1.

(

Ο θάνατος δεν τελειώνει ποτέ.

(από τη συλλογή «Ο κόμης του Kevenhüller»)

***

2.
Φύλλα

Πόσοι έχουν φύγει…
Πόσοι.
Τι απομένει.
Ούτε καν
η πνοή.
Ούτε καν
της πίκρας η αμυχή ή
της παρουσίας η κεντιά.
Όλοι
έχουν φύγει δίχως
νʼ αφήσουν ίχνος.
Όπως
δεν αφήνει ίχνος ο άνεμος
στο μάρμαρο καθώς περνά.
Όπως
δεν αφήνει πατημασιά
στο πεζοδρόμιο η σκιά.
Όλοι
άφαντοι σʼ έναν κονιορτό
ανάκατο από μάτια.
Ένα θρόισμα
άναρθρων φωνών, σαν
φύλλα κόντρα στην ανασαιμιά
πίσω απʼ τα τζάμια.
Φύλλα
που μόνο η καρδιά μπορεί να δει
κι ο νους δεν δίνει πίστη.

(από τη συλλογή «Ο ελεύθερος σκοπευτής»)

***

3.
Γιατί εγώ…

…γιατί εγώ, που μόνος τη νύχτα κατοικώ,
κι εγώ, τη νύχτα, σέρνοντας στον τοίχο
ένα σπίρτο, προσεχτικός, ανάβω ένα κερί
λευκό μες στο μυαλό – ανοίγω ένα πανί
δειλό μες στο σκοτάδι, και σέρνοντας
τη γραφίδα που μου τρίζει, εγώ γράφω
και ξαναγράφω στη σιωπή και για ώρα το κλάμα
που μου μουσκεύει το μυαλό…

(από τη συλλογή «Το σπέρμα του κλάματος»)

***

4.
Πετριές

προσπάθησα να μιλήσω.
Ίσως να μην ξέρω τη γλώσσα.
Όλες οι προτάσεις λανθασμένες.
Οι απαντήσεις, πετριές

***

5.
Ανάγκη καθοδήγησης

Είχα χαθεί. Πορευόμουν στα τυφλά.
Αναζητούσα διέξοδο.
Ρώτησα κάποιον. «Δεν είμαι»,
μου αποκρίθηκε, «απʼ τα μέρη αυτά».

***

6.
Πάνω σʼ έναν ήχο (στρεβλό) της Τραβιάτα

για μια Ρ.

Δώσʼ μου το χέρι. Έλα.
Οδήγησε τον οδηγητή σου. Τρέμω.
Μην τρέμεις. Μαζί,
σύντομα θα Ξαναγυρίσουμε.
στο δικό μας τίποτα – στο τίποτα
(μαζί) θα Ξαναπεθάνουμε.

(από τη συλλογή «Το τείχος της γης»)

***

7.
Ω αγαπημένοι

Πρόβαλαν άπαντες
μʼ ευκρίνεια.

Άπαντες
στην ψυχή.

Άπαντες
στην αδήριτη ουσία
της σκιάς.

Μα ζωντανοί.
Ζωντανοί μες στο θάνατο
καθώς οι νεκροί είναι ζωντανοί
μες στη ζωή.

Προσπάθησα
να τους μετρήσω.

Ο αριθμός
χανόταν στο κενό
όπως στον άνεμο ο αριθμός
των φύλλων.

Ω αγαπημένοι.
Ω μισητοί.

Έκλαψα
απʼ αγάπη και θυμό.

Στοχάστηκα
με το τυφλωμένο μου μυαλό.

Έκλεισα το παράθυρο.

Την καρδιά.

Την πόρτα.

Και διπλοκλείδωσα.


(από τη συλλογή «Αφανισμοί» )

********************

1.
(

La morte non finisce mai.

(da: “Il conte di Kevenhüller”)

***
2.
Foglie

Quanti se ne sono andati…
Quanti.
Che cosa resta.
Nemmeno
il soffio.
Nemmeno
il graffio di rancore o il morso
della presenza.
Tutti
se ne sono andati senza
lasciare traccia.
Come
non lascia traccia il vento
sul marmo dove passa.
Come
non lascia orma l’ombra
sul marciapiede.
Tutti
scomparsi in un polverio
confuso d’occhi.
Un brusio
di voci afone, quasi
di foglie controfiato
dietro i vetri.
Foglie
che solo il cuore vede
e cui la mente non crede.

(da “Il Franco Tiratore”)

***

3.
Perch’io…

…perch’io, che nella notte abito solo,
anch’io, di notte, strusciando un cerino
sul muro, accendo cauto una candela
bianca nella mia mente – apro una vela
timida nella tenebra, e il pennino
strusciando che mi scricchiola, anch’io scrivo
e riscrivo in silenzio e a lungo il pianto
che mi bagna la mente…

(da “Il Seme del Piangere”)

***

4.
Sassate

ho provato a parlare.
Forse, ignoro la lingua.
Tutte frasi sbagliate.
Le risposte: sassate

***

5.
Bisogno di guida

Mʼ ero sperso. Annaspavo.
Cercavo uno sfogo.
Chiesi a uno. “Non sono”,
mi rispose, “del luogo”.

***

6.
Su un’eco (stravolta) della Τraviata

per una R.

Dammi la mano. Vieni.
Guida la tua guida. Tremo.
Non tremare. Insieme,
presto Ritorneremo.
nel nostro nulla – nel nulla
(insieme) Rimoriremo.

(da “Il muro della terra”)

***

7.
Oh cari

Apparivano tutti
in trasparenza.

Tutti
in anima.

Tutti
nellʼimprescindibile essenza
dellʼombra.

Ma vivi.
Vivi dentro la morte
come i morti son vivi
nella vita.

Cercai
di contarli.

Il numero
si perdeva nel vuoto
come nel vento il numero
delle foglie.

Oh cari.
Oh odiosi.

Piansi
dʼamore e di rabbia.

Pensai
alla mia mente accecata.

Chiusi la finestra.

Il cuore.

La porta.

A doppia mandata.

(da “Asparizioni”)

***

*********************************

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

«Η ποίηση μια ανάσα»

Ο Τζόρτζιο Καπρόνι, (Λιβόρνο, 7 Ιανουαρίου 1912–Ρώμη, 22 Ιανουαρίου 1990), ποιητής, κριτικός της λογοτεχνίας κι εξαίρετος μεταφραστής, ανήκει στον κύκλο των ποιητών που ονομάστηκαν από τον κριτικό Λουτσιάνο Αντσέσκι, «Νέοι λυρικοί». Οι κυριότεροι μεταξύ αυτών, ο Μάριο Λούτσι, ο Βιτόριο Σερένι, o Αλφόνσο Γκάτο, ο Ατίλιο Μπερτολούτσι, o Λεονάρντο Σινισγκάλι, οι οποίοι είχαν γεννηθεί, σχεδόν όλοι, κατά τη χρονική περίοδο 1906–1914, ποιητές κοντινοί στη λυρική παράδοση του ερμητισμού, τον θρυμματισμένο ποιητικό λόγο, την πρόσληψη της ποίησης ως μιας ανάσας.

Η μοναξιά, η λησμονιά, η εγκατάλειψη, η απουσία, η σιωπή, η προσμονή, οι αμφιβολίες και τα αναπάντητα ερωτηματικά του ανθρώπου, είναι τα πιο εμβληματικά θέματα των ερμητικών ποιητών γενικά, και του Καπρόνι ιδιαίτερα από τη δεκαετία του ʼ60 και μετά, που τείνουν να εκφραστούν με τις τεχνικές και τις μεθόδους ενός «όψιμου» ερμητισμού στη φόρμα και το ύφος.

Με μια ιδιόρρυθμη, προσωπική γραφή, από τον αφηγηματικό πειραματισμό, από την αναζήτηση της φόρμας στον ενδεκασύλλαβο του σονέτου, ο Καπρόνι προοδευτικά καταλήγει σε μια πιο ελεύθερη ποιητική φόρμα, «με τη μέγιστη δυνατή απλότητα» καθώς, όπως λέει ο ίδιος χαρακτηριστικά, είχε αρχίσει κάποια στιγμή να τον ενοχλεί «ο θόρυβος της λέξης». Και συμπληρώνει: «Η μόνη “γραμμή εξέλιξης” που βλέπω στους στίχους μου, είναι η ίδια “γραμμή της ζωής”: η ολοένα αυξανόμενη αρέσκεια, με την πάροδο των ετών, για τη σαφήνεια και τη διεισδυτικότητα, για την “ανυποκρισία”, και ο ολοένα αυξανόμενος τρόμος για τα αμιγώς συντακτικά ή εννοιολογικά παιχνίδια, για τη ρητορική που μεταμφιέζεται κάτω από πολλά είδη, σαν το διάβολο, και για την αφαίρεση από τη συγκεκριμένη πραγματικότητα». Με πολύ σύντομες, γυμνές συνθέσεις, τετράστιχες ή τρίστιχες, ή σαν το μονόστιχο ποίημα «Ο θάνατος δεν τελειώνει ποτέ» που τιτλοφορείται με το ένα μόνο σκέλος μιας παρένθεσης ( , εγκαθιστά έναν ποιητικό μονόλογο, με εσωτερικές ρίμες και συνηχήσεις που απέχουν του παραδοσιακού σονέτου, στο βάραθρο της σιωπής και του κενού -απόρροια του πολέμου και της Αντίστασης που είχε λάβει μέρος. (Στο αυτοβιογραφικό «Το πέρασμα του Αινεία», αφηγείται την εμπειρία ακριβώς του πολέμου και της Αντίστασης).

Στο πλαίσιο της εξέλιξης της επιγραμματικής μορφής της ποίησης, ο Καπρόνι θεωρείται ως ένας από τους ανανεωτές, στην ίδια γραμμή με τον Τζιουζέπε Ουνγκαρέτι και τον Σαλβατόρε Κουαζίμοντο. Συχνά, για τίτλους των συλλογών του, δανείζεται στίχους από κλασικούς ποιητές όπως για παράδειγμα «Το σπέρμα του κλάματος» από τον Δάντη («Πουργκατόριο», ΧΧΧΙ, 46), «Το τείχος της γης» ή «Το πέρασμα του Αινεία» από τον Βιργίλιο.

ΕΡΓΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ο Καπρόνι μετά τον πόλεμο, εργάστηκε για 40 έτη ως δάσκαλος στο δημοτικό σχολείο. Όταν οι μαθητές του τον είδαν στην τηλεόραση, καταξιωμένο ήδη ως ποιητή, τους ζήτησε να συνεχίσουν να τον βλέπουν και να τον αγαπούν ως δάσκαλο. «Τα υπόλοιπα είναι λογοτεχνία!» σχολίασε. Οι μαθητές του τον θυμούνται, όπως για παράδειγμα ο συγγραφέας Αντόνιο Ντεμπενεντέτι : «Ήταν πολύ στοργικός […] Πώς τα κατάφερνε να νιώθει εκείνη τη στοργή; Με το παράξενο γέλιο του, διδάσκοντας συχνά γελούσε. […] Εκείνος ο άνθρωπος μάς μιλούσε, μας έπαιζε βιολί, μας έλεγε ότι η μουσική ήταν το πιο όμορφο πράγμα του κόσμου, και μας έκανε να μιλάμε. Νιώθαμε μια παράξενη αίσθηση σαγήνης».

Ήταν παντρεμένος με τη Ρόζα Ρεταλιάτα, το αληθινό όνομα της «Ρίνα» των ποιημάτων του. Συνεργάστηκε με πολυάριθμα έντυπα («L’Unità», «Mondo operaio», «Avanti!», «Italia socialista», «Il lavoro nuovo», «La fiera letteraria», κ.ά.), δημοσιεύοντας άρθρα, διηγήματα και μεταφράσεις συγγραφέων όπως ο Προυστ, ο Μποντλέρ, ο Σελίν, ο Μοπασάν, ο Σαρ, ο Απολινέρ. Κέρδισε πολυάριθμα βραβεία μεταξύ των οποίων το βραβείο Viareggio για τις «Στροφές του τελεφερίκ», το βραβείο Gatti και το βραβείο Jean Malrieu étranger για τη συλλογή «Το τείχος της γης», τα βραβεία Montale και Feltrinelli για τον «Ελεύθερο σκοπευτή» και τα βραβεία Chianciano, Marradi Campana και Pasolini, για τη συλλογή «Ο κόμης του Kevenhüller».

Μεταξύ των έργων του: «Come unʼallegoria» (Σαν μια αλληγορία, 1936), «Cronistoria» (Χρονο-ιστορία, 1943), Stanze della funicolare (Στροφές του τελεφερίκ, 1952), «Il passaggio dʼEnea» (Το πέρασμα του Αινεία, 1956), «Il seme del piangere» (Το σπέρμα του κλάματος, 1959), «Il “Terzo libro” e altre cose» (Το «Τρίτο βιβλίο» κι άλλα πράγματα, 1968), «Il muro della terra» (Το τείχος της γης, 1975), «Il franco cacciatore» (Ο ελεύθερος σκοπευτής, Μιλάνο, Garzanti, 1982), «Il conte di Kevenhüller» (Ο κόμης του Kevenhüller, Μιλάνο, Garzanti, 1986), ο τόμος ποιημάτων «Poesie 1932-1986-1989», – (Ποιήματα, Μιλάνο, Garzanti, 1932-1986-1989) «Res amissa», (Κάτι χαμένο, Μιλάνο, Garzanti, 1991), «Quaderno di traduzioni», (Τετράδιο μεταφράσεων, 1998). Τα έργα του συμπεριλαμβάνονται στην έκδοση Giorgio Caproni, “Lʼ opera in versi”, (Το έργο σε στίχους, Μιλάνο, Mondadori, 1998).

***************************************************

Ο Giorgio Caproni μεταξύ των μαθητών του.