυτοί συλλήβδην φέροντας μέχρι την γλώσσα τις δοξασίες τους υποδουλώθηκαν στις ηδονές άλλοι έχοντας παλλακίδες, άλλοι εταίρες και οι περισσότεροι μειράκια. Η σοφή εκείνη τετράς στον κήπο μαζί με την εταίρα έμπρακτα καυχώνταν για την ηδονή. Αλλά δεν θα εκφύγουν από τις «Βουζυγίους αράς» όσοι μολονότι δεν παραδέχονται για τους εαυτούς τους ότι κάποια πράγματα είναι συμφέροντα, προτρέπουν άλλους να τα κάνουν ή το αντίθετο. Αυτό με συντομία το λέει κι η Γραφή: «αυτό που μισείς σʼ άλλον να μην κάνεις». Πάντως αυτοί που παντρεύονται λένε: «η φύση μας έκανε ευεπίφορους προς τον γάμο, όπως φαίνεται από την διαφορετική κατασκευή του σώματος αρρένων και θηλέων» και «το αυξάνεστε και πληθύνεστε», συνεχώς φωνάζουν. Αν όμως αυτά έτσι έχουν, ας θεωρείται απʼ αυτούς αισχρό ο άνθρωπος που δημιουργήθηκε από τον Θεό να είναι ακρατέστερος από τα άλογα ζώα, που την επιμιξία τους δεν την κάνουν προς πολλά και με ακόλαστο τρόπο, αλλά προς ένα και του αυτού είδους, όπως τα αγριοπερίστερα και των τρυγόνων το γένος και όσα είναι παραπλήσια μʼ αυτά. Ακόμη υποστηρίζουν ότι ο άτεκνος υπολείπεται της φυσικής τελειότητας, επειδή δεν αφήνει στην δική του θέση τον δικό του διάδοχο. Γιατί είναι ολοκληρωμένος αυτός που έχει δημιουργήσει το όμοιο από τον εαυτό του, περισσότερο όμως όταν δει κι εκείνο να έχει κάνει το ίδιο, δηλαδή όταν φτάσει το τέκνο στην ίδια θέση με τον γονέα. Και πρέπει εξάπαντος να παντρεύεται κανείς και για χάρη της πατρίδας και για την διαδοχή των παιδιών και για την συνολοκλήρωση του κόσμου – όσο αφορά το μερίδιό μας – αφού και οι ποιητές οικτίρουν τον γάμο τον «ημιτελή και χωρίς παιδιά», ενώ μακαρίζουν αυτόν που έχει και τους δύο γονείς του στην ζωή (=αμφιθαλή)… Ο κωμικός Μένανδρος μολονότι κατηγορεί τον γάμο όμως παρουσιάζει και τα καλά του στοιχεία και απαντά σε κάποιον· βλέπεις τα δύσκολα και όσα θα σε λυπήσουν σʼ αυτόν,
τα καλά όμως δεν τα προσέχεις
και τα εξής. Ακόμη βοηθάει ο γάμος και όσους έχουν προχωρημένη ηλικία δίνοντάς του την σύζυγο που θα τους φροντίζει και ανατρέφοντας παιδιά απʼ αυτήν που θα τους γηροκομήσει.
«Τα παιδιά
για τον πεθαμένο άνθρωπο
είναι αιτίες καλής φήμης»
κατά τον τραγικό Σοφοκλέα· και οι νομοθέτες δεν επιτρέπουν να παίρνουν τα υψηλότερα αξιώματα όσοι δεν παντρεύτηκαν· και ο νομοθέτης των Λακώνων πάλι όχι μόνο όρισε τιμωρία για την αγαμία αλλά και για την κακογαμία, την οψιγαμία και την μοναχική· και ο ευγενής Πλάτων ορίζει αυτός που δεν παντρεύτηκε να πληρώνει φόρο στο δημόσιο για (μια) γυναίκα» και να αποδίδει στους άρχοντες τις πρέπουσες δαπάνες· γιατί αφού δεν παντρεύτηκαν δεν θα κάνουν παιδιά και συνεπώς όσο εξαρτάται απʼ αυτούς θα δημιουργήσουν λειψανδρία και θα καταλύσουν και τις πόλεις και την τάξη που υπάρχει, εξαιτίας τους· επιπλέον είναι ένδειξη ανανδρίας και αδυναμίας το να αποφεύγει κανείς την συμβίωση με γυναίκα και παιδιά. Γιατί όποιου πράγματος η έλλειψη είναι κακό, η κατοχή του είναι οπωσδήποτε καλό· αλλά βέβαια η έλλειψη παιδιών είναι ένα από τα μεγαλύτερα κακά· συνεπώς η απόκτηση τέκνων είναι καλό· κι αν αυτό είναι έτσι, τότε και ο γάμος είναι καλός.
χωρίς δε μητέρα δεν είναι δυνατή ούτε η σύλληψη τέκνου
κι ο γάμος δημιουργεί τον πατέρα όπως ο άνδρας δημιουργεί την μητέρα. Κι ο Όμηρος δίνει μέγιστη ευχή «εύχομαι οι θεοί να σου χαρίσουν ό,τι βαθιά η ψυχή σου λαχταρά· σύζυγο, σπιτικό κι ομόνοια να σου δώσουν εύφημη. Γιατί δεν είναι άλλο στήριγμα καλύτερο και πιο ισχυρό, όταν ομοφρονούν και ομονοούν στο σπίτι ο άνδρας και η γυναίκα». Κι ενώ ο γάμος των άλλων ανθρώπων στερεώνεται πάνω στην ηδυπάθεια, ο γάμος αυτών που αγαπούν την φιλοσοφία οδηγεί στην ομόνοια με συνεννόηση, ο οποίος προτρέπει τις γυναίκες να κοσμούνται όχι με την ομορφιά αλλά με το ήθος και προστάζει τους άνδρες να μην χρησιμοποιούν τις συζύγους τους ως ερωμένες έχοντας ως σκοπό την < ύβρη (σαρκικές επιθυμίες ή ασελγείς πράξεις ή σοβαρές προσωπικές βλάβες)> των σωμάτων αλλά να μεταχειρίζονται τον γάμο ως βοήθεια ολόκληρου του βίου τους και ως άριστη σωφροσύνη. Γιατί νομίζω ότι από το σιτάρι και το κριθάρι που σπέρνονται την κατάλληλη εποχή αξίζει περισσότερο ο άνθρωπος που σπέρνεται για χάρη του οποίου και όλα φυτρώνουν, και εκείνα βέβαια σπέρνουν οι σώφρονες γεωργοί…».

`

`

Η επίδραση του Χριστιανισμού αποτυπώνεται ανάγλυφα στους νόμους, όπως αποδεικνύεται από την μεγάλη διαφορά, που παρουσιάζει το Βυζαντινό από το Αρχαίο Δίκαιο στην ουσία του γάμου: οι Βυζαντινοί, αντίστοιχα προς τους Ρωμαίους, όριζαν τον γάμο με τις λίγες λέξεις του νομοδιδασκάλου Μοδεστίνου, στις οποίες περικλείεται σαφέστατα η θρησκευτική και νομική έννοια του θεσμού:
«Συμβίωση και κοινότητα της όλης ζωής ανάμεσα στον άνδρα και την γυναίκα, συνύπαρξη θείου και ανθρώπινου νόμου».
«Ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς συνάφειαν καὶ συγκλήρωσιν τοῦ βίου παντὸς Θείου τε καὶ ἀνθρωπίνου δικαίου κοινωνίαν».

Έτσι, κατά την βυζαντινή περίοδο η βάση του Οικογενειακού Δικαίου, δηλαδή ο γάμος, άλλαξε εντελώς, αφού: α) με την φράση «ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς συνάφειαν» καθιερώθηκε η μονογαμία, β) λέγοντας «συγκλήρωσιν τοῦ βίου παντός» κηρύχτηκε το αδιάσπαστο της ένωσης, γ) ζητώντας «θείου δικαίου κοινωνίαν» απαιτεί την στενότατη «ἠθικὴν κοινωνίαν» των συζύγων και δ) συμπληρώνοντας τον ορισμό με την φράση «ἀνθρωπίνου δικαίου κοινωνίαν» αναγνωρίζει την πλήρη ισότητα δικαιωμάτων μεταξύ των δύο συζύγων.
Σε ποιον δε θυμίζουν οι δύο πρώτες φράσεις του ορισμού, τα λόγια των Eυαγγελιστών Ματθαίου και Μάρκου και του Aποστόλου Παύλου:
«Ο Δημιουργός ευθύς εξ αρχής έπλασεν άνδρα και γυναίκα, ως ένα ανδρόγυνο και είπε: ένεκα τούτου θα εγκαταλείψη ο άνθρωπος τον πατέρα του και την μητέρα και θα προσκολληθή εις την γυναίκα αυτού και θα είναι οι δύο μία σάρκα, ένα σώμα».
«Ὁ ποιήσας ἀπʼ ἀρχῆς ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτοὺς καὶ εἶπεν ἕνεκεν τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ τὴν μητέρα καὶ κολληθήσεται τÍ γυναικὶ αὐτοῦ καὶ ἕσονται οἱ δύο εἰς σάρκαν μίαν».

`

Ανάλογα οι αρχαίοι παραδέχονταν πολλούς λόγους, οι οποίοι καθιστούσαν τον γάμο καθήκον για τον πολίτη. Ως έναν από τους λόγους αυτούς ο Πλάτων μνημονεύει το χρέος προς τον Δημιουργόν:
«Γεννιούνται παιδιά επειδή πρέπει να διαφυλάσσεται η αιώνια φύση με το να αφήνουν στην θέση τους συνεχώς (οι άνθρωποι) υπηρέτες στον θεό».
«Ὡς χρὴ τῆς ἀειγενοῦς φύσεως ἀντέχεσθαι τù παῖδας παίδων καταλείποντα ἀεὶ Θεù ὑπηρέτας ἀνθʼ αὑτοῦ παραδιδόναι».

Ο ρήτορας Ισαίος αναφέρει την υποχρέωση του πολίτη να αφήνει πίσω του γνήσια τέκνα, καθώς και τον «ἐναντιῶντα», δηλαδή αυτόν ο οποίος εντέλλεται να εκτελέσει τα «νενομισμένα» της κηδείας. Στην ίδια υποχρέωση αναφέρονται και άλλοι συγγραφείς. Τέλος, η διαιώνιση του ονόματος και η αποσόβηση της ερήμωσης του οίκου τους καθιστούσαν τον γάμο υποχρέωση των πολιτών.
Συνέπεια των αρχών αυτών είναι ότι οι συναισθηματικοί λόγοι σπάνια επηρέαζαν την εκλογή της συζύγου. Ο γιος πολλές φορές νυμφευόταν μία γυναίκα τελείως άγνωστή του, την οποία είχε επιλέξει ο πατέρας του. Ανάλογα, την συγκατάθεση της γυναίκας για τον γάμο την θεωρούσαν περιττή. Ο Ευριπίδης στην Ανδρομάχη θέτει τις φράσεις αυτές στην Ερμιόνη:
«Για την παντρειά μου ο πατέρας μου
θα φροντίσει και δε μου πέφτει εμένα να κρίνω».
«Νυμφευμάτων μὲν τῶν ἐμῶν πατὴρ ἐμὸς
μέριμναν ἕξει, κοὐκ ἐμὸν κρίνειν τάδε».

`

Όπως συνάπτονταν οι γάμοι, μπορούμε με βεβαιότητα να συμπεράνουμε ότι οι μέλλοντες σύζυγοι στερούνταν την αμοιβαία δυνατότητα γνώσης των χαρακτήρων και της ανάπτυξης εμπιστοσύνης. Αντίθετη με την υπόθεση αυτή είναι η άποψη που διατυπώνει ο Ξενοφών στον «Οἰκονομικόν» του, όπου, διά στόματος του Ισχομάχου, λέγει:
«Αφού πια έγινε του χεριού μου και ημέρεψε ώστε να παίρνει από λόγια, την ρώτησα».
«Ἐπεὶ ἤδη μοι χειροήθης ἧν καὶ ἐτετιθαύσσευτο ὥστε διαλέγεθαι, ἠρόμην αὐτήν».

Της κόρης όμως που εκβιαζόταν από τον πατέρα της για να αποδεχθεί κάποιον ανάρμοστο γάμο, της παρεχόταν το δικαίωμα: «Εἰσαγγελίας κακώσεως». Πρόκειται για το δικαίωμα προσφυγής στην δικαιοσύνη ή όπως λέμε σήμερα: «το δικαίωμα μήνυσης».
Ο ενήλικας γιος, δηλαδή ο νέος που είχε εγγραφεί στο «ληξιαρχικὸν γραμματεῖον» του Δήμου, δεν υποχρεωνόταν να ζητήσει την πατρική συγκατάθεση προκειμένου να τελέσει τον γάμο του.
Από ένα απόσπασμα του ποιητή Μενάνδρου, το οποίο αναφέρουν και πολλοί άλλοι συγγραφείς, ο πατέρας της κόρης έλεγε στον μέλλοντα γαμπρό του:
«Σου δίνω την κόρη μου για να γεννήσεις (σπείρεις) γνήσια παιδιά».
«Παίδων ἐπʼ ἀρότῳ γνησίων δίδωμί σοὐγὼ τὴν ἐμαυτοῦ θυγατέρα».

Ο δε γαμπρός, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Κλήμεντος Αλεξανδρέως, απαντούσε με μια τυπική φράση, που όχι μόνο προφερόταν κατά την τελετή του γάμου, αλλά ήταν και γραμμένη στα γαμήλια συμβόλαια των Αθηναίων:
«Την παίρνω νόμιμη σύζυγο με σκοπό να γεννήσω παιδιά».
«Ἐπʼ ἀρότῳ παίδων ἄγομαι γαμετήν».

`

`

Πάμπολλες μαρτυρίες δείχνουν ότι η ίδια αυτή θρησκευτική υποχρέωση είναι αυστηρά καθιερωμένη και στην Σπάρτη.
Γενικά, η στάση της ελληνικής νομοθεσίας απέναντι στον γάμο διαφοροποιείται από πόλη σε πόλη. Κυρίως στην Αθήνα και στην Σπάρτη ο γάμος δεν αποτελεί απλή ιδιωτική υπόθεση, δηλαδή δεν ενδιαφέρει ούτε, αποκλειστικά, τα δύο πρόσωπα των πρωταγωνιστών, ούτε μόνο τις οικογένειές τους. Θεωρείται μία υπόθεση που αφορά στην ίδια την πολιτεία, η οποία, γιʼ αυτόν τον λόγο, λαμβάνει μέτρα νομοθετικής οικονομίας και προστασίας του θεσμού. Η αντίληψη αυτή επικρατεί και κατά τους κλασικούς χρόνους.
`

Ο Πλάτων στους «Νόμους» υποστηρίζει ότι οι νόμοι οι σχετικοί με τον γάμο πρέπει να κατέχουν την πρώτη θέση στην νομοθεσία, επειδή αποτελούν την βάση κάθε ευνομούμενης πολιτείας.
«Άραγε η σύναψη γάμων δεν αποτελεί την δημιουργική αρχή όλων των πόλεων; Και οι νόμοι οι σχετικοί με τον γάμο, αν θεσπισθούν καλά, αποτελούν εχέγγυο ότι θα πάνε καλά όλα τα θέματα της πόλης».
«Ἀρχὴ δʼ ἔστι τῶν γενέσεων πάσαις πόλεσιν ἆρʼ οὐχ ἡ τῶν γάμων σύμμειξις καὶ κοινωνία; Πῶς γὰρ οὔ; Γαμικοὶ δὲ νόμοι πρῶτοι κινδυνεύουσι τιθέμενοι καλῶς ἂν τίθεσθαι πρὸς ὀρθότητα πάσῃ πόλει»54.

`

Ακόμη, σε μεταγενέστερα χρόνια, ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς διακηρύσσει:
«Ακριβώς όπως και η φύση έτσι και ο νομοθέτης πρέπει να έχει ως αρχή τον γάμο και την σχέση με την γυναίκα».
«Αὐτίκα περὶ γάμων καὶ τῆς πρὸς γυναῖκα ὁμιλίας, ἀφʼ ἧς ἄρχεσθαι δεῖ τὸν νομοθέτην, ὥσπερ καὶ ἡ φύσις».

`

Επιπλέον, ο γάμος δεν ενδιαφέρει την αρχαία ελληνική πολιτεία από την άποψη της συναισθηματικής και ατομικής ευδαιμονίας των συζύγων, αλλά ως θεσμός, ο οποίος αποβλέπει στην εξυπηρέτηση των πραγματικών ή έστω και των υποτιθέμενων αναγκών της, κυρίως δε, όσων από αυτές αναφέρονται στην διατήρηση της πολιτείας. Σχετικά, ο Πλάτων αναφέρει:
«Ο κάθε πολίτης θα πρέπει να συνάπτει τον πιο συμφέροντα γάμο για την πόλη κι όχι τον πιο ευχάριστο για τον ίδιο».
«Τὸν γὰρ τÍ πόλει δεῖ συμφέροντα μνηστεύειν γάμον ἕκαστον· οὐ τὸν ἥδιστον αὐτῶν».

`

Ως τέτοιος, συνεπώς, θεσμός, ο γάμος είχε πρωταρχικό, αν όχι μοναδικό σκοπό την παιδοποιία, η οποία απορρέει από το καθήκον του πολίτη να παρέχει προς την πολιτεία γενναίους, υγιείς και γνήσιους απογόνους. Τόση δε σημασία απέδιδε στον σκοπό του γάμου, δηλαδή στην τεκνοποιία, κυρίως η σπαρτιατική πολιτεία, ώστε επέτρεπε, – αν δεν επέβαλλε – στην γυναίκα που δε συνελάμβανε από τον ίδιο της τον άνδρα, να συνοικήσει με άλλον άνδρα. Αντίστροφα συνέβαινε με τον άνδρα, στην περίπτωση που αυτός δε γεννούσε εξαιτίας της γυναίκας του· δηλαδή του επέτρεπαν να συνοικήσει με άλλη, για την πραγμάτωση του σκοπού της παιδοποιίας. Έτσι, «ἵνα μὴ ἐξίτηλον γένηται τὸ γένος αὐτοῦ», ο Βασιλιάς της Σπάρτης Αναξανδρίδης μπόρεσε να πάρει και άλλη γυναίκα, επειδή η πρώτη του σύζυγος δεν ήταν ικανή να τεκνοποιήσει.
O νομοθέτης, άλλοτε μεν όριζε την ηλικία του γάμου, άλλοτε δε απειλούσε με ατιμία και ποινή τους άγαμους. Τιμωρούσε τέλος την κακογαμία και την οψιγαμία Αντίθετα, στην Αθήνα ο άνδρας μπορούσε να παραμείνει ανύμφευτος, δεδομένου ότι δεν υπήρχε νόμος που να τιμωρεί την αγαμία.
Στην Σπάρτη όσοι είχαν γεννήσει πολλά παιδιά τύχαιναν ιδιαίτερων τιμών, όπως απαλλαγή από τις στρατιωτικές υποχρεώσεις ή από την φορολογία κ.ά..
Παρόμοιες διατάξεις υπήρχαν σε πολλές άλλες πόλεις, όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από τις διαβεβαιώσεις του Πλάτωνος στο «Συμπόσιον» και τους «Νόμους» ή από τις πιστοποιήσεις του λεξικογράφου Πολυδεύκους. Στην Αθήνα δεν υπήρχαν τέτοιου είδους νομοθετήματα.
`

Κατά την βυζαντινή περίοδο η απόκτηση πολλών τέκνων από δούλη γυναίκα είχε ως επακόλουθο να της παραχωρούν την ελευθερία της ακόμη και να προβαίνουν στην ανακατανομή των κληρονομιών που είχαν επαχθεί. Έτσι, αν μια δούλη γεννούσε τρία τέκνα ή τρίδυμα μπορούσε να ελευθερωθεί, οπότε το τέταρτο παιδί της γεννιόταν ελεύθερος πολίτης, ενώ αναφέρεται η δυνατότητα γέννησης πενταδύμων. Στους «Πανδέκτες» και τα «Βασιλικά» διασώζονται οι απόψεις των Βυζαντινών:
«Εάν πεθάνει ο πατέρας μου αφήνοντας έγκυο την σύζυγό του… γίνομαι κληρονόμος… εάν γεννηθεί ένας κατά το ήμισυ, εάν δύο, κατά το ένα τρίτο, εάν πέντε, κατά το ένα έκτο γιατί μπορεί να γεννηθούν ταυτόχρονα πέντε παιδιά».
«Ἐὰν ἀποθάνῃ ὁ πατήρ μου καταλιπὼν ἔγκυον τὴν ἑαυτοῦ γαμετὴν (σύζυγο)… γίγνομαι κληρονόμος… Ἐὰν εἷς τεχθÍ, τὸ ἥμισυ· ἐὰν δύο, τὸ τρίτον… ἐὰν πέντε, τὸ ἕκτον· δύναται γὰρ γενέσθαι πέντε ἅμα».

`

Η σχετική νομοθεσία της Σπάρτης στο ζήτημα του γάμου, μπορεί να χαρακτηριστεί ως μία από τις τολμηρότερες αλλά και τις πιο παράδοξες, στο θέμα της ευγονικής των αρχαίων.
«Νόμος των Σπαρτιατών ορίζει ως τιμωρίες την μεν πρώτη του αγαμίου, την δεύτερη του οψιγαμίου, τρίτη δε και μεγαλύτερη όλων του κακογαμίου».
«Σπαρτιατῶν νόμος τάττει ζημίας τὴν μὲν πρώτην ἀγαμίου, τὴν δευτέραν ὀψιγαμίου, τὴν τρίτην καὶ μεγίστην κακογαμίου».

Ως κλασικό παράδειγμα τιμωρίας κακογαμίου αναφέρεται η καταδίκη του Βασιλιά Αρχιδάμου, που σκέφθηκε να παντρευτεί γυναίκα όχι ψηλή, για την οποία ο Πλούταρχος αναφέρει:
«Πολύ αξίζει να επαινέσουμε και την μεγαλοφροσύνη των Λακεδαιμονίων, οι οποίοι τιμώρησαν τον βασιλιά τους με χρηματικό πρόστιμο, γιατί δέχτηκε να παντρευτεί γυναίκα κοντή, κατηγορώντας τον ότι δεν είχε σκοπό να γεννήσει βασιλείς αλλά βασιλίσκους».
«Πάνυ δὲ ἄξιον ἐπαινεῖν καὶ Λακεδαιμονίους τῆς μεγαλοφροσύνης, οἵτινες τὸν βασιλέα αὐτῶν ἐζημίωσαν χρήμασιν, ὅτι μικρὰν τὸ μέγεθος γυναῖκα γάμῳ λαβεῖν ὑπέμεινεν, ὑπειπόντες ὡς οὐ βασιλέας, ἀλλὰ βασιλίδεια παρασχοῖν αὐτοῖς διενοεῖτο».

`

Η οψιγαμία, δηλαδή η μεταξύ γέρου άνδρα και νέας γυναίκας ένωση ή αντίστροφα, όχι μόνο ετιμωρείτο από τον νόμο (δίκη οψιγαμίου), αλλά και δημιουργούσε υποχρεώσεις για τον γέροντα σύζυγο, στις οποίες αναφέρονται ο Ξενοφών και ο Πλούταρχος.
Συγκεκριμένα, ο Ξενοφών, αναφερόμενος στην νομοθεσία του Λυκούργου, σημειώνει (δηλαδή ομιλεί για ετερόλογο σπερματέγχυση):
«Σε κάθε περίπτωση που ένας γέρος είχε νέα γυναίκα, επειδή έβλεπε (ο νομοθέτης) ότι αυτοί, οι μεγάλης ηλικίας, φύλαγαν υπερβολικά τις γυναίκες τους και σʼ αυτή την περίπτωση είχε αντίθετη άποψη. θεσμοθέτησε όποιου άνδρα το σώμα ή την ψυχή θαυμάζει ο ηλικιωμένος, αυτόν να οδηγήσει στην γυναίκα του για να τεκνοποιήσει».
«Εἰ γε συμβαίῃ γεραιῷ νέαν ἔχειν, ὁρῶν τοὺς τηλικούτους φυλάττοντας μάλιστα τὰς γυναίκας, τἀναντία καὶ τούτου ἐνόμισε· τῷ γὰρ πρεσβύτῃ ἐποίησεν ὁποίου ἀνδρὸς σῶμα τε καὶ ψυχὴν ἀγασθείη, τοῦτον ἐπαγομένῳ τεκνοποιήσασθαι».

`

Επίσης το επόμενο χωρίο του Πλουτάρχου, που κι αυτό αναφέρεται στην νομοθεσία του Λυκούργου, (και περιγράφει δανεισμό μήτρας) είναι πραματικά αριστουργηματικό:
«Επιτρεπόταν στον γέροντα που είχε νέα γυναίκα, εάν δεχόταν ευχαρίστως κάποιον από τους καλούς και γενναίους (τους πλούσιους και με πολιτική δύναμη) νέους και δοκίμαζε να τον οδηγήσει σʼ αυτή και να την γεμίσει με σπέρμα καλής γενιάς, να αναγνωρίσει ότι ήταν δικό τους το παιδί που θα γεννιόταν. Επιτρεπόταν πάλι σε άνδρα δίκαιο, εάν θαύμαζε κάποια από τις συνετές γυναίκες που γεννούσε πολλά και καλά παιδιά (καλλίτεκνη), ενώ ήταν παντρεμένη με άλλον, να πείσει τον άνδρα της να συνευρεθεί αυτός μαζί της, ώστε να γεννηθούν αγαθοί άνθρωποι (ευγενείς στην καταγωγή και στην κοινωνική τάξη), σαν να φυτεύτηκαν σε γη καλλίκαρπη. Γιατί ήθελε (ο Λυκούργος) οι πολίτες να γεννιούνται όχι από τυχαίους αλλά από τους άριστους πολίτες (πρωτεύοντες από την άποψη της ηθικής υπεροχής). Ακόμα στις ξένες νομοθεσίες έβλεπε να υπάρχουν πολλά ανόητα και ματαιόδοξα πράγματα, αφού τις σκύλες και τις φοράδες τους τις ενώνουν με τους καλύτερους επιβήτορες, πείθοντας τους κατόχους τους, ενώ τις γυναίκες τους τις κλειδώνουν μέσα και τις φρουρούν, έχοντας την αξίωση να γεννούν παιδιά μόνο από αυτούς, ακόμα κι αν είναι παράφρονες, γέροντες ή άρρωστοι».
«Ἐξῆν μὲν γὰρ ἀνδρὶ πρεσβυτέρῳ νέας γυναικός, εἰ δή τινα τῶν καλῶν καὶ ἀγαθῶν ἀσπάσαιτο νέων καὶ δοκιμάσειεν, εἰσαγαγεῖν παρʼ αὐτὴν καὶ πλήσαντα γενναίου σπέρματος, ἴδιον αὐτοῖς ποιήσασθαι τὸ γεννηθέν. Ἐξῆν δὲ πάλιν ἀνδρὶ χρηστῷ τῶν εὐτέκνων τινὰ καὶ σωφρόνων θαυμάσαντι γυναικῶν, ἑτέρῳ γεγαμημένην πεῖσαι τὸν ἄνδρα συνελθεῖν, ὥσπερ ἐν χώρᾳ καλλικάρπῳ φυτεύονται καὶ ποιούμενον παῖδας ἀγαθούς. Οὐκ ἐκ τῶν τυχόντων ἀλλʼ ἐκ τῶν ἀρίστων ἐβούλετο γεγονότας εἶναι τοὺς πολίτας. Ἔπειτα πολλὴν ἀβελτηρίαν καὶ τῦφον ἐνεῶρα τοῖς περὶ ταῦτα τῶν ἄλλων νομοθετήμασι, οἱ κύνας μὲν καὶ ἵππους ὑπὸ τοῖς κρατίστοις τῶν ὀχείων βιβάζουσι, τὰς δὲ γυναῖκας ἐγκλεισάμενοι φρουροῦσιν, ἐξ αὐτῶν μόνον τίκτειν ἀξιοῦντες κἂν ἄφρονες ὦσι, κἂν παρήλικες, κἂν νοσώδεις».

`

Οι Λακεδαιμόνιοι, για να αυξήσουν τον πληθυσμό της πολιτείας τους, έφθασαν στο σημείο να νομιμοποιήσουν την διγαμία, γεγονός άγνωστο σε άλλες πολιτείες.
Στην Αθήνα μόνο κατά την διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, σύμφωνα με τον Διογένη τον Λαέρτιο και τον Αθήναιο, για να αντιμετωπισθεί η ολιγανδρία θεσπίστηκε νόμος, σύμφωνα με τον οποίο κάθε Αθηναίος μπορούσε να παντρευτεί μια γυναίκα, αλλά να κάνει παιδιά και με κάποια άλλη.
Ωστόσο, γενικά στην αρχαία Ελλάδα η πολυγαμία και η διγαμία απαγορεύονταν. Από την Δωδεκάδελτο της Γόρτυνος προκύπτει ότι πράγματι αποδοκιμαζόταν η πολυγαμία:
«………………………………………. Μίαν δὲ
πατροῦχον74, νὰ ἔχῃ ὁ ἐπιβάλλων («ο»)
περισσοτέρας ὅμως ὄχι».
«……………………………. Μίαν δʼ
ἔκεν πατρ[οι[ό]κον·τὸν ἐπιβάλ-
λοντα, πλίαδʼ δὲ [μ]έ».
`

Εξάλλου η ουσιαστική πολυγαμία, που απαντάται στους αρχαίους Έλληνες με την σιωπηρή αναγνώριση της παλλακείας, δεν πλήττει την υφιστάμενη μονογαμική μορφή του γάμου τους, ούτε και τους σκοπούς που επιδιώκουν με αυτόν. Η «παλλακίς» των αρχαίων Ελλήνων κατείχε την μέση θέση μεταξύ της νόμιμης συζύγου και της εταίρας.
Σχετικά με αυτό το θέμα ο Δημοσθένης είναι αρκετά σαφής:
«Τις μεν εταίρες έχουμε για σωματική απόλαυση, τις παλλακίδες για ικανοποίηση των καθημερινών αναγκών του σώματος, τις δε νόμιμες συζύγους για να γεννούν γνήσια παιδιά και νʼ ασχολούνται με το νοικοκυριό».
«Τὰς μὲν γὰρ ἑταίρας ἠδονῆς ἕνεκʼ ἔχομεν· τὰς δὲ παλλακάς, τῆς καθʼ ἡμέρας θεραπείας τοῦ σώματος· τὰς δὲ γυναῖκας τοῦ παιδοποιεῖσθαι γνησίως καὶ τῶν ἔνδον φύλακα πιστὴ ἔχειν».

`

*****************************************************************

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Ιωάννης Γρηγορίου Τσουκαλάς γεννήθηκε στις 23-06-1944, στην Σκόπελο Μαγνησίας. Είναι ο πρώτος Έλληνας ιατρός που διορίσθηκε σε ΜΕΝΝ, την πρώτη της χώρας μας, και από τους πρώτους που εκτελούσαν διακομιδές προβληματικών νεογνών και προώρων από το 1976-2007 και ο πρώτος που άρχισε ιατρείο μακροχρόνιας παρακολούθησης προβληματικών νεογνών. Συμμετείχε στην οργάνωση μονάδων νεογνών, υπηρεσίας διακομιδής και διαφόρων δομών για νεογνά, σε συσκέψεις στο Υπουργείο Υγείας, στο ΕΚΑΒ, στο Νοσοκομείο, κ.ά. Είναι από τους πρώτους που ασχολήθηκαν και με την Εντατική Νοσηλεία Παίδων (1976-1990). Εργάστηκε αποκλειστικά για περίπου 40 χρόνια και πλέον ως Νοσοκομειακός ιατρός και μόνο. Το 1979 έγινε δεκτός ως διδάκτορας της Ιατρικής Σχολής, και έτυχα του βαθμού «Άριστα». Η διδακτορική του διατριβή βραβεύθηκε, από την Ιατρική Σχολή, ως μία από τις καλύτερες 9 διατριβές, επί Διδακτορία και Υφηγεσία, που εκπονήθηκαν στην 10ετία του ΄70.
Η Ακαδημία Αθηνών του ανέθεσε (1997) να συγγράψω εισήγηση για δύο Ιδρύματα: το «ΒΡΕΦΟΚΟΜΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ» και το Νοσοκομείο Παίδων «Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ», εξ αιτίας των οποίων τελικά βραβεύθηκαν με χρυσό μετάλλιο.
Είεα έντονο εκπαιδευτικό έργο. Συμμετείχε στην εκπαίδευση φοιτητών Ιατρικής (5ου και 6ου έτους), ειδικευομένων Παιδιάτρων, ειδικευμένων Παιδιάτρων, Σχολιάτρων, Υγιεινολόγων, εξειδικευομένων στην Νεογνολογία, Νοσηλευτών, Διασωστών του ΕΚΑΒ στην Νεογνολογία, στην Προνοσοκομειακή περίθαλψη Νεογνών και γενικά υγειονομικών λειτουργών. Έχει κερδίσει το πρώτο «Χωρέμειο έπαθλο», την τιμητικότερη διάκριση για ένα παιδίατρο και έχει εκδώσει 11 βιβλία, συμμετείχε δε στην έκδοση πολλών άλλων βιβλίων (Ιατρικών ή Ιστορικοϊατρικών). Το ερευνητικό και συγγραφικό έργο και η συμμετοχή του σε Ελληνικά, Πανευρωπαϊκά, Διεθνή, Παγκόσμια, υπήρξε πλούσιο μέχρι σήμερα συνολικά περίπου 500 εργασίες.