`

1.
Το Εμβατήριο της Λείανσης

Σαν μάτια πουλιών τα μάτια τους
λάμνουν στις σήραγγες ανάμεσα
στα δέντρα.

Πρώην δέντρα,
σταυρωμένα τώρα,
κουτιά διαλογής
και θήκες άλγους.

Το μόνο δάσος που λυγίζει
από τον άνεμο, εδώ, είναι τα οστά
ινωδών πλασμάτων, κλαδιά
διατεταγμένης φυλλόρροιας.

Η δεντροστοιχία των στομάτων,
οι ξύλινες σιωπές του διαφράγματος,
κλωστές από ανάσες
ξεπλέκουν ρίγες ζωής.

Ο κήπος Άουσβιτς,
ο κήπος Μπούχενβαλντ,
ο κήπος Τερεζίν,
ο κήπος Τρεμπλίνκα

Αμίλητοι οι κηπουροί,
πασπαλίζουν το έργο τους
με στάχτη.

Τρώνε χιόνι στάχτης,
πίνουν λάσπη στάχτης,
τέλεια εξοικειωμένοι με
τα καπρίτσια του καιρού.

Η ίδια τέφρα σαβανώνει
τη μνήμη και στομώνει
τα κανάλια της οργής.

Κοιτάξτε τις στιλπνές στολές τους
πως σπιθίζουν αναγγέλλοντας
το εμβατήριο της λείανσης!

`

*

2.
Kristallnacht

(Όταν άρχισε)

Κρατώ την έκρηξη των άστρων
στα χέρια μου κρύσταλλα
σπασμένων προσώπων.

Ηλιοτροπικός,
αναρωτιέμαι:
οι νυχτοποιοί
φωτολύονται;

Κομμάτι κομμάτι
εφαρμόζω στη γη
γλυκοφάγωτος.

`

*

3.
Ο Κλητήρας των βωμών

Στη λάμψη των σιδηροτροχιών
ιριδίζεις σαν νεογέννητο σκοτάδι
– η μόνη βεβαιότητα.

Ρίγη απλώνονται στο σώμα σου σαν μύκητας,
από τα πέλματα ως τα χείλη τραυλίζεις οιωνούς.

Γυμνή σαν ατσάλι, στη γραμμή,
καρφωμένη στο ίχνος σου,
δονείσαι με αναφιλητά λες και
το χώμα μηρυκάζει το αποτύπωμά σου.

«Η μουσική του τίποτα» καγχάζει ψιθυρίζοντας
ο κάπο, ο κλητήρας των βωμών, σπρώχνοντας
κύματα φωνών στη θάλασσα του Zyklon B.

`

*

4.
Ο Θάνατος του Ουρανού

Οπλές τρυπούν σύννεφα
και διατάσσοντα σύννεφα
και σπαράσσοντα σύννεφα
και άλλα σύννεφα σκύβουν
στην αναφορά σαν να προσεύχονται
κάτω από το σύννεφο κάννη
κάτω από τον άφαντο ουρανό.

Ώσπου η εσωτερικότητα
-ό,τι μας διακρίνει από τα ζώα-
κατευνάζεται, καταλαγιάζει,
κοπάζει, καθιζάνει
σε απόσταση ακοής
από τον φλοίσβο τραύλισμα
από το κύμα αιμορραγία.

Μαύρη σελήνη έλκει
το φως των νερών.

Έτσι τελειώνει ο ουρανός:
ανοιγοκλείνεις τα μάτια,
έχει χαθεί.

`

*

5.
Ησυχαστήριο απόντων

Φυλλωσιές κουλουριάζονται
σαν νυσταγμένοι επίδεσμοι
στα βρύα του νοσοκομείου.

Οι νοσοκόμες ιδρώνουν νευρικά.

Χτυπούν πόρτες και παράθυρα
από σκασμένη φλούδα,
μα οι ξεφλουδισμένοι γέροι,
με τον ορό στο ξύλο αντί για ρίζα,
δεν φωνάζουν, δεν εκλιπαρούν.
Εκείνες κολυμπούν μέσα στον πόνο
με υποδειγματική απάθεια.

Σύσσωμο το δάσος
πάλλεται ασυντόνιστα
προς τη μεριά του ήλιου.

Αργότερα, το φως χτυπάει
το πόδι του στις σκλήθρες
σαν νεροβούβαλος (ο προβολέας)
ή σαν ερωδιός (ο φακός).

Θαυμάστε αυτόν τον καταρράκτη ιατρικής ποδιάς
με τις αφρισμένες του πευκοβελόνες. Πίσω του, ο
τροχιτζής του δάσους όλο πριονίζει.

Οι δυο τους περιθάλπουν τη μητέρα μου.

Ως και χρυσωρυχείο ανακάλυψαν
στο σπηλαιώδες χαμόγελό της.

Σήμερα, εκείνη ξεδιψάει σε λάκκους λύκων
κυνηγημένη από νύχτες με σκυλίσια φωνή,
ενώ ο φόβος, κόβοντας, καρφώνοντας,
βιδώνοντας, την κυκλώνει.

Όταν ξυπνάει, λέει:
«δραπέτευσα και απόψε
από τον επιπλόκοσμο
του φεγγαριού»

και αυτό είναι το μόνο
ανησυχητικό σύμπτωμα
της υγείας της.

`

*

6.
Σε άγρια σιωπή!

Καίει το κρύο στο θυσιαστήριο
εισιτήριο κόβουν μετανοημένοι
ιερείς ταριχευμένης αδιαφάνειας.

Μια μεταφυσική αοσμία, όπως στα όνειρα,
ναρκώνει τις αισθήσεις. Δεν νοιώθω τίποτα.

-μπαλώματα ανάσας στη φωτιά της καρδιάς-

Τα χέρια μου γλιστρούν στο συρματόπλεγμα
σαν υπνοβάτης δολωμένος σ’ ένα σκοτεινό
δυστύχημα.

Μαύρο κύμα η ζωή μου, σβήνει στην άμμο των ματιών σου
που έσβησαν και των χειλιών σου που δεν μου μιλούν πια.

Δεν νοιώθω καν τον ίλιγγο, απλώς, η ανάσα σου
κόπασε γύρω μου και τώρα στροβιλίζεται
σαν πόνος.

Αχ, να μπορούσα να σε κρύψω στα ξερόκλαδα
των λέξεων, να μου χαμογελάσεις όπως ο όρθιος
ύπνος των τρένων,  θυμάσαι;

Σε άγρια σιωπή!
`
***************************************************
Πρόλογος του συγγραφέα:

Τα ποιήματα γράφτηκαν, στην πλειοψηφία τους, κατά τη διάρκεια των χρόνων παρουσίασης της εκπομπής μου «Οι Απαγορευμένοι του Τρίτου Ράιχ» στο Τρίτο Πρόγραμμα (ΕΡΑ 3), δηλαδή στο διάστημα 2001-2003. Όμως γενέθλιος τόπος τους δεν ήταν τόσο η φόρτιση εξαιτίας των σκληρών ιστορικών ντοκουμέντων που έφερε στο φως η εν λόγω ραδιοφωνική έρευνα όσο ο πικρός λυρισμός των συναντήσεών μου με επιζώντες του Ολοκαυτώματος, Ελλήνων και άλλων Ευρωπαίων Εβραίων, κρατουμένων στα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης των «ανεπιθύμητων» του Τρίτου Ράιχ. Τους χρωστώ ένα μεγάλο ευχαριστώ για την τιμή που μου έκαναν να συναντηθούν μαζί μου και για όσα από καρδιάς μού εκμυστηρεύτηκαν.

Διασχίζοντας ο ίδιος τους τόπους της θυσίας δεν θα ισχυριζόμουν ποτέ ότι κατάφερα να ακούσω μέσα μου τη φωνή του πόνου ή του θανάτου, σε τούτη την περίπτωση θα είχα χάσει εντελώς τη φωνή μου. Αφουγκράστηκα όμως τον ψίθυρο της συλλογικής μνήμης, την καρδιά των επιζώντων και των συγγενών τους, τη φρίκη των μαρτυριών. Και αν έχω την εντύπωση ότι, κάποιες στιγμές, μέσα από τούτες τις σελίδες μιλούν οι νεκροί, επιτρέψτε μου να το εκλαμβάνω ως ύψιστη τιμή και χρέος.

Ήταν και είναι ηθικό χρέος μου οι «Απαγορευμένοι του Τρίτου Ράιχ», στη γραπτή πλέον μορφή τους, να συνεχίζουν να ενοχλούν τους απαθείς, τους αμνήμονες και τους αρνητές της θηριωδίας των ναζί, οι οποίοι στις καινούργιες -κοινοβουλευτικές ή μη- μεταμφιέσεις τους φαντάζουν ικανοί για το χειρότερο, ένα νέο Ολοκαύτωμα του Πολιτισμού.

Σύμφωνα ωστόσο με την ηθική (και την ψυχοσύνθεση) του μείζονα κοινωνιολόγου Τέοντορ Αντόρνο «η συγγραφή ποιημάτων μετά το Άουσβιτς είναι βάρβαρη, και το γεγονός επηρεάζει ακόμη και τη γνώση που εξηγεί γιατί έχει καταστεί αδύνατο να γράφονται σήμερα ποιήματα» (Critique de le culture et societe, γαλ. μτφρ. Παρίσι, Payot 1986, σ. 23).

Καλώς ή κακώς, τα δικά μου «τραγούδια για τους επιζώντες» ή «ποιήματα-μαρτυρίες», όπως ο ίδιος προτιμώ να τα αντιλαμβάνομαι αφού αντανακλούν από κοινού συναισθήματα δικά μου και τρίτων, ήταν εξίσου πιεστικά με τη αφωνία. Και, κατά την ταπεινή μου γνώμη, πιο χρήσιμα από τη σιωπή.

Αλήθεια, πώς μπορεί σήμερα κάποιος να σιωπήσει μπροστά στην εκμετάλλευση, τη βία και το ρατσισμό που εξακολουθούν να βασιλεύουν στον κόσμο και να απειλούν με ζοφερό μέλλον ακόμα και την κοιτίδα του ορθολογισμού και της διακήρυξης των δικαιωμάτων του ανθρώπου, την Ευρώπη;

Ποιός πιστεύει ακόμη αφελώς ότι η ζωή των έλλογων όντων του πλανήτη μας ανήκει «εκ φύσεως», άνευ συλλογικών αγώνων και αυτοϋπερβάσεων, σε μια αναπόφευκτη γραμμική ιστορική πορεία από την αμαρτία στη λύτρωση, από την κτηνωδία στην ειρήνη, από τον εφιάλτη στο όνειρο, με καταλύτη την τυφλή πίστη στην «πρόοδο» και τη «σωτήρια» τεχνολογία της; Κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η τεχνολογική υπεροχή της Γερμανίας απλώς διευκόλυνε τον Χίτλερ στο να μετατρέψει μια ατελή άταχτη σφαγή σε τελειομανή βιομηχανία θανάτου, ενώ η υψηλής εξειδίκευσης ευρωπαϊκή παιδεία όχι μόνο δεν απέτρεψε τη βαρβαρότητα αλλά αναγορεύτηκε σαρκαστικά σε διάκοσμο, σε επικάλυψη, σε όμορφο πλαίσιο της φρίκης. Όπως έχει σχολιάσει πικρά ο φιλόσοφος Τζορτζ Στάινερ: «Ο κύριος Γκίζεκινγκ ερμήνευε Κλοντ Ντεμπισί με άψογη τεχνική τη στιγμή που έξω από το παράθυρό του ακούγονταν οι κραυγές εκείνων που περνούσαν έγκλειστοι στα τρένα διαμέσου του Μονάχου, καθ\’ οδόν προς το Νταχάου». Δυστυχώς, γνωρίζουμε πια καλά -και αυτό ακριβώς δεν πρέπει να ξεχάσουμε ποτέ- ότι είναι δυνατό να μελετά κανείς Γκαίτε ή Ρίλκε, να ερμηνεύει Μπαχ ή Σούμπερτ, απολαμβάνοντας το ψυχικό μεγαλείο της ευρωπαϊκού πνεύματος σε όλη του τη γενναιοδωρία, και την επομένη το πρωί να συνεχίζει ελαφρά τη καρδία το φριχτό του έργο σ\’ ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, οδηγώντας ανθρώπους σε θαλάμους αερίων, αίθουσες βασανιστηρίων και κρεματόρια.

Ο πολιτικός φιλόσοφος Αλμπέρ Καμί σε μια από τις λιγότερο γνωστές διαλέξεις του [πραγματοποιήθηκε στη Νέα Υόρκη το 1946, όμως το κείμενό της ήρθε στο φως της δημοσιότητας μόλις το 1995, μέσα από τις σελίδες της ιταλικής επιθεώρησης L; Informazione Bibliografica], αναφερόμενος σ’ έναν κόσμο αδικίας, μίσους και μηδενι[μού, έναν κόσμο διόλου παρωχημένο ή μελλοντικό, αν το καλοσκεφτούμε, τονίζει χαρακτηριστικά: «Υπάρχει μια κρίση του ανθρώπου, αν ο θάνατος ή ο βασανισμός μιας ανθρώπινης ύπαρξης στον κόσμο μας μπορούν να αντιμετωπίζονται με συναίσθημα αδιαφορίας, με φιλικό ενδιαφέρον ή πειραματική περιέργεια, ή ακόμη χωρίς να προκαλείται η παραμικρή αντίδραση. Ναι, υπάρχει μια κρίση της ανθρωπότητας αν η θανάτωση ενός ανθρώπου μπορεί να αντιμετωπίζεται χωρίς τον τρόμο και την ντροπή που θα έπρεπε να υποκινεί, αν ο ανθρώπινος πόνος γίνεται αποδεκτός σαν ένα πληκτικό έργο που εξομοιώνεται με προβλήματα όπως η εξασφάλιση προμηθειών ή η ανάγκη να σταθεί κάποιος στην ουρά για να πάρει λίγο βούτυρο. Είναι πολύ απλό να προσπεράσουμε το πρόβλημα κατηγορώντας τον Χίτλερ και λέγοντας ότι τώρα που το φίδι συντρίφτηκε, το δηλητήριό του εξαφανίστηκε. Γιατί γνωρίζουμε πολύ καλά ότι το δηλητήριο δεν εξαφανίστηκε, ότι όλοι μας το φέρουμε μέσα στις καρδιές μας, όπως αποκαλύπτει η οργή που περισσεύει στον τρόπο με τον οποίο έθνη, κόμματα και άτομα συνεχίζουν να αναμετρούνται…».

Όπως η σιωπή απέναντι στο φόβο ενέχει ενοχή, έτσι και η σιωπή απέναντι στο έγκλημα ενέχει δηλητήριο.

`

********************************************************


`

Ο Χρήστος Τσανάκας είναι συγγραφέας, μελετητής των σύγχρονων ρευμάτων αισθητικής. Στις σπουδές του περιλαμβάνονται Οικονομικά, Πολιτικές Επιστήμες και Κοινωνιολογία. Συνεργάτης του Τρίτου Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας (ΕΡΑ 3), στο χρονικό διάστημα 1985-2000 παρουσίασε τη δισκογραφική ιστορία των πρωτοποριών του 20ού αιώνα, ενώ στις αρχές του 2001 την έρευνα “Οι απαγορευμένοι του Τρίτου Ράιχ-Σημαντικοί συνθέτες που φιμώθηκαν από το ναζιστικό καθεστώς”. Ως μουσικοκριτικός-βιβλιοκριτικός συνεργάζεται με περιοδικά και εφημερίδες της Ελλάδας και της Κύπρου. Είναι αρχισυντάκτης του επιστημονικού περιοδικού Focus. Βιβλία του είναι το μυθιστόρημα Νατάσα, η Βασίλισσα των Εντόμων (Εκδόσεις Οξύ), ο τόμος δοκιμίων Cult 2.000: Προκλήσεις Νέας Εποχής (Εκδόσεις Futura), Ioannis Xenakis: Η μουσική των άστρων (Εκδόσεις Futura).

(2004) Αερόγλυπτα, Futura
(2003) Ονειροποιοί, Futura
(2001) Iannis Xenakis, Futura
(1999) Cult 2000. Προκλήσεις νέας εποχής, Futura
(1998) Νατάσα η βασίλισσα των εντόμων, Οξύ