`

Ι

I fieri assalti di crudel Fortuna
scrivo, piangendo la mia verde etate,
me che ‘n sí vili ed orride contrate
spendo il mio tempo senza loda alcuna.

Degno il sepolcro, se fu vil la cuna,
vo procacciando con le Muse amate,
e spero ritrovar qualche pietate
malgrado de la cieca aspra importuna;

e, col favor de le sacrate Dive,
se non col corpo, almen con l’alma sciolta,
esser in pregio a più felici rive.

Questa spoglia, dove or mi trovo involta,
forse tale alto re nel mondo vive,
che ‘n saldi marmi la terrà sepolta.

*
I

Γράφω, θρηνώντας για τʼ άγουρα χρόνια μου
και για της άσπλαχνης Τύχης τις άγριες επιθέσεις,
εγώ που σʼ έναν τόπο τόσο φρικτό κι επώδυνο
δίχως κανείς να μʼ επαινεί ξοδεύω τη ζωή μου.

Κι αν είχα λίκνο ταπεινό, ζητώ έναν άξιο τάφο,
κρατώντας τα εφόδια των λατρεμένων μου Μουσών,
με την ελπίδα πως θα βρω και πάλι κάποιο έλεος
κι ας μη το θέλει η τυφλή πικρή Θεά που βασανίζει.

Κι αν οι θεότητες οι άγιες θέλουν να με συντρέξουν,
σʼ ακρογιαλιές τερπνότερες θα αξιωθώ να ζω
αν όχι με το σώμα μου, όμως με ελεύθερη ψυχή.

Αυτή τη σάρκα, που τώρα με τυλίγει,
ίσως στον κόσμο να βρεθεί κάποιος μεγάλος βασιλιάς
απρόσιτη να τη φυλάξει σε παγωμένο μάρμαρο.

`
**********

V
Non sol il Ciel vi fu largo e cortese,
caro Luigi, onor del secol nostro,
del raro stil, del ben purgato inchiostro,
ma del nobil soggetto, onde v’accese.

Alto signor e non umane imprese
ornan d’eterne fronde il capo vostro,
cose più da pregiar che gemme od ostro,
che da’ tarli e dal tempo son offese.

Il sacro volto aura soave inspira
al dotto petto, che lo tien fecondo
di gloriosi, anzi divini carmi.

Francesco è l’arco de la vostra lira,
per lui sète oggi a null’altro secondo,
e potete col suon rompere i marmi.
`
*
V

Αγαπημένε μου Λουίτζι, τιμή του αιώνα μας
ο ουρανός δεν ήτανε με σας μονάχα ευγενικός και γενναιόδωρος
στη σπάνια γραφή σας, στην ολοκάθαρη μελάνη σας,
αλλά και στα υψηλά φρονήματα, που μέσα σας φλογίζονται.

Ο Παντοδύναμος Θεός και όχι η ανθρώπινη επιμέλεια
κοσμούνε το κεφάλι σας με αθάνατο κλωνάρι,
ανώτερη φέρνοντας τιμή από πετράδια ή πορφύρα,
που στο σαράκι και το χρόνο είναι παραδομένα.

Το άγιο πρόσωπο πνέει γλυκά την αύρα του
σε στήθος όλο σύνεση, που το φυλάγουν γόνιμο
ένδοξα, θεία ποιήματα.

Ο Φραγκίσκος είναι της λύρας σας το τόξο,
εξαιτίας του είστε σήμερα ο πρώτος όλων,
και το τραγούδι σας μπορεί το μάρμαρο να σπάζει.
`
*********

VII

Ecco ch’un’altra volta, o valle inferna,
o fiume alpestre, o ruinati sassi,
o spirti ignudi di virtute e cassi,
udrete il pianto e la mia doglia eterna.

Ogni monte udirammi, ogni caverna,
ovunqu’io arresti, ovunque io muova i passi;
chè Fortuna, che mai salda non stassi,
cresce ognora il mio male, ognor l’eterna.

Deh, mentre ch’io mi lagno e giorno e notte,
o fere, o sassi, o orride ruine,
o selve incolte, o solitarie grotte,

ulule, e voi del mal nostro indovine,
piangete meco a voci alte interrotte
il mio più d’altro miserando fine.
`
*

VII
Εδώ για άλλη μια φορά, κοιλάδα καταχθόνια,
των Άλπεων ποταμέ, σωροί από πέτρες,
πνεύματα αδύναμα και σκυθρωπά,
το κλάμα μου θʼ ακούσετε και την αιώνια θλίψη μου.

Κάθε βουνό θα με ακούσει, κάθε σπηλιά,
όπου σταμάτησα, όπου έσυρα τα βήματά μου.
Γιατί η Τύχη, που ποτέ δεν είναι άξια εμπιστοσύνης,
κάθε στιγμή, κάθε στιγμή αιώνια τον πόνο μεγαλώνει.

Ενώ θρηνώ, αλίμονο, μέρα και νύχτα,
θηρία άγρια και πέτρες, ερείπια μισητά,
δάση ακαλλιέργητα, ερημωμένα σπήλαια,

κουκουβάγιες, μάντεις των συμφορών,
κλάψτε μαζί μου δυνατά με τις σπασμένες σας φωνές
για το άθλιο το τέλος μου, χειρότερο κάθε άλλου.

`

***********

Scrissi con stile amaro, aspro e dolente
un tempo, come sai, contro Fortuna,
sì che niun’altro mai sotto la luna
di lei si dolse con voler più ardente.

Or del suo cieco error l’alma si pente,
che in tal doti non scorge gloria alcuna,
e se dei beni suoi vive digiuna,
spera arricchirsi in Dio chiara e lucente.

Nè tempo o morte il bel tesoro eterno,
nè predatrice e violenta mano
ce lo torrà davanti al Re del cielo.

Ivi non nuoce già state nè verno,
chè non si sente mai caldo nè gielo.
Dunque, ogni altro sperar, fratello, è vano.
`
*

ΧΙ
Πικρή, σκληρή κι επώδυνη ήταν η γραφίδα μου
Κάποτε, όπως γνωρίζεις, ενάντια στην Τύχη,
τόσο που κανείς άλλος ποτέ κάτω απʼ το φεγγάρι
δε θρήνησε γιʼ αυτή με θέληση πιο φλογερή.

Τώρα η ψυχή μου μετανοεί για το τυφλό της σφάλμα,
γιατί με τέτοια προίκα καμιά τιμή δε βλέπει,
μα ακόμη κι αν δεν έχει καλή κληρονομιά,
ελπίζει δίπλα στο Θεό, διαυγής, λαμπρή να βρει τα πλούτη.

Ούτε ο χρόνος ούτε ο θάνατος ή χέρι βίαιο ληστρικό,
τον όμορφο αιώνιο θησαυρό δε θα μπορέσει να αδράξει
μπροστά απʼ τον Άρχοντα των Ουρανών.

Εκεί χειμώνας,καλοκαίρι δε φέρνουν συμφορές,
κι από τη ζέστη ή το κρύο κανείς ποτέ δεν υποφέρει,
λοιπόν, αδελφέ μου, κάθε άλλη ελπίδα είναι μάταιη.

`

********************************************************

`

Το βιβλίο “Μέσα από δρόμους έρημους” περιέχει τα ποιήματα της Ιζαμπέλλα Ντι Μόρρα, μιας τραγικής γυναίκας από τον απομονωμένο νότο της Ιταλίας του 16ου αιώνα , που έγραψε σονέτα και ωδές για να «τραγουδήσει» τη μοναξιά και τη θλίψη της, ακολουθώντας την παράδοση του πετραρχισμού. Έζησε στην περιοχή Φαβάλε, σχεδόν έγκλειστη στο κάστρο της οικογένειάς της. Δολοφονήθηκε από τα αδέρφια της όταν αποκαλύφθηκε η μυστική αλληλογραφία της με τον Βαρόνο Ντιέγκο Σαντοβάλ Ντε Κάστρο.

Παρόλο που πολλά σημεία στη βιογραφία της Isabella είναι σκοτεινά, όμως λόγω του ιδιαιτέρως προσωπικού χαρακτήρα που έχει η ποίησή της, μπορούμε να αντλήσουμε πληροφορίες για γεγονότα αλλά και για την απήχηση που αυτά είχαν στον ψυχισμό της ποιήτριας. Η ζωή της κινείται ανάμεσα σε δύο αντίθετους πόλους: από τη μια πλευρά η απομόνωση και ο πόνος και από την άλλη η ελπίδα και η πίστη της στην ποιητική της ικανότητα. Δύο μούσες κυριεύουν την ποίησή της: η κακόβουλη Τύχη και ο ποταμός Sinni, τον οποίο συχνά ονομάζει με το κλασικό του όνομα, Σίριος (Siri). Ο ποταμός γίνεται ο μόνος τον οποίο μπορεί να εμπιστευθεί, ιδιαιτέρως από τη στιγμή που η οικογένειά της παύει να την κατανοεί, ως γυναίκα και ως ποιήτρια. Στον ποταμό εμπιστεύεται την ελπίδα της για απόδραση (τέταρτο σονέτο), την προαίσθηση του θανάτου της και την αθανασία της μέσα από τη διατήρηση του ονόματός της στα κύματα (όγδοο σονέτο). […]

Παρά τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών στις οποίες ζει η Isabella, θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι μια αναγεννησιακή γυναίκα και διανοούμενη, όχι μόνο λόγω των κλασικών και πετραρχικών αναφορών που υπάρχουν στο έργο της, αλλά κυρίως λόγω της πίστης της στην αθανασία της τέχνης και του δημιουργού μέσω αυτής. Μέσα από τη μοναξιά, την απελπισία, τις αντιξοότητες, η ποίηση είναι η μόνη βεβαιότητα, εκείνη που δικαιώνει τον δημιουργό και του προσφέρει την αιωνιότητα  . Σαν γνήσια αναγεννησιακή ποιήτρια περνά με ευκολία από τα θρησκευτικά θέματα στους παγανιστικούς κλασικούς μύθους, από τον κόσμο των αισθήσεων, του σώματος και των αισθημάτων στον υπερβατικό, ουράνιο κόσμο, τον μυστικισμό και τον ασκητισμό, από τα προσωπικά βιώματα και τις συγκυρίες στη συνολική θεώρηση της ζωής και των εναλλαγών της.

[Απόσπασμα από το βιβλίο]