1) Αντώνης Αντωνάκος, Η μουσική των αγρών, biblioteque

Πέμπτο μνημονιακό έτος και το ανεξάρτητο παρατηρητήριο του “πΟΙΕΙΝ” καταγράφει με χαρά τα σταθερά επιτεύγματα της γλώσσας σε κρίση, της κοινωνίας σε αποσάθρωση, της πολιτικής σε πλήρη απαξίωση. Ο Αντώνης Αντωνάκος ένας οργισμένος ποιητής, μπροστάρης μιας σειράς λογοτεχνών που επέλεξαν να ζουν μακριά από το κλεινόν άστυ, με τη συγκεκριμένη συλλογή έρχεται να μας δώσει το καταστάλαγμα των αναζητήσεών του σε ποιήματα που πετυχαίνουν απόλυτα την γραμματική εκφορά τους με το πρωτογενές υλικό της έμπνευσης (η ζωή στους αγρούς), και τη μουσική σύνθεση που είναι το ζητούμενο κάθε ποιητικής συλλογής. Ένας σαραντάρης νέος που τραγουδά με την πλάτη γυρισμένη στην πόλη για “κορίτσια που τρων ρεβίθια, φάβα και φακές”, για “μια γυφτοπούλα με τα φουστάνια τραβηγμένα ως τον αφαλό να κατουράει”. Μας παίρνει από το χέρι (από τη μέση, κυριολεκτώντας) και μας παρασέρνει σε ένα διονυσιακό χορό, με το δεξιοτεχνικό του ρυθμό, την βιωματική νοηματοδότηση των εμπειριών που προέρχονται από την επαφή του με τον κόσμο, την ομορφιά της φύσης και πάμπολλη αφομοιωμένη λογοτεχνία: “ντέρτι, νταλκάς και ντάνσινγκ”.

2) Κατερίνα Ζησάκη, Ιστορίες απ΄το Ονειροσφαγείο, Μανδραγόρας

Η πρώτη συλλογή μιας νέας ποιήτριας φαίνεται από την αμηχανία του τίτλου: προσωπικά δεν μ’ αρέσει, σκοντάφτω στη λέξη “ονειροσφαγείο” (κι είμαι σίγουρος πως και η ίδια θα τον απορρίψει στο μέλλον). Πολύ πιο εύστοχος θα ήταν “τα σφάγια” (ζώα που πρόκειται να σφαγούν όπως είναι στ΄αλήθεια οι νέοι που μεγαλώνουν σε μια χώρα δίχως προοπτικές). “Το κρεβάτι τετράδιο…Ντεμπόρ και Σελίν μεθυσμένοι/κι έχοντας καπνίσει όλα τα τσιγάρα τους/μας περιμένουν να γαμηθούμε/στην άγια αιωνιότητα.//Θα γραφτούν κι άλλα ποιήματα”, από το κεντρικό ποίημα της συλλογής “Ουρλιαχτά στην άκρη της νύχτας” μας δίνει το βαθμό της προσωπικής κατάκτησης της ποιήτριας. Η Κατερίνα Ζησάκη με την αφηγηματική της ποίηση (καθόλου τυχαία η λέξη “ιστορίες” που επέλεξε για τον τίτλο), που προέρχεται από μια μακριά παράδοση, καταφέρνει με ποιήματα μεγάλης πνοής να ξεπεράσει την ευκολία της “καταγγελτικής γραφής” πάνω στην οποία απέτυχαν άλλοι συνομήλικοί της τριαντάρηδες, και να αποδώσει το πνεύμα μιας ολόκληρης γενιάς (αν θα την ονομάσουμε “μεταολυμπιακή”-ακολουθώντας πολιτικο-ανθρωπολογικά κριτήρια- ή “γλωσσοσπαστική”-ακολουθώντας γραμματολογικά κριτήρια- θα το δούμε αργότερα).

3) Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Με ύφος Ινδιάνου, Μελάνι

“Κρύος Ιδρώτας” απάντησε ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου σε ερώτηση φίλης στο fb “πως θα τον έλεγαν αν ήταν Ινδιάνος”. Με ύφος συνοριοφύλακα, κάποιου που είναι ταγμένος στα γλωσσικά συρματοπλέγματα, στη μεθοριακή ζώνη της γλώσσας: “η γλώσσα ίδια αμοιβάδα”, “ακόμη κι όταν μια ζωή/ράβε ξήλωνε η γλώσσα”, “λυώσαν τα παγόβουνα/ίδια υπογλώσσια”. Μια γλωσσική πανδαισία, μια παρτίδα ρώσικης ρουλέτας με τα νοήματα, γιατί “όσο δοκίμαζε η πρωτοπορία/τα νέα της καπέλα/τα πράγματα/εγκατέλειπαν/την πραγματικότητα” και “η λέξη “νηπενθή”/δεν έχει νόημα”. Ουγκ! Σε έναν κόσμο άδειο από νοήματα όπου η καθημερινή επικοινωνία μεταχειρίζεται διακόσιες λέξεις που δεν μπορούν να εκφράσουν ούτε καν συναισθήματα, όλοι αισθανόμαστε σύγκορμοι τον κρύο ιδρώτα που μας προκαλεί ένα άχρηστο γλωσσικό εργαλείο. Ο Ποιητής είναι γλώσσα, δημιουργεί γλώσσα. Ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου με το “ξενόγλωσσο εγχειρίδιο” που μας δίνει στα χέρια μας βοηθάει να χαράξουμε τα σύνορα που διαχωρίζουν την τρέχουσα ποιητική παραγωγή: από τη μια μεριά αυτοί που συνεχίζουν να γράφουν ακόμη παραβολές-αλληγορίες-επιγράμματα σε μια στρογγυλή γλώσσα, και οι άλλοι (στους οποίους είναι αφιερωμένος ο φετινός μας απολογισμός), που πετούν σαν “μεταναστευτικά πουλιά” πάνω από τα σύνορα μιας “λάθρο-γεωγραφίας”. Και πάλι, ουγκ!

