`

Μετά από κάποια ώρα είδα ένα λευκό πουλί, δίπλα ακριβώς στο πόδι μου. Κι ενώ μου απέσπασε την προσοχή, χωρίς να δείχνει τρομαγμένο, αίφνης έτρεξε άφοβα μπροστά μου, ακολουθώντας την κλίση του εδάφους, προς το ολόγιομο φεγγάρι. Προσπάθησα να το παρακολουθήσω με το βλέμμα μου, ώσπου όλα γύρω μου εξαφανίστηκαν, όλα εκτός απʼ το φως.
Στο φεγγάρι διαγράφονταν η ζωντανή, θαρρείς, μορφή μιας γυναίκας σε στάση προσμονής. Για αρκετή ώρα ατένιζα τη μορφή, δίχως να καταλάβω ότι αυτή με τραβούσε και εγώ ταξίδευα σε χώρους καλυμμένους με σύννεφα σε σχήμα ζώων που γρύλλιζαν και κινούνταν ανήσυχα. Και τη στιγμή που εμφανίζονταν και τινάζονταν στον αέρα, μονομιάς πέφτανε κάτω και θάβονταν στη γη. Καθώς συνέβαιναν όλα αυτά γύρω μου, άρχισα να μη νιώθω καλά. Αφού περπάτησα λίγο, συνειδητοποίησα πως βρίσκομαι σʼ ένα τοπίο με θέα, ενώ τα συννεφένια ζώα είχαν πια εξαφανιστεί. Τότε πρόσεξα – τυχαία, σαν κάποιος να παρατηρεί τι συμβαίνει έξω – ότι είχα μεταμορφωθεί σʼ ένα σκυθρωπό πλάσμα με φλογισμένα μάτια. Υπάρχουν βέβαια τέτοια πλάσματα που ζουν θαμμένα στη μοναξιά των βουνών.
Στην πραγματικότητα, οι παράξενες αυτές εικόνες είχαν να κάνουν με την εφηβική μου ηλικία, τότε που, γεμάτος πάθος, θεωρούσα τον εαυτό μου ευτυχισμένο. Τι να φοβηθούν τα νιάτα, τη στιγμή που τόσο πρόθυμα δοκιμάζουν κάθε ανατριχιαστική εμπειρία, διασκεδάζοντας ακόμα και σε ερημότοπους; Δεν ξέρω πως προκύπτει, ούτε μπορώ να εξηγήσω το γεγονός ότι κάποιες φορές χάνονται όλες οι έννοιες, σα να ʽναι φιλάσθενα ανθάκια που καρτερούν τον ήλιο, ενώ τα χτυπά ξαφνικά ο αγέρας και η παγωνιά. Πως γίνεται – δε μου ξεκολλά απʼ το μυαλό – να μην αποζητώ παρά τον θάνατο και να βλέπω να πεθαίνει κάθε προηγούμενή μου εντύπωση; Καθετί που σχηματίστηκε στη γη ή στον αέρα, μεμιάς αποσυντίθεται, τα φτερωτά ζώα, τα μαλλιαρά ζώα και ό, τι άλλο αποζητά τη ζεστασιά.
«Γιόκα, πρέπει να γεράσουμε. Ως να στερέψει το γάλα μου, θα ʽχουμε χαθεί!» είπε κρυφογελώντας η φεγγαρογυναίκα και κοκκίνισε. Στο χέρι κρατούσε ένα πέπλο που το τίναξε, και αμέσως κρύφτηκε πίσω από ένα σύννεφο.
«Ω σημάδι του μεσονυχτίου! Ήμουν κάποτε γερός πότης, δέκα χρόνια σερί έπινα γάλα απʼ τους μαστούς Σας. Μη φοβάστε, εδώ είμαι νʼ ανταλλάξω το αίμα Σας με γάλα!»
Όπως τα ραγισμένα ηφαίστεια που αντηχούν ως το φεγγάρι, ανασαίνοντας και μουρμουρίζοντας μέχρι την εξορία των φωτισμένων ερήμων, έτσι απηχούσαν τα λόγια αυτά την άγρια αγάπη μου.
«Θα ʽπρεπε να Σας επιπλήξω για τη θερμή αγάπη Σας! Από τʼ άγαρμπα χέρια Σας τα πλευρά μου είναι καταματωμένα, λες και έπεσα πάνω σε αγκάθια» φώναξε. Μετά πήγε και έσβησε το φεγγάρι.
Ένιωθα κουρασμένος, θα προτιμούσα να ʽμουν στο σπίτι. Έριξα μια πέτρα και έδιωξα το λευκό πουλί. Μετά ξάπλωσα στο έδαφος και αποκοιμήθηκα. Φαντάστηκα κοριτσάκια που θέλανε να τα φιλήσω, να με παρατηρούν, να κρατάνε σταφύλια και να τα περιφέρουν από χέρι σε χέρι, σα να ʽναι μούρα που έχουν ξεκολλήσει απʼ τα κοτσάνια, σα να ʽναι κόκκινα μούρα.
Τα κοριτσάκια, τη μια κοκκίνιζαν, την άλλη χλώμιαζαν, γιατί ήταν ερωτευμένα.
Σα να γάβγιζαν σκυλιά και λαλούσαν κοκόρια, έτσι μου φάνηκε, χωρίς όμως να μπορούν να με ξυπνήσουν απʼ τη νάρκωση. Έπειτα εμφανίστηκε μέσα απʼ τα σύννεφα ένα σπίτι, και το πορτόφυλλο, δίχως να ʽναι κλειδωμένο, άνοιξε σα να ʽταν σχέδιο από κιμωλία.
Ο ύπνος, το όνειρο με τα κοριτσάκια, η λάμψη απʼ τα σύννεφα, είναι οι αγγελιοφόροι της, που με οδηγούν, αν και κοιμισμένο, στο σπίτι μέσα, στο κρεβάτι, όπου ένα κορίτσι με χαϊδολογά και με φιλά!
«Αν σε ενοχλεί αυτό που κάνω, είναι γιατί δίψασα και εδώ δεν υπάρχει κανένας, για να πιω απʼ το ποτήρι του!»
«Μα πως έγινε αυτό;» ψέλλισα.
«Είσαι το πρωτοπαίδι μου, θα ʽθελες να περιπλανηθείς στο αίμα μου! Έλα!» μου απάντησε.
Έκρυψα το μαχαίρι μου κάτω απʼ το προσκεφάλι.
«Δε μπορούσες να σωθείς;» είπα στον εαυτό μου, γιατί το κορίτσι ήταν νεκρό, αν και η σκέψη μου γιʼ αυτό παρέμενε ακόμα ζωντανή.
Αναλογίστηκα τότε τις στιγμές που πέρασαν, καθώς το κορίτσι ούρλιαζε για βοήθεια και μετά ξεψύχησε, ενώ μόλις πριν λίγο βρισκόμουν έξω από τον περίβολο του σπιτιού και δε μπορούσα να μπω μέσα, να τρέξω στο κορίτσι, για να προφτάσω να το σώσω. Τότε ακριβώς έχασα κάθε αίσθηση του χρόνου και των συμβάντων.
Τώρα κείμαι στο φέρετρο, ερωτευμένος μʼ ένα φάντασμα της νύχτας, που με επισκέπτεται συχνά, για νʼ ακούσει τους θλιμμένους μου λογισμούς και να μου διώξει μεμιάς κάθε ενοχή.
Ένα βράδυ μου συγχώρεσε όλα μου κρίματα και με πρόσταξε να μείνω ήσυχος, περιμένοντάς την. Σύντομα επέστρεψε, ντυμένη στα λευκά, με λυμένα τα μαλλιά, και βάλθηκε να μου ετοιμάζει γαμήλια εδέσματα. Κανάτες με ζεστό αγελαδινό γάλα, ψωμιά που ευωδίαζαν σʼ όλο το δωμάτιο, και νόστιμα φρουτάκια, όλα αυτά τα τακτοποίησε με τα χέρια της. Με τρόπο παρόμοιο που τα σπουργίτια τσιμπολογάνε τους σπόρους, έτσι μου σέρβιρε φρούτα από μια πιατέλα.
«Έπρεπε να ζήσει μες στη στέρηση για τρία ολόκληρα χρόνια το πρωτοπαίδι μου;» αναρωτήθηκε, μου ʽδωσε να πιω και να φάω, ενώ με κοίταζε επίμονα. Κράτησε την κανάτα με το γάλα στα χείλη μου και μου χαμογέλασε. Μείναμε να κοιτάμε ο ένας τον άλλο εκστατικά, μʼ ένα τρυφερό αίσθημα ντροπής.
Κάποια στιγμή η αξιολάτρευτη σερβιτόρα παίρνει μια γαβάθα με κοκκινόψαρο και έρχεται κοντά μου, στεφανωμένη από ένα ουράνιο τόξο.
«Στη γη είμαι μια σκιά στον καθρέφτη της μέρας, τη νύχτα γίνομαι υγρή φωτιά, καθώς εσύ μεθάς μέσα στʼ όνειρο. Δε μπορώ να ξεχάσω τα φιλιά Σου!» μου είπε.
Μπορεί άραγε να υπάρξει τέτοια συγχώρεση στη γη;
Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου στο φως: «Αποζητάς την αιώνια ζωή μου;»
Όπως ηχούν τα σχοινιά όταν τεντώνονται, έτσι ξεστόμισε μια λέξη: «Έλα!»
«Μήπως με κοροϊδεύεις μʼ ένα θαύμα, σα σκυλί που μου γλύφει ντροπαλά τα μάγουλα;» και αμέσως πήρε ένα μαντήλι, με πλησίασε και μου σκούπισε τα δάκρυα. Με κοίταξε, χωρίς νʼ απορεί, χαμογελώντας περιπαικτικά και προκλητικά.
«Άμορφη! Κλαίω γιατί δε νιώθεις πως ο αγαπημένος Σου κρύβεται μέσα σε θάμνο. Στο σπίτι όπου ήταν να τον συναντήσεις, εκεί είναι ακόμα και κρατά αγκαλιά το χλωμό προσωπάκι Σου!»
Με τα χέρια της έτριψε μια κόκκινη ουσία στα μάγουλα, αρνούμενη τις κατηγορίες. «Μήπως επειδή μπορεί να με κοροϊδεύει το κάθε κοριτσάκι… Να, τούτος εδώ δεν κράτα τίποτα στα χέρια, αιωρείται μόνο, κοπιάζοντας να ενωθεί μʼ αυτή που ʽναι τις νύχτες κοντά του. Δεν είναι άραγε κοριτσάκι; Γιατί δεν προσπάθησες ποτέ να φέρεις πίσω το αγόρι αυτό, με το οποίο σε συνδέει η θλίψη; Είσαι μαθημένος σε κάποια πράγματα. Γιατί το εγκατέλειψες μισοπεθαμένο, να παραδέρνει άψυχο και νεκρό;
Αλλά φοβάμαι ότι όλα αυτά είναι μόνο ένα όνειρο. Αν ακολουθήσω τα ίχνη σου, θα βρω τον θάνατο!»
Φάνηκε τότε να μας χωρίζει ένα τείχος. Με κοίταξε με θλιμμένο βλέμμα, ενώ η φωνή της ήταν ακόμα πιο θλιμμένη. Όσο την επιθυμούσα, τόσο μελαγχολούσα. Έπειτα έκλεισε τα μάτια, και πλέον δεν την αναγνώριζα.
Έφυγε, λέγοντας με σβησμένη φωνή: «Παραμένω εντούτοις η πιο ταπεινή. Ως να βαδίσεις μες στη μεγάλη νύχτα, θέλω να σε πάρω στα γόνατά μου!»
Τα χρόνια πέρασαν όπως ο ήλιος που βυθίζεται στη θάλασσα.
Όλα αυτά τα χρόνια, ένας κωπηλάτης διέσχιζε τη ζωή, ρίχνοντας συχνά τα δίχτυα της ελπίδας. Τι κατάφερε; Προς απογοήτευσή μου, η νεκρή ανατάραζε τα κύματα, χωρίς να δώσει κάποιο σημάδι, σημείωμα ή μήνυμα, ικανό να κατευνάσει την τρικυμία των ελπίδων μου. Τότε σερνόμουν δεξιά-αριστερά και ούρλιαζα με άγρια και ακατανόητη οργή: «Τι σκύλος που ʽμαι, να μη μπορώ παρά μόνο μες στʼ όνειρο νʼ αγγίξω το Καλό!»
«Τα δώρα της φιλίας δεν πρέπει να σχολιάζονται. Δεν κέρδισες τίποτα λιγότερο απʼ το μεγάλο όνειρο, νεαρέ μου, δεν πρόκειται να ξυπνήσεις απʼ αυτό. Περιπλανιέσαι μες στʼ όνειρο, μέσα στη θύελλα της μακαριότητας! Δε ρωτώ πια, για ποιο λόγο μʼ αγαπάς μέχρι θανάτου, ούτε γιατί σε πληγώνει αυτό που σε απελευθερώνει!»
Ρώτησα τη φωνή: «Μπορώ να βγάλω το ζεστό ρούχο που μέσα του κατοικώ;»
«Ναι! Και προσπάθησε να περάσεις τη μαύρη γέφυρα. Ο θάνατος παιδεύει τους νέους από πολύ νωρίς!»
Όλος χαρά έφτασα στη θάλασσα. Ψηλά έλαμπε το φεγγάρι. Βούτηξα μέσα και ένιωσα ένα χεράκι να μου χαϊδεύει τα μαλλιά.
«Με αδειάζεις από ζωή, παιχνιδιάρικο κορίτσι, και μʼ αφήνεις να γλιστρήσω μέσα απʼ τα δάχτυλά σου!»
«Θέλω να πλαγιάσω δίπλα Σου, και να γίνουμε ένα!»
«Έρχεται φουσκοθαλασσιά! Εσύ, αξιολάτρευτη, τσαλαβουτάω μʼ ανοιχτή αγκαλιά. Τι απομένει να πιάσω; Είναι ανοιχτοί όλοι οι υδατοφράχτες. Μια απέραντη υδάτινη κλίνη απλώνεται μπροστά μου. Σου ʽρχομαι! Φεγγαρογυναίκα!»
Άρχισε να τρέμει. Ακούμπησε τα χλωμά της μάγουλα, σαν αμνός, στα γόνατά μου, έβαλε τα ζεστά μου δάχτυλα στο στόμα και με αγκάλιασε, τρυφερά και εγκάρδια. Μετά βγήκε απʼ το νερό, με πήρε στα χέρια και με έβγαλε έξω στην ακτή. Με τα δάχτυλά της πίεσε τα μάτια μου, δίνοντας στο πρόσωπό μου τη μορφή της σκοτεινής γης που ξέρει νʼ αγαπά με φειδώ και νʼ αποδέχεται το εφήμερο. Πάνω απʼ το ξένο μου σώμα υψώθηκε τότε το φάντασμα της αγάπης μου, δίχως γήινο πλέον περίβλημα.
«Φεγγαρογυναίκα, επιτρέπεται τώρα που έχασα το σώμα μου να ʽμαστε μαζί; Ω φεγγαροκόριτσο, ήταν αυτή η τελευταία φορά που συναντηθήκαμε στη γη και μου προξένησες μια τόσο δυνατή επιθυμία; Ορίστε λοιπόν, βρέθηκες μʼ ένα παιδί που απʼ τα μάγια σου θέλησε να ενωθεί μαζί Σου!»

`

*******************************************************

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Μια από τις πιο αντιπροσωπευτικές πρόζες του γερμανόφωνου εξπρεσιονισμού είναι Ο Λευκός Ζωοκτόνος του αυστριακού ζωγράφου και συγγραφέα Oskar Kokoschka (1886-1980). Η λυρική αυτή πρόζα γράφτηκε μεταξύ 1906 και 1908, δημοσιεύτηκε το 1913, δίχως όμως την εικονογράφηση που είχε αρχικά κατά νου ο ζωγράφος. Είναι φανερές οι επιδράσεις από τον γαλλικό συμβολισμό και την φροϋδική θεωρία των ονείρων. Η φεγγαρογυναίκα, το νεκρό κορίτσι, τα παράδοξα συννεφένια πλάσματα, το λευκό πουλί, η μαύρη γέφυρα, εντέλει οι μορφές της μητέρας και της ερωμένης, είναι όλα αυτά στοιχεία που εναλλάσσονται ρυθμικά στο κείμενο, δημιουργώντας μια εφιαλτική ατμόσφαιρα όπου κυριαρχεί η πάλη ανάμεσα στον έρωτα και τον θάνατο, στο φως και το σκοτάδι. Η ποιητική απόδοση των εικόνων, όπως αυτές καταγράφονται μέσω της διαρκούς χρήσης συμβολισμών, τείνει στα όρια της αφαίρεσης, ανάγοντας το ονειρικό στοιχείο σε μυθικό. Τελικά, νικητής από αυτή την πάλη αναδεικνύεται το σκοτάδι, η αρχέγονη νύχτα όπου όλα εκεί καταλήγουν και από εκεί ξεκινούν.