`

ΜΕΤΟΥΣΙΩΣΗ

Σημείον βρασμού:
εκατό βαθμοί συγκέντρωσης θυμού κι ανεκπλήρωτων ονείρων.
Με λίγη προστιθέμενη θέρμη γίνονται υδρατμοί
και πήζουν κάτω από τα μάτια σαν ανοιξιάτικες μπόρες,
που ξεσπούν σε αίθρια νύχτα.
Σημείον τήξεως.
Το παράπονο σέρνεται πάνω στα σύννεφα
που εκκολάπτουν στις μήτρες τους φουρνιές αγγέλων
που λυσσομανάνε
που διψούν να πάρουν εκδίκηση.
Τα χείλη
σημείον τριβής και εκρήξεων
απέραντων ουρανών κι αλάξευτων κόσμων.
Κόσμων που πλάθονται απʼ την οργή
και τιμούν τα ασάλευτα φύλλα του λήθαργου
Σημείον εξάχνωσης:
η Νέμεσις στην κορυφή του όρους βλεφάρων –
νοτισμένο έδαφος, σαπισμένη επιδερμίδα ως τον πυρήνα που κοχλάζει.
Σημείον εξιλέωσης:
η συγγνώμη που παρεμβαίνει στοργικά στην καταιγίδα.
Αυτό περίμενε ο κεραυνός να γίνει φεγγαρόφωτο.

`
*

ΛΕΥΚΟ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ

Το κύμα που σκάει στη πλώρη
το ίδιο εδώ και χρόνια
πολυταξιδεμένο μουγκό.
Σπαρταράει νʼ ανέβει στη γη,
παρακαλεί το αλάτι να βγάλει
να γίνει νερό ιερό.
Όνειρα σʼ όνειρα αλλάζουν
οι φουρτούνες σε πρίμα καιρό.
Και ποιος δεν θέλει να κλάψει
αντί για αρμύρα αγιασμό;

Διχάζει το σώμα η θάλασσα,
πνίγει κι αφήνει αγέρες,
λυτρώνει, προσφέρει, γεννά.
Το πώς σκοτώνει ποτέ δεν ξεχνά.
Κι ας νομίζει πως κάποτε θʼ άλλαζε.

Θʼ αλλάσσω. Θʼ άλλασσα.
Υποσχέσεις που δεν κρατάς μην δίνεις
γιατί γίνονται μητροκτόνες της ελπίδας που γέννησαν.
Μη μιλάς.
Γιʼ αυτό είναι μουγκή η θάλασσα. Για να μη κρατά υποσχέσεις.
Υποσχέσεις που αθετεί.
Ψυχή της δίνεις.
Πανί γυρίζει.
Χωρίς σώμα.
Χωρίς φιλί.

Κι αν σου δώσω αυτό το λευκό πουκάμισο;
Θα μου γυρίσεις μια ψυχή που μου πήρες;
Ε, θάλασσα;
Ψυχή που πήρες γιʼ αγιασμό
Πανί μου γύρισες γιʼ αρμύρα.
Πάρʼ το λευκό πουκάμισο με τον σταυρό.
Και γύρνα μου ψυχή.
Λευκή ψυχή ιερή.

Βέβηλο σώμα ,θάλασσα.
Νεκρή χτυπιέσαι στα βράχια.

Στους αστερίες που μάζεψα και κάρφωσα στη πλώρη
Ποτέ δεν πίστεψα
γιατί μου είπαν τα μισά
και ταʼ άλλα μισά τα πνίξανε μέσα στα πλευρά τους.
Γιατί πονάν τα κύματα. Πονά η θάλασσα.
Γιʼ αυτό χτυπιέται.
Ανίερες πράξεις στο όνομα της αγάπης.

Η αγάπη ποτέ δε φτάνει.
Είναι πάντα λίγη για να κρατάει σε αγωνία το θυμικό.
Πολύς είναι μόνον ο φόβος,
που τρελαίνει τη γη να περιστρέφεται.

Έτσι αφήνω το κύμα να φύγει βουβά
ξέροντας πια πως τίποτα δεν θʼ άλλαζε.
Τίποτα δεν θα μπορούσε να αλλάξει.
Απλά αυτή η θάλασσα αγαπά τη γη.
Σέρνει λευκά πανιά στη μήτρα της
για να μην ξεχαστεί ποτέ η παντοδυναμία της.

Ο φόβος νικά την αγάπη
την κυριεύει με δάκρυ
κι αναθέματα στο φως και το σκοτάδι.

`
*

Προς Φαρισαίους
επιστολή ʽα

Προς τους δικαίους κι ευτυχείς που καταφέρνουν να ζουν
χωρίς κατάρες κι άλλα ανθρώπινα.

Ξεπεσμός κι απροσδόκητη κάμψη-

Μακριά τόσο που δεν φαίνονται τα πρόσωπα.
Θολά τόσο που δεν διακρίνονται οι νεκροί
από τους ζωντανούς που παριστάνουν ότι αναπνέουν.
Κι αυτοί
που με ικριώματα και γύψους κρατούνται στο προσκήνιο
καλά καλά δε νιώθουν το κοινό που τους χλευάζει.
Θέλουν νʼ ακούσουν μια φορά το ψίθυρο
για δοκιμή.

Μα κατά σας δεν αξίζουν ούτε τόδε ούτε τάδε.
Απλά δεν αξίζουν ∙
λυτρωμό ή ένα στρέμμα σιτάρι.

`

Προς Φαρισαίους
επιστολή ʽβ

«Ορισμένοι»
ασαφώς και παραδόξως, αθανατίζουν.

«Αφορισμένοι»
Οι πληγές και τα σημάδια αρνούνται να γεράσουν.
-Φέρουν φωνή εμμονική.
-Φέρουν καρδιά μυωπική.

Εξαθλιώνοντας και συνθλίβοντας την πρωθιέρεια
κερδίζουν ύβρη κι όχι χρησμό.
Αποχωρίζονται εκούσια Θεό και Ήλιο.
Μα τι άλλο τους μένει;
Κάθε στοιχείο δανεικό. Κάθε τους βήμα πιο μεμπτό.

Ας έλθουν οι της περιπόλου να τους συλλάβουν.
Να τους αφαιρέσουν τον δυόσμο και τον άνηθο.

Ο φονεύς φονέα δικάζει.
Σχήμα οξυ-μωρο, στερεωμένο.

`

Προς Φαρισαίους
επιστολή ʽγ

Αργοπορία-

Εδώ και μήνες περιμένουν να οριστεί
αυτή η περίφημη θανατική τους καταδίκη.
Μα αληθινά
δεν προσδοκούνε τίποτα.
Διότι οι ίδιοι κεράστηκαν και ήπιαν στην υγείαν τους∙
τη μια με κώνειο την άλλη με απήγανο.
Δεν έμαθε κανείς πως καταφέρνουν να γλιτώνουν
από πόνο και θάνατο.

Δαιδαλώδεις ψυχές ερήμην του φόβου.

Ακούστηκε πως κάποιος, κάποιοι, κάτι τους ξεγύμνωσε.
Τους βασάνισε αισχρά να ομολογήσουν.
Μολαταύτα, αρνήθηκαν να ακολουθήσουν και τυφλώθηκαν.
Εξοστρακισμός και καταληψία
των όσων υπήρχαν και χάθηκαν,
για μια αν-όσια πορεία στο «φως».

Εδώ και μήνες καρτερούν.
Έτσι δείχνουν.
Δεν έμεινε όμως τίποτα να ανυπομονούν.

`

Προς Φαρισαίους
επιστολή ʽδ

Μετά τα Ηθικά∙

Δεν είναι πως δεν τα κατάφεραν μα πως δεν προσπάθησαν διόλου.
Μερικοί
να πράξουν αυτό που τους ειπώθηκε
και Άλλοι
να συλλογιστούν πριν δράσουν.
Όλοι
γυροφέρνουν τον θάνατο, τον έρωτα, τη δόξα.
Όποιος τʼ αρνήθηκε είναι κορυφαίος της σειράς του υποκριτής.
Κι όσοι αυτούς καταϋβρίζουν
πως ξαπλώνουν στα στρωμένα της πορνείας σκεπάσματα
Δεν είναι άλλοι παρά οι ίδιοι αυτοί
που τους δήμευσαν και τους πλιατσικολόγησαν τα χειμωνιάτικα ριχτάρια.
Κανένας
δεν βρέθηκε σπαρμένος στο δρόμο
στα στενά της απιστίας, της ασέβειας και της φθοράς.
Κάποιοι
βρίσκουν το θράσος να φορούν τη ποδιά του θεριστή
και δικαιούνται να ζητούν τον εκπατρισμό των ανθρωπίνων.

Ελεείστε μας, Θεοί Βασιλείς Φαρισαίοι.
Ελεείστε τους αμαρτωλούς.