4) Παναγιώτης Χαχής, Anus Mundi, Πανοπτικόν

“Το φεγγάρι, αστράφτει στις ξιφολόγχες,/στην άκρη της γλώσσας.” Ένας ποιητής που ακονίζει χρόνια τώρα τη γλώσσα σαν ξιφολόγχη, ή καλύτερα πάνω στις ξιφολόγχες και μας δίνει με “καθυστέρηση” (μια καθυστέρηση φορτωμένη από δώρα) την πρώτη ποιητική συλλογή του. Όπως είχε επισημανθεί και από τις πρώτες του αναρτήσεις εδώ στο “πΟΙΕΙΝ”: ο Παναγιώτης Χαχής “καταγράφει λεκτικώς τον κατακερματισμένο κόσμο μας, όπου η εντύπωση παλεύει να συγκρατήσει την ουσία. Τα ρήματα πεθαίνουν για να αναδείξουν τα ουσιαστικά, έτσι που τα υποκείμενα μοιάζουν αμέτοχα των πράξεων. Μια σύγχρονη πραγματικότητα” και “Δεν είναι τυχαία η έντονη χρήση “εικονιστικών” επιθέτων και η απουσία ρημάτων που συνιστούν την απουσία της δράσης” για να αναφέρουμε κάποιες από τις παρατηρήσεις όσων ασχολήθηκαν αμέσως με τον ποιητή, από τις πρώτες δημοσιεύσεις του. “Χείλη ραμμένα/στο ρήμα” ο στίχος του Παναγιώτη Χαχή θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει τον τίτλο μιας ανθολογίας της “μεταολυμπιακής” γενιάς που θα συμπεριλαμβάνει μόνον τους “γλωσσοσπάστες” ως κύριο χαρακτηριστικό της.

+1) Νίκος Βουτυρόπουλος, Τι είναι αυτό;, Θράκα

Ο Νίκος Βουτυρόπουλος τυπώνει τα βιβλία του κατ΄επιλογή από μικρές εκδόσεις. Αυτή τη φορά επέλεξε τη νεοσύστατη θΡΑΚΑ για το τρίτο βιβλίο που είναι αφιερωμένο στην κόρη του. Θυμίζουμε πως τα άλλα δύο “Λέξεις για τη Φαίδρα” και “Το νησί των Ονείρων” βγήκαν αντίστοιχα από τον Ενδυμίωνα (2012) και το s@amizdat (2013). Ένας ποιητής που αποφεύγει συστηματικά το instagram της ποίησης, (να δημοσιεύεις αμέσως τα γραπτά σου- όπως κάνει η πλειοψηφία των ποιητών-λες και δημοσιεύεις φωτογραφίες), και οργανώνει τις ολιγοσέλιδες πλακέτες του ως μουσικές παρτιτούρες. Σουίτες θα τις ονόμαζα κι αναφέρομαι γενικά σε ένα αυτοτελές και οργανωμένο σύνολο οργανικών ή ορχηστρικών μουσικών κομματιών, τα οποία εκτελούνται διαδοχικά και με δεδομένη σειρά υπό μορφή συναυλίας. Η “σουίτα για τη Φαίδρα” συμπληρώνεται αριστοτεχνικά με την επιστροφή στο πρωτόγονο “τί-είναι-αυτό;”, καθώς τα πέντε χρόνια μνημονιακού βίου μας έχουν κάνει να παραμιλάμε όλοι μας κι ο ποιητής αντιλαμβάνεται πως η καταφατική ποίηση δεν μπορεί να αποδώσει τη γενική διάλυση των πάντων, και μόνο μια ποίηση που θέτει ερωτήματα μας δίνει το μέτρο της παρουσίας μας στον κόσμο. Ο ποιητής μας λέει πως πρέπει να επιστρέψουμε στα θεμελιώδη ερωτήματα του βίου, να μην θεωρούμε τίποτα πλέον ως αυτονόητο και να βαφτίσουμε τον κόσμο από την αρχή-αυτό δεν είναι εξάλλου η αποστολή του ποιητή;
“Που να βρεις πια το πέλαγος μαζί με το χέρι/που σιωπά στο δικό σου;”
“Η εποχή μας νιφάδα και το κλάμα διάδοχο/πως θα νιώσουμε ο ένας τον άλλο;”
“επιτέλους/μπορούμε να χειριστούμε τα μάτια μας;”
“Πες Εγώ χιλιάδες φορές ποιος θα σʼ ανοίξει την πόρτα;/Στους δρόμους παίζονται ζάρια θανάτου./
Και πως να χειριστείς τους νεκρούς;/Πάντα λενʼ τα ίδια λόγια… τα δικά σου.”
“Ποια είναι η ωφέλιμη γνώση του σήμερα;/Να μιλάς για το τίποτα./-Τι ʽναι αυτό;”

Κι άλλα πολλά ερωτήματα στο καλύτερο-απλώς-βιβλίο της χρονιάς.