`

Το ΠΟΙΕΙΝ εύχεται σε όλους τους συνεργάτες,  αναγνώστες,  φίλους, επισκέπτες του ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ! Από σήμερα ξεκινά η νέα συνεργασία του με το ιταλικό περιοδικό «IRIS DI KOLIBRIS», ΕΔΩ. Υπεύθυνοι συνεργασίας η Ευαγγελία Πολύμου και ο Μασιμιλιάνο Νταμάτζιο, οι οποίοι συνεχίζουν να γίνονται μεσολαβητές, χάρη στις προτάσεις τους και τις μεταφράσεις τους,  μεταξύ των ποιητών της Ελλάδας και της Ιταλίας, όπως συνέβαινε μέχρι την πρόσφατη συνεργασία του Ποιείν με το REBSTEIN, το οποίο ανέστειλε τη λειτουργία του.

`

1. Η ροδιά

Η Ιταλία (είναι μια ροδιά)

Στη ζωή μου αγόρασα και φύτεψα μόνο ένα δέντρο
μια ροδιά
διάλεξα του κήπου μια γωνιά
απʼ όπου αγναντεύεις τις δαντελωτές μύτες των βουνών
απʼ τον Άγιο Γαβριήλ μέχρι το Νάνος
εκείνη η ακρώρεια ήταν Ιταλία και Γιουγκοσλαβία και μετά Σλοβενία
ήταν γη σπαραγμού και μίσους

τα σύνορα θα ʼπρεπε να ʼναι σαν τους ορίζοντες
όταν κινείσαι κι αυτοί κινούνται
αν σταματάς, μαζί σου σταματούν
μα σε κάνουν πάντα να νιώθεις στο κέντρο του κόσμου

και πατρίδα είναι όπου
ένας άνθρωπος φυτεύει μια ροδιά
και μπορεί να προσδοκά να δρέψει τους καρπούς της

`

***

2. Το αρνητικό και η εικόνα

Όταν τα παιδιά μας εδώ παίζουν πόλεμο
φτάνουν τέσσερα μαξιλάρια στο κρεβάτι για να φτιαχτεί μια βάση
όλα τους έχουνε πιστόλια ή τουφέκια με κόκκινο χρωματιστό καπάκι
κάποια έχουνε και βόμβες από αφρολέξ

τότε αναρωτιέμαι αν τα παιδιά της Βηρυτού παίζουν ειρήνη
και πώς τα καταφέρνουν
γιατί δεν υπάρχουν σπίτια κήποι
γονείς από πλαστικό
κι εύκολο είναι στα ψέματα να πεθαίνεις
μα είναι αδύνατον στα ψέματα να ζεις.

`

***

3. Παραμονή Χριστουγέννων

Σήμερα αγόρασες ένα μεγάλο καρβέλι ψωμί
το ακούμπησες γελώντας καταμεσής του τραπεζιού
ζυγίζει ένα κιλό και το πλήρωσα μόνο ενενήντα λεπτά
στάθηκα τυχερή
εγώ πάλι μόλις έχω ξεφυλλίσει τους τίτλους της Κοριέρε
σε μια πόλη της Συρίας που τʼ όνομα δεν θυμάμαι
εκατό νομάτοι σκοτωθήκανε σʼ έναν βομβαρδισμό
ήτανε κι εκείνοι στην ουρά για το ψωμί
κόβω μια μπουκιά και το μασάω
το απολαμβάνω – κάτι που σπανίως μου συμβαίνει
σε κοιτάζω
έχεις δίκιο να λες πως στάθηκες τυχερή
μα δεν ξέρεις πόσο

`

***

4. Τρία διά δύο

Θυμάμαι που μια μέρα αστειευόμασταν
αν θα χωρίζαμε τι θα γινόταν με τα τρία μας παιδιά
ενάμιση κατά κεφαλή;
θα τα κόβαμε στη μέση;

ήταν ένα ανόητο παιχνίδι, ακόμα πιο ανόητο
τώρα που δείχνει να επαληθεύεται
υπάρχει μια πραγματικότητα όπου όλοι χάνουν
και τρία διά του δύο κάνει μηδέν

`

***

5. Ασυναίσθητα

Κοιμάσαι και το κορμί σου γίνεται λεπτό
σαν ένα τετράφυλλο τριφύλλι μεταξύ σελίδων
και δεν είναι χαρτί αλλά σεντονιού πανί
και δεν είναι βιβλίο αλλά εσύ φέρε μας τύχη
σε αυτή τη ζώσα εκδορά
που από φόβο μη γίνουμε μπανάλ
μόνο αραιά και που ονομάζουμε αγάπη.

`

6. Πομπηία

Όταν σε δυο χιλιάδες χρόνια σκάψουν τούτη τη γη
θα βρουν τα σώματά μας πια απολιθωμένα
στην ίδια στάση που σήμερα κοιμόμαστε
εσύ γυρισμένη πλαγιαστά
εγώ σε σφίγγω κολλημένος στην πλάτη σου

και ποτέ δεν θα μάθουμε αν η ευτυχία μας
είναι τόσο μεγάλη που να υπερβεί το χρόνο
ή αν ήταν η συνήθεια των επαναλαμβανόμενων κινήσεων
που σκλήρυνε την αγάπη
μέχρι που τη μετέτρεψε σε πέτρα

`

***

7. (μιλάει το παιδί)

Κάποιες φορές τη βλέπω να περπατά σκυφτή στην ανηφόρα
θυμίζει μερικούς γέροντες που γέμιζαν
τις τσέπες τους με πέτρες για να αντισταθούν στον άνεμο
μα θαρρώ πως τον άνεμο εκείνη τον σέρνει μέσα της
η κίνηση του αέρα που τόπο δεν βρίσκει να σταθεί
η ψυχή που χτυπά σαν απλωμένο τραπεζομάντιλο
στο σύρμα της μπουγάδας να στεγνώσει – από εκεί είναι
που αναδίδεται εκείνη η ευωδία σαπουνιού]
που κρατούσε στα μαλλιά της τις λίγες φορές που την αγκάλιασα]
έπρεπε να της έχω πει ότι μύριζαν σύννεφο και σαμπουάν Πάλμολιβ
εκείνη κοκάλωνε λες κι αυτός που την ξαναγκάλιαζε ήταν ο πατέρας μου
έπρεπε να της έχω πει ότι εγώ δεν είμαι
το παρελθόν που αναβιώνει

`

***

8. (μιλάει εκείνη)

Εγώ ποτέ δεν διαχειρίστηκα καλά το θυμό
τον συντήρησα πάντα έως που να με φθείρει
τον μετέτρεψα σε σιωπές τόσο μακρόσυρτες που ξέμαθα τις λέξεις
σʼ εκφράσεις τόσο μετρημένες που ξέχασα το χαμόγελο

θαρρώ πως γιʼ αυτό οι ώμοι μου έχουν καμπουριάσει
υπό την πίεση που τους αδράχνει από μέσα
λες κι ένα σκοινί δένει στα γόνατα τις ωμοπλάτες
το νιώθω το σκοινί που περνάει απʼ το μέσο της καρδιάς
τη νιώθω την καρδιά που κτυπά σαν ένα πουλί
μες στο κλουβί με τα πλευρά του
κάποιες φορές έχω σκεφτεί πως αν δεν ήτανε για τα παιδιά
θα τʼ άνοιγα εκείνο το κλουβί
θα το άφηνα να πετάξει μακριά

(από την ποιητική συλλογή «Τα πράγματα με τʼ όνομά τους»)

`

************************************

1. Il melograno

LʼItalia (è un melograno)

In vita mia ho comprato e trapiantato un unico albero
un melograno
ho scelto un angolo del giardino
da dove si vede la ghiera dei monti
dal San Gabriele fino al Nanos
quella cresta è stata Italia e Jugoslavia e poi Slovenia
è stata terra dolorosa e di rancore

i confini dovrebbero essere come gli orizzonti
quando ti muovi si muovono anche loro
se ti fermi si fermano con te
ma ti fanno sempre sentire al centro esatto del mondo

e patria è dove
un uomo pianta un melograno
e può aspettare di mangiarne i frutti

`

***

2. Il negativo e lʼimmagine

Quando i bambini di qui fanno la guerra
bastano quattro cuscini sul letto per costruire una base
tutti hanno pistole o fucili con il tappo colorato in rosso
alcuni perfino bombe di gommapiuma

allora mi chiedo se i bambini di Beirut giocano alla pace
e come ci riescono
perché non ci sono case giardini genitori di plastica
e morire per finta è facile
ma vivere per finta non si può

`

***

3. Vigilia di Natale

Oggi hai comperato un grosso filone di pane
ridendo lo hai appoggiato in mezzo al tavolo
pesa un chilo e lʼho pagato solo novanta centesimi
sono stata fortunata
io invece ho appena sfogliato i titoli del Corriere
in una città siriana di cui non ricordo il nome
cento persone sono morte sotto un bombardamento
anche loro erano in coda per il pane
ne prendo un pezzo e lo mastico
lo gusto come di rado mi capita di fare
ti guardo
hai ragione a dire che sei stata fortunata
ma non sai quanto

`

***

4. Tre diviso due

Ricordo che un giorno scherzavamo
se ci lasciassimo cosa sarebbe dei nostri tre figli
uno e mezzo a testa?
li taglieremmo a metà?

era un gioco stupido, ancora più stupido
adesso che sembra avverarsi
cʼè una realtà dove tutti si perde
e tre diviso due fa zero

`

***

5. Impercezione

Dormi e il tuo corpo si fa sottile
come un quadrifoglio tra le pagine
e non è carta ma stoffa di lenzuola
e non è libro ma tu portaci fortuna
in questa escoriazione fino al vivo
che per paura di essere banali
solo di rado chiamiamo amore

`

***

6. Pompei

Quando fra duemila anni scaveranno questa terra
troveranno i nostri corpi ormai diventati sasso
nella stessa posizione in cui ci addormentiamo oggi
tu girata di fianco
io ti stringo appoggiato alla tua schiena

e non sapremo mai se il nostro bene
è così grande da superare il tempo
o se è stata lʼabitudine dei gesti ripetuti
a indurire lʼamore
fino a trasformarlo in pietra

`

***

7. (parla il figlio)
A volte la vedo camminare china in salita
ricorda certi anziani quando riempivano
le tasche di sassi per resistere al vento
ma penso che il vento lei lo porti dentro
il muoversi dellʼaria che non trova un posto dove stare
lʼanima che sbatte come una tovaglia stesa
ad asciugare sui fili del bucato – è da lì che sale quel profumo di sapone]
che lei tratteneva fra i capelli nelle poche volte in cui lʼho abbracciata]
avrei dovuto dirle che odoravano di nuvola e di shampoo Palmolive
lei si irrigidiva come se a stringerla fosse di nuovo mio padre
avrei dovuto dirle che non sono io
il passato che rivive

`

***

8. (parla lei)

Io non sono mai stata brava con la rabbia
lʼho sempre mantenuta fino a consumarmi
lʼho trasformata in silenzi così lunghi da disimparare le parole
in espressioni così misurate da dimenticare i sorrisi

credo che per questo le spalle mi si siano incurvate
sotto una tensione che le prende da dentro
come se un cavo legasse le scapole alle ginocchia
lo sento il cavo che passa proprio in mezzo al cuore
lo sento il cuore che pulsa come un uccello
nella sua gabbia di costole
a volte ho pensato che se non fosse stato per i figli
avrei aperto questa gabbia
lʼavrei lasciato volare via.

(da “A ogni cosa il suo nome”)

`

****************************************************************

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Διαβάζοντας τα ποιήματα του Φραντσέσκο Τομάντα, συχνά έχει κανείς την εντύπωση πως σέρνουν μαζί τους διάχυτες μια μοσχοβολιά σαπουνιού από το παρελθόν και μια αίσθηση χαρμολύπης, συνυφασμένες στην ποίησή του με έναν ατέρμονο, μυστικό διάλογο μεταξύ ενός παιδιού που παίζει ακόμη αμέριμνο κι ενός ενήλικα με τη διάθεση εκείνων που η ζωή έχει ποδοπατήσει τα όνειρά τους, καθώς καραδοκεί πάντα «μια πραγματικότητα όπου όλοι χάνουν».

Μέσα από την ανεπιτήδευτη, λιτή και συνάμα υπαινικτική γραφή του, αναβιώνουν μικρές στιγμές της ζωής τού σήμερα και τού χθες, που συνδυάζουν την εσωτερικότητα με τον προβληματισμό για ζητήματα που απασχολούν τον σύγχρονο άνθρωπο, καθώς ανασύρουν αυτόματα στο θυμικό προσωπικές στιγμές και βιώματα: «Εγώ ποτέ δεν διαχειρίστηκα καλά το θυμό / τον συντήρησα πάντα έως που να με φθείρει / τον μετέτρεψα σε σιωπές τόσο μακρόσυρτες που ξέμαθα τις λέξεις / σʼ εκφράσεις τόσο μετρημένες που ξέχασα το χαμόγελο». Γεννημένος το 1966 στη Γκορίτσια, μια πόλη στη συνοριακή γραμμή μεταξύ Ιταλίας και Σλοβενίας, ο Φραντσέσκο, από το περιθώριο των συνόρων, δεν θα μπορούσε παρά να βλέπει με σκεπτικισμό τα όρια, είτε τα προσωπικά είτε τα γεωγραφικά: «τα σύνορα θα ʼπρεπε να ʼναι σαν τους ορίζοντες / όταν κινείσαι κι αυτοί κινούνται/ αν σταματάς, μαζί σου σταματούν».

Η πρώτη του ποιητική συλλογή “Lʼinfanzia vista da qui” (Η παιδική ηλικία ιδωμένη από εδώ, εκδ. Sottomondo, 2005 & 2006), έχει κερδίσει το εθνικό βραβείο “Beppe Manfredi”. Η δεύτερη συλλογή του με τίτλο “A ogni cosa il suo nome” (Τα πράγματα με τʼ όνομά τους, εκδ. Le Voci della Luna, 2008), έχει λάβει πάμπολλες διακρίσεις και βραβεία. Από τα μέσα της δεκαετίας του ʼ90 έχει λάβει μέρος σε εθνικές και διεθνείς ποιητικές εκδηλώσεις, καθώς και σε ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές μεταδόσεις στην Ιταλία και στο εξωτερικό. Είναι συνιδρυτής του εκδοτικού οίκου «Sottomondo di Gorizia» και συνεργάζεται με πολλά ηλεκτρονικά περιοδικά ποιητικής τέχνης. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στην ανθολογία “DallʼAdige allʼIsonzo”, καθώς και σε πολλά έντυπα και ιστοσελίδες στην Ιταλία, την Αυστρία, τη Σλοβενία, τον Καναδά, τη Γαλλία, τη Σλοβακία, την Ελβετία, το Μεξικό, το Βέλγιο και την Ισπανία. Προσφάτως επιμελήθηκε μια ανθολογία που περιλαμβάνει τη λογοτεχνική παραγωγή της Επαρχίας της Γκορίτσια από το 1861 μέχρι σήμερα.