***

Μια φτωχογειτονιά ο κόσμος όλος
και όμως τα όνειρα κινούνται με ταχύτητα ζωής
κάποια παιδιά παίζουν ακόμα
άγγελοι περισσότερο παρά άνθρωποι
κύματα που λιώνουν βράχους
λέξεις που σπάνε και ακούς τον ψίθυρο τους
χώρος που χωράει τα πάντα
αφού το φως άστραψε στα μάτια τους
μια για πάντα
σαν εκπυρσοκρότηση.

***

Να ξεφλούδιζα τις λέξεις να στις δώσω να σου πουν αυτό που πραγματικά είναι.
Ξεκινά η μέρα σα νοικοκυρά που συγυρίζει και εσύ λείπεις να της δώσεις χώρο.
Τόσος χώρος μέσα στα σπλάχνα του ηφαιστείου, η τρύπα απ το στόμα μου χύνει μάγμα που καίει το τώρα.
Σου ψιθύριζα όλο το πρωί και εσύ θα το φανταστείς κάποια στιγμή μέσα στο αύριο, έτσι με τα μάτια που ακούς.

***

Πίσω από κλειστές πόρτες το λιβάδι.
Στο λιβάδι η πηγή απ όπου ήπιαμε εγώ και εσύ .
Μετά από τόση ζωή και στις φλέβες μας κυλάει το ίδιο νερό.
Παιδικέ μου φίλε, τόσα χρόνια χώρια, χύσαμε την ίδια αθωότητα
να ξεπλύνουμε δρόμους που περπατήσαμε.
Τώρα ιδρώνω απέναντι σου,
έλιωσε το μάτι του αέρα καθώς σε κοιτώ.
Το νερό κόχλασε απ τα ποδοβολητά της καρδιάς.
Της καρδιάς που έρρεε πίσω απ τις κλειστές πόρτες.

***

Θα σου διαβάζω ποιήματα,
θα είσαι ξαπλωμένος
ένα στενό δρομάκι κάτω απ τον παράδεισο.
Θα κάνω παύσεις να κοιτώ,
το σώμα, τα μαύρα τριαντάφυλλα, τα αγγίγματα σου όλα.