`

Είμαι ένας άνθρωπος, γέρος, κακό δεν έχω κάνει στη ζωή μου. Όχι! Το αντίθετο μάλιστα. Και αύριο με δικάζουνε, γέρο άνθρωπο. Με δικάζουνε, αντί… Φτωχός είμαι, πάμφτωχος, πάντα. Με δικάζουνε, αντί να μου δίνουν δωρεάν συσσίτιο. Να απολογηθώ για ποιο πράμα και σε ποιον; Πρέπει όμως. Είναι νόμος της πόλης. Παραβάτης στα γεράματα δε γίνομαι, την αλήθεια έψαχνα πάντα. Ναι, γιʼ αυτό θα απολογηθώ, γιατί ήταν η αιτία να με μισήσουνε, ακόμη κι αυτοί που ζητούσαν τη συντροφιά και τις συμβουλές μου. Αλλά ήταν θέλημα Θεού όλα αυτά, δικιά του εντολή, νʼ αφήσω τις συνηθισμένες ασχολίες, να παραμελήσω την οικογένειά μου, να μη νοιαστώ, όπως οι περισσότεροι, για την πολιτική και τα χρήματα. Να τʼ αφήσω όλα, για να βρω την αλήθεια. Ήταν θέλημα Θεού. Και με δικάζουνε, γιατί είμαι, λέει, άθεος και διαφθείρω τους νέους. Φέρνω, λέει, νέους δαίμονες, και ξεσηκώνω τους συμπολίτες μου, να μη πιστεύουν πλέον στους Θεούς και στους νόμους. Ποιος; Εγώ. Χα. Εγώ που αφιέρωσα τη ζωή μου στην αναζήτηση της αλήθειας, έχοντας πειστεί πως έτσι το θέλησε ο Θεός! Απίστευτα πράματα! Εγώ διδάσκω για νέους δαίμονες; Εγώ που δεν ήμουν ποτέ δάσκαλος κανενός! Τι τρέλα είναι αυτή πάλι! Αλλά θυμάμαι, θυμάμαι καλά πως ξεκίνησε αυτή η ιστορία, τυχαία δεν ξεκίνησε ούτε τη φαντάστηκα. Οι ποιητές είναι αυτοί που φαντάζονται διάφορα και μετά πιστεύουν πως είναι αλήθεια. Γνώρισα πολλούς τέτοιους φαντασιόπληκτους λογάδες. Πιστεύουν οι άθλιοι πως είναι σοφοί, πως κατέχουν την αλήθεια, κι όχι μόνο το πιστεύουν αλλά βγαίνουν στα θέατρα, σε κόσμο μπροστά, και το φωνάζουν, και αραδιάζουν ένα σωρό ψέματα. Να γιατί δεν πάω στα θέατρα! Ο κατήγορός μου αύριο είναι ποιητής. Χα. Τι έλεγα όμως… ναι, μια μέρα λοιπόν έρχεται και με βρίσκει ένας παιδικός φίλος, έμπιστο άτομο, δε θα ʽχα τον παραμικρό λόγο να αμφιβάλλω για τα λόγια και τις προθέσεις του. Μου λέει λοιπόν πως πήγε πρόσφατα στους Δελφούς και ρώτησε το μαντείο ποιος είναι ο σοφότερος άνθρωπος στον κόσμο. Και η Πυθία είπε το όνομά μου. Ο Σωκράτης είναι ο σοφότερος των ανθρώπων. Ο Σω-κρά-της, ε-γώ εί-μαι… ναι, ναι, το είπε ο Απόλλωνας! Δεν υπάρχει άλλος πιο σοφός απʼ τον Σωκράτη. Έτσι είπε ο Θεός! Εσείς τι θα κάνατε αν σας λέγανε κάτι τέτοιο; Τι θα κάνατε αν πιστεύατε στο Θεό και στον άνθρωπο που σας το λέει; Είσαι ο πιο σοφός άνθρωπος στον κόσμο! Για ελάτε στη θέση μου! Εγώ τι έκανα; Για πολύ καιρό αναρωτιόμουνα τι εννοεί ο Θεός, τι υπονοεί. Γιατί είναι γνωστοί οι λοξοί χρησμοί του. Έτσι λοιπόν ξεκίνησα να εξετάζω τα λόγια του Απόλλωνα, να ερευνώ, όσο μπορούσα, τη σοφία των ανθρώπων. Τι άλλο μου έμενε να κάνω; Αφού ποτέ δε πίστεψα ότι είμαι ο πιο σοφός… Θα μου πείτε, έτσι αμφισβητούσα το Θεό και τα θεϊκά του λόγια, με το να αμφιβάλλω για τον εαυτό μου, πως είμαι ο πιο σοφός στη γη, με άλλα λόγια είμαι όντως άθεος, όπως ισχυρίζονται. Εε, αυτό δε θα πείτε; Μα τι άλλο να έκανα; Ας έρθει κάποιος στη θέση μου! Να πιστέψω λοιπόν πως δεν υπάρχει άλλος πιο σοφός από μένα και να βγαίνω και να το φωνάζω, όπως κάνουν οι ποιητές, οι πολιτικοί, οι ρήτορες! Μα δεν είμαι τίποτα απʼ όλα αυτά, ούτε άθεος είμαι. Το αντίθετο μάλιστα, ερευνούσα τα λόγια του Θεού. Ποτέ δε θεώρησα τον εαυτό μου σοφό, ούτε φούσκωσαν τα μυαλά μου από τότε που άκουσα τον χρησμό, ήθελα όμως να ελέγξω το μαντείο, αν τελικά τα κατάφερνα, και να έβρισκα κάποιον σοφότερο από μένα. Ξεκίνησα λοιπόν να παρατηρώ τους ανθρώπους, αυτούς που οι περισσότεροι τους θεωρούν σοφούς. Στη συνέχεια τους πλησίαζα και κουβέντιαζα μαζί τους. Στην αρχή πλησίασα έναν πολιτικό, γνωστό πρόσωπο, που φαινόταν σοφός σε πολλούς αλλά και στον ίδιο του τον εαυτό, χωρίς κατά βάθος να είναι. Συζητάμε και προσπαθώ να του δείξω πως νομίζει ότι είναι σοφός, ενώ δεν είναι. Το αποτέλεσμα; Με μίσησε, όπως αργότερα και πολλοί άλλοι. Εγώ συνέχισα να συζητώ και με τους συμπολίτες μου, ξέροντας ότι θα με μισήσουν, όμως προτεραιότητα για μένα είχαν τα λόγια του Θεού. Και πιστέψτε με, δεν είναι καθόλου ευχάριστο να σε μισούν, ενώ εσύ δε μισείς κανένα, και το μόνο που σʼ ενδιαφέρει είναι να βρεις την αλήθεια. Γιατί όσους γνώρισα που λέγανε ότι ξέρουν την αλήθεια, λέγανε ψέματα φριχτά στον εαυτό τους και στους άλλους. Η περιπλάνησή μου αυτή ανάμεσα στους ανθρώπους μου έδωσε να καταλάβω ένα πράμα: όσοι θεωρούνται σοφοί, είναι οι πλέον άσχετοι. Αντίθετα, πιο συνετοί είναι αυτοί που δε θεωρούνται σοφοί. Αλλά δε σταμάτησε εδώ η περιπλάνησή μου. Ύστερα από τους πολιτικούς πήγα και βρήκα τους ποιητές. Είχα διαβάσει τα κείμενά τους και είχα ξεχωρίσει κάποια όμορφα ποιήματα. Πήγα λοιπόν να τους ρωτήσω για το νόημα της ποίησης, αν μπορούν να μου πουν κάτι παραπάνω. Και τι ανακάλυψα; Μόνο που το σκέφτομαι, μου ʽρχεται να γελάσω. Ανακάλυψα λοιπόν ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν την παραμικρή επίγνωση του τι γράφουν, είναι μανιακοί, τα ποιήματά τους δεν είναι αποτέλεσμα σοφίας, αλλά έμπνευσης, ταλέντου, θεϊκής τρέλας, σαν αυτή που κατέχει τους μάντεις. Σοφοί πάντως δε μου φάνηκαν, σε καμιά περίπτωση. Το ίδιο διαπίστωσα και με τους καλλιτέχνες. