1.

II. πυρομαντεία. οι κούκλες της Μπανγκόκ

καπνός. νέφη, σμήνη μαύρων καύκαλων.
καίγονται τα μύγδαλα των ματιών, οι νυχτοπεταλούδες,
τα μικρά και ροζιασμένα δάχτυλα, τα κουρασμένα, κατάκοπα χέρια.
καίγονται, άσαρκα, λειασμένα μάγουλα,
τα φουσκωμένα καύκαλα των βλεφάρων
που θα σφαλίσουν.
καπνός συρμένος μακριά, που αποχρωματίζει,
που σέρνει μακριά τα μάγουλα, τα στρουμπουλά, από τις κούκλες,
τα λικνιστά λαγόνια, να επαναλαμβάνουν την ίδια κίνηση,
με το πόδι σαν τραμπάλα, που κατευνάζει,
παιχνίδι που δεν σταματά, ποτέ,
που δεν τελειώνει, ποτέ,
καιρός να θυμηθούν, μετά,
να επιστρέψουν εκεί όπου ήσαν.
να παίξουν το παιχνίδι της σιωπής,
φτιάχνοντας δώρα, θαύματα, μυριάδες,
που πέρασαν απʼ τα χέρια τους ένα ένα,
για να τα κάνουν να σπιθοβολούν, τα μάτια τα κουρασμένα,
να τα κρατούν ανοιχτά, πάντα,
και όταν έρχεται η φωτιά, που σπινθηροβολά,
εδώ, να παίζουν τρέξτε μακριά,
κλαίγοντας, με μάτια κλειστά.

εσύ, αν κατέχεις να μιλάς, πες το, πες το σε κάποιον.

***

2.

IV. ονειρομαντεία. παιδὸς δ᾽ ὄμματα νὺξ ἔλαβεν

βαθουλώματα, για να δεχτούν, νερό βροχής,
πυκνό, σκούρο από σκόνη, και χνούδια, ασπράδι ματιού,
στιλπνές, εκείνες οι κόκκινες κλωστές, φώτα που είναι αναλαμπές,
κάνουν να τρεμουλιάζει δυνατά, το νερό, στις κόγχες,
που είναι χέρια μισόκλειστα,
είναι μαλάκια, μούσκλο,
ρητίνη που γυαλίζει στιλπνή,
σκληρή, κλείνοντας τις ρωγμές.
ξέρεις. υπάρχει μόνο η κοιλότητα, η εγκοπή, η κόγχη.
δεν έσκαψες εσύ, με τα χέρια σου, τα τροφαντά,
που τρεμοπαίζουν απαλά στον ύπνο σου,
ούτε εκείνος, απʼ όπου παίρνεις φως,
και δεν ξέρεις εσύ
με ποιά εργαλεία, πειθήνια,
γίνεται η χειρουργική.
με τις μικρές του κνήμες, να με οδηγούν,
άβουλος, μυρίζω το λιόγερμα,
τα φώτα που πυκνώνουν, επικαλύπτονται,
την ίδια ρητίνη που ραδιουργεί στον ύπνο σου,
τους ίδιους θρόμβους που κρυσταλλιάζουν
μετά τις λεπίδες, τις λαβίδες, εκείνη την αργή αναλαμπή,
νύχτα, που το σκοτείνιασε, βουβό,
ακίνητο, μαζί της παίρνοντάς το.

το φως, αυτό το φως, ποτέ δεν θα ʼναι το δικό σου.

***

3.

V

Στο Παρίσι ο Καίσαρας ήτανε φτωχός.
Έτσι κατέβηκε κάτω στο δρόμο
με το μπουκάλι το κρασί
που του είχε απομείνει
για να το πουλήσει στους περαστικούς.
Ύστερα άλλαξε γνώμη, ο τσόλο,
και ξαναγύρισε, να πιει το κρασί
μαζί με τη Ζορζέτ.
Θα πεθάνω στο Παρίσι κάτω από τη νεροποντή.
Έτσι κι έγινε. Έγραψε ακόμα
Παιδιά του κόσμου,
αν καταρρεύσει η Ισπανία,

και κατέρρευσε, η Ισπανία, και μετά
οι εχθροί της
σύναψαν ένα σύμφωνο, και οι άλλοι,
άλλοι εχθροί, τους παρακολουθούσαν,
ελπίζοντας να τέλειωναν όλα εκεί
(η Βαρσοβία στον έναν, στον άλλον κάτι άλλο).

Όλα στον κόσμο έχουν αντιστραφεί,
έγραφε ο Όσιπ στο Βορόνεζ,
και ήθελε να μάθει ισπανικά,
το Δεκέμβριο του 1936.
Αντιθέτως τον έμαθαν να σωπαίνει,
ακριβώς δύο χρόνια μετά,
μέσα σε μια ξύλινη παράγκα
ανάμεσα στο χιόνι,
κοντά στο Βλαδιβοστόκ.

Ο Καίσαρας, κάτω απʼ του Απρίλη τη βροχή,
ήταν κιόλας νεκρός.

Πρόσεχε
στο μέλλον!

***

4.

VIII

ἀλλ᾽ ὅτε δή ῥ᾽ ἐνιαυτὸς ἔην, περὶ δ᾽
ἔτραπον ὧραι μηνῶν φθινόντων,
περὶ δ᾽ ἤματα πόλλ᾽ ἐτελέσθη
μα όταν συμπληρώθηκε ο καιρός, κι έκαναν
κύκλο οι εποχές
με των μηνών το σβήσιμο, και μέρες
συμπληρώθηκαν πολλές,
ἀλλ᾽ ὅτε δή ῥ᾽ ἐνιαυτὸς ἔην… ω!
αν ήσουνα αδελφός μου εσύ,
από το ίδιο στήθος γάλα βυζαγμένος,
και σε έβρισκα στο δρόμο,
θα μπορούσα να σε φιλήσω.
Θα σʼ έπαιρνα απʼ το χέρι,
θα σʼ έφερνα στον οίκο της μητρός μου.
Την ιστορία σου θα μπορούσες να μου διηγηθείς,
και πίνοντας μια κούπα ευωδιαστό
κρασί,
θα σε πότιζα το νάμα
των ροδιών μου…

***

5.

Αυτή η σιωπή που ακούμε μαζί

σε αφήνω εδώ
με αυτά τα σύννεφα φορτωμένα βροχή
αυλακωμένα από μια αχτίδα
που θα σε ξυπνήσει, αύριο κιόλας,
όταν θα ʼχεις πια αναμνήσεις
να σκεφτείς.

πηγαίνω
στην παρασκιά που απομένει,
εκεί που επιστρέφω, τώρα,
τώρα που μπορεί να ξαναρχίσω,
που θα μπορούσα,
τώρα υπάρχει μόνο μια αποθυμιά:
νʼ αφήσω, νʼ αφήσω ανέγγιχτη
αυτή τη στιγμή πριν απʼ τη θλίψη
όταν η θλίψη
έγινε μοιρολόι παρηγοριάς
και μετά σιωπή
αυτή η σιωπή που ακούμε μαζί,
τώρα – είναι τώρα που ξέρουμε,
σε αυτή τη στιγμή που διαιρεί

σε αφήνω εδώ

******************************************

1.

II. piromanzia. le bambole di Bangkok

fumo. nugoli, sciami di guscî neri.
bruciano le mandorle degli occhi, le falene,
le dita piccole e incallite, le mani stanche, stanche.
bruciano, scarnite, a levigare guance,
i guscî gonfi delle palpebre
che si richiuderanno.
fumo portato via, che trascolora,
che porta via le guance, paffute, delle bambole,
le anche dondolanti, a fare il movimento di ripetere,
in altalena, in bilico di piede, che lenisce,
gioco che non finisce, mai,
che non arriva, mai,
tempo di ricordare, dopo,
di ritornare dove si era stati.
a fare il gioco del silenzio,
nel preparare doni, meraviglie, a milioni,
passate per le mani una ad una,
per farli scintillare, gli occhi stanchi,
tenerli aperti, sempre,
e quando arriva il fuoco, che sfavilla,
ecco, giocare a correr via,
gridando, ad occhi chiusi.

tu, se sai dire, dillo, dillo a qualcuno.

***

2.

IV. oniromanzia. παιδος δʼ ομματα νυξ ελαβεν

concave, ad accogliere, acqua di pioggia,
fitta, scura di polvere, e piume, albume,
lucidi, quei filamenti rossi, luci che sono lampi,
fanno tremare forte, lʼacqua, nelle conche,
che sono mani semichiuse,
sono molluschi, muschio,
resina che brilla lucida,
dura, chiudendo le fessure.
sai. cʼè solo il cavo, lʼìncavo, la conca.
non hai scavato tu, con le tue mani,
che tremolano morbide nel sonno, pingui,
né lui, da cui ricevi luce, e tu non sai
con quali arnesi, docili,
si fa la chirurgia.
con le sue tibie piccole, a condurmi,
titubante, che sento lʼodore del tramonto,
le luci che si addensano, sʼincrostano,
la stessa resina che cuoce nel tuo sonno,
gli stessi grumi che si ghiacciano,
dopo i rasoi, i forcipi, quel lento lampo,
scuro, che lo inscuriva, muto,
immobile, portandolo con sé.

la luce, questa luce, non sarà mai la tua.

***

3.

V

A Parigi César era povero.
Così scese giù in strada
con la bottiglia di vino
che gli era rimasta
per venderla ai passanti.
Poi cambiò idea, il cholo,
e rientrò, a bere il vino
insieme con Georgette.
Me moriré en Paris con aguacero.
E così accadde. Scrisse anche
Niños del mundo,
si cae España,

e cadde, Spagna, e dopo
i suoi nemici
strinsero un patto, e gli altri,
altri nemici, li guardavano,
sperando che finisse tutto lì
(Varsavia a uno, allʼaltro qualcosʼaltro).

I vsë na svete naisnanku,
scriveva Osip a Vorone,
e voleva studiare lo spagnolo,
nel dicembre del 1936.
Invece gli insegnarono a tacere,
giusto due anni dopo,
in una baracca di legno
fra la neve,
vicino a Vladivostok.

César, sotto la pioggia dʼaprile,
era già morto.

iCuidate
del futuro!

***

4.

VIII

allʼhóte dé rʼeniautòs éen, perì dʼ
étrapon hórai mnenôn phthinónton,
perì dʼ émata póllʼ etelésthe
ma quando un anno fu, e si voltarono
le stagioni
dei mesi svanenti, e molti giorni
terminarono
allʼhóte dé rʼ eniautòs éen… oh!
se tu fossi mio fratello,
allattato dallo stesso seno,
io ti potrei baciare
trovandoti per via.
Ti prenderei per mano,
ti porterei nella casa di mia madre.
Di te potresti raccontarmi,
bevendo una coppa di vino
aromatico,
berresti il succo
delle mie melagrane…

***

5.

Questo silenzio che sentiamo insieme

ti lascio qui
con queste nubi cariche di pioggia
striate da un bagliore
che ti risveglierà, anche domani,
quando avrai più ricordi
da pensare.

vado
nella penombra che rimane,
dove ritorno, adesso,
adesso che potrà ricominciare,
che potrei,
adesso cʼè soltanto il desiderio:
lasciare, lasciare intatto
questo momento prima del dolore,
quando il dolore
è diventato nenia di conforto
e poi silenzio,
questo silenzio che sentiamo insieme,
adesso – è adesso che sappiamo,
in questo momento che divide

ti lascio qui

******************************************

Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ

1. «II. πυρομαντεία. οι κούκλες της Μπανγκόκ», (“Tiresia”, Τειρεσίας 2000-2001): Τον Μάρτιο του 1993, στην επαρχία Νάκχον Πατόμ στην Ταϊλάνδη, πιάνει φωτιά και καταρρέει ένα εργοστάσιο που κατασκεύαζε κούκλες. Πεντακόσιες από τις τέσσερις χιλιάδες εργάτριες, όλες τους ανήλικα κορίτσια, που δούλευαν σε συνθήκες σχεδόν σκλαβιάς, πεθαίνουν σʼ εκείνη την πυρκαγιά.

2. «IV. ονειρομαντεία. παιδὸς δ᾽ ὄμματα νὺξ ἔλαβεν», («Τειρεσίας»): Κατά τα μέσα της δεκαετίας του ʼ90, οι έμποροι οργάνων, που δραστηριοποιούνταν μεταξύ Βραζιλίας και Ηνωμένων Πολιτειών, ειδικεύονταν στην αγοραπωλησία οργάνων από σώματα ζώντων, κυρίως παιδιών.

Τα ελληνικά στον τίτλο του ποιήματος είναι από τον Καλλίμαχο τον Κυρηναίο, «Ύμνοι», V, στιχ. 83: “και η νύχτα πήρε τα μάτια του παιδιού”: «τίς σε, τὸν ὀφθαλμὼς οὐκέτ᾽ ἀποισόμενον, / ὦ Εὐηρείδα, χαλεπὰν ὁδὸν ἄγαγε δαίμων; / ἁ μὲν ἔφα, παιδὸς δ᾽ ὄμματα νὺξ ἔλαβεν.».

3. «V» (“Da recitare nei giorni di festa” Για να ερμηνευτεί στις μέρες γιορτής): Σε αυτό το ποίημα ο Τζουλιάνο Μέζα εμπνέεται από τη ζωή και το έργο του Περουβιανού ποιητή Σέσαρ Βαγιέχο (César Abraham Vallejo Mendoza,) που γεννήθηκε το 1892 στις περουβιανές Άλπεις και πέθανε στο Παρίσι τον Απρίλη του 1938. Αν και έχει γράψει μόνο τρεις ποιητικές συλλογές, θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους καινοτόμους ποιητές του 20ου αι., καθώς «υπήρξε πρωτοπόρος γιατί έγραψε σουρεαλιστική ποίηση πριν από τους σουρεαλιστές, ασχολήθηκε με την αυτόματη γραφή πριν από τον Μπρετόν, έγραψε μοντέρνα ταυτόχρονα με τους μοντερνιστές και έγραψε ποίηση αποδομητική προτού ανακαλυφθεί ο όρος» (Ντίνος Σιώτης).

Στιχ. 6: Η χρήση του όρου «cholo» (τσόλο), συναντάται για πρώτη φορά σε ένα περουβιανό βιβλίο που εκδόθηκε το 1609 και γράφει: «Το παιδί από μαύρο άντρα και μια ιθαγενή γυναίκα, ή έναν ιθαγενή άντρα και μια μαύρη γυναίκα το αποκαλούν “mulato” και “mulata”. Τα παιδιά που προέρχονται από αυτούς τα αποκαλούν “cholo”, μια λέξη από τα νησιά Windward και σημαίνει σκύλος όχι καθαρόαιμος». Οι Ισπανοί χρησιμοποιούν τη λέξη ως προσβολή και ύβρη. Αντιθέτως, οι Περουβιανοί αυτοχαρακτηρίζονται ως “cholos”, καθώς στο σύγχρονο Περού είναι ένας ευρύτατα χρησιμοποιούμενος όρος που, σύμφωνα με αρκετούς ειδικούς στο θέμα, εξελίχθηκε και κατέληξε να χαρακτηρίζει το γένος για τη συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων των χωρών της Νότιας Αμερικής.

Στιχ. 9: «Θα πεθάνω στο Παρίσι κάτω από τη νεροποντή» (Me moriré en Paris con aguacero), είναι ο πρώτος στίχος από το ποίημα του Βαγιέχο «Μαύρη πέτρα πάνω σε μια άσπρη πέτρα» (Piedra negra sobre una piedra blanca, 1936).

Στιχ. 11-12: «Παιδιά του κόσμου, / αν καταρρεύσει η Ισπανία» (Niños del mundo / si cae España): είναι οι δυο πρώτοι στίχοι από το ποίημα του Βαγιέχο «Ισπανία, παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο»( España, aparta de mí este cáliz,1937).

Στιχ. 19: «Όλα στον κόσμο έχουν αντιστραφεί» (I vsë na svete naisnanku), από τα «Τετράδια του Βορόνεζ» (Quaderni di Voronež 1935-1937), του Ρώσου ποιητή εβραϊκής καταγωγής, Όσιπ Εμίλιεβιτς Μαντελστάμ (1891-1938), που γράφτηκαν κατά τη διάρκεια της τριετούς εξορίας του στο Βορόνεζ, μετά τη σύλληψή του με την κατηγορία ότι είχε γράψει επικριτικούς στίχους κατά του Στάλιν: «Κατσαριδίσια τα μουστάκια του γελούν, και απʼ τις μπότες του οι λαιμοί λαμποκοπούν» (μτφρ.: Σταυρούλα Αργυροπούλου), κι ακόμα: «Ζούμε χωρίς να νιώθουμε τη χώρα κάτω από τα βήματά μας, / πέρα από τα δέκα πάσα δεν ακούγεται η μιλιά μας / κι όπου μια κουβέντα φτάνει / μνημονεύει του Κρεμλίνου τον τσοπάνη» (μτφρ.: Μήτσος Αλεξανδρόπουλος).

Στιχ. 20-29: Σύμφωνα με γραπτή μαρτυρία, τον Μαντελστάμ τον βασάνιζαν τα τεκταινόμενα στην Ισπανία και γιʼ αυτό, όντας ιδιαίτερα γλωσσομαθής, θέλησε νʼ αρχίσει να μαθαίνει ισπανικά. Πέθανε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης ως «εχθρός του λαού» στις 27 Δεκεμβρίου του 1938 κοντά στο Βλαδιβοστόκ και τον έθαψαν σε ομαδικό τάφο κάτω από τους πάγους της Σιβηρίας, ενώ ο Σέσαρ Βαγιέχο πέθανε στο Παρίσι, στις 15 Απριλίου του ιδίου έτους και τον έθαψαν σε ένα νεκροταφείο για φτωχούς, στο Μοντούζ.

Στιχ. 30: «Πρόσεχε / στο μέλλον!» (iCuidate / del futuro!): είναι ο τελευταίος στίχος του ποιήματος του Βαγιέχο «Ισπανία, παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο» (España, aparta de mí este cáliz, 1937).

4. «VIII», («Για να ερμηνευτεί στις μέρες γιορτής»): 1-3: Οι στίχοι του πρωτοτύπου: «ἀλλ᾽ ὅτε δή ῥ᾽ ἐνιαυτὸς ἔην, περὶ δ᾽ / ἔτραπον ὧραι μηνῶν φθινόντων, / περὶ δ᾽ ἤματα πόλλ᾽ ἐτελέσθη», είναι παρμένοι από τον Ησίοδο, Θεογονία, κεφ. 8ο, στιχ. 58-59 (M. L. West, Hesiod Teogony, Oxford, Clarendon Press, 1966) κι ακολουθούνται αμέσως από την μεταγενέστερη απόδοση του ποιητή Τσέζαρε Παβέζε (εκδ. Einaudi 1982). Η νεοελληνική απόδοση αυτών των δύο στίχων είναι του Σταύρου Γκιργκένη στο Ησίοδος, Θεογονία, εκδ. Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2001.

Όλοι οι υπόλοιποι στίχοι του ποιήματος, αποτελούν μια προσαρμογή από το «Άσμα Ασμάτων», κεφ. VIII, στιχ. 1-2, που βασίζεται στην απόδοση των Εβδομήκοντα (Septuaginta): «ΤΙΣ δῴη σε, ἀδελφιδέ μου, θηλάζοντα μαστούς μητρός σου; εὑροῦσά σε ἔξω φιλήσω σε, καί γε οὐκ ἐξουδενώσουσί μοι. 2. παραλήψομαί σε, εἰσάξω σε εἰς οἶκον μητρός μου καὶ εἰς ταμιεῖον τῆς συλλαβούσης με•ποτιῶ σε ἀπὸ οἴνου τοῦ μυρεψικοῦ, ἀπὸ νάματος ροῶν μου».

******************************************

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

«Η ποίηση ως μορφή γνώσης»

Ο ποιητής Τζουλιάνο Μέζα, γεννημένος το 1957 στη Σαλβατέρα (Ρέτζιο Εμίλια), χάθηκε πρόωρα, στις 15 Αυγούστου του 2011 στην πόλη Ποτσουόλι (Νάπολη), καταπονημένος από την οξεία παγκρεατίτιδα. Είχε επανειλημμένα νοσηλευτεί και βρεθεί αντιμέτωπος με το θάνατο. Ίσως γιʼ αυτό και η ποίησή του ενίοτε μοιάζει να είναι γραμμένη έτσι, «μεταξύ παρενθέσεων, σχεδόν αποσπασμένη από το θάνατο, κυριολεκτικά, στίχο προς στίχο. Ιδιαίτερα συμπυκνωμένη, ρυθμική, συγκεκομμένη, σχεδόν υπνωτική, θρυμματισμένη, άκαμπτη, σε άμεση συσχέτιση με τη μουσική κι εντούτοις καθόλου “μουσική”. Γεμάτη από ερήμωση, επιφύλαξη, συγκίνηση και τόλμη», γράφει ο ποιητής Αντόνιο Μορέσκο.

Όντας σε μια διαλογική σχέση με τα κείμενα από τον Λουκρήτιο ως τον Μάντελσταμ, από τον Ευριπίδη ως τον Βαγιέχο, από τον Όμηρο ως τον Πλατόνοφ, ο Μέζα πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1978, χάρη στην προσοχή του ποιητή Αντριάνο Σπατόλα. Όλη η ποιητική του διαδρομή έχει συγκεντρωθεί στον τόμο «Ποιήματα. 1973-2008», (εκδ. Camera verde, Ρώμη 2010), όπου και συμπεριλαμβάνονται οι συλλογές «Schedario» (Αρχειοθήκη, Geiger 1978), «I loro scritti» (Τα γραπτά τους, Quasar 1992), «Improvviso e dopo» (Άξαφνα και μετά, Anterem 1997), «Quattro quaderni» (Τέσσερα τετράδια, Zona 2000).

Είχε μελετήσει τη μουσική του εικοστού αι. και ιδιαιτέρως την πειραματική σύνθεση, από τη δωδεκαφωνία, την τεχνική μουσικής σύνθεσης με δώδεκα φθόγγους, έως την Τζαζ. Μαζί με τον συνθέτη Αγκοστίνο Ντι Σίπιο υλοποίησαν το έργο ποίησης και ηλεκτρονικής μουσικής «Τειρεσίας. Χρησμοί, Αντανακλάσεις» (2001). Ήταν ένας από τους συντάκτες του Ákusma. Forme della poesia contemporanea (Άκουσμα. Μορφές σύγχρονης ποίησης, Metauro 2000).

Ο ποιητής και κριτικός λογοτεχνίας Μπιάτζιο Τσεπολάρο, γράφει για τον Μέζα: «Μεταξύ των ποιητών της γενιάς του, ήταν ένας από τους λίγους που έχει συνυφάνει στο ποιητικό του έργο τόσο τις απαιτήσεις της λογοτεχνίας (την επίσημη έρευνα, τη συνάφεια του ύφους) όσο κι εκείνες της κριτικής σκέψης, την ιστορική αναγκαιότητα της ηθικο-πολιτικής θεώρησης του κόσμου και, κάτι πιο σπάνιο, την αυστηρά καθορισμένη συμπεριφορά, την ενσάρκωση των δικών του αξιών χωρίς συμβιβασμούς. Υπήρξε ένας από τους ελάχιστους της γενιάς του που κατάφερε να διασωθεί, είτε από μια συγκεκριμένη ακαδημαϊκή άποψη της λογοτεχνικής πρωτοπορίας, είτε λόγω μιας ιδεολογικής άρνησης, χωρίς να πέσει στην παγίδα στείρων αντιπαραθέσεων, μένοντας πιστός, πάση θυσία, στην άμεση εμπειρία της ιστορίας, δίχως τεχνητές και υποκινημένες από τον έρωτα αφηγήσεις και δίχως παλιγγενετικές αυταπάτες. Η ποίηση ως μορφή γνώσης: για εκείνον αυτό σήμαινε να εκχωρεί στην ποίηση κάτι πολύ πιο σημαντικό από οποιαδήποτε διακοσμητική, παρηγορητική και ναρκισσιστική λειτουργία, στην οποία πολύ συχνά έχει υποβαθμιστεί και υποβαθμίζεται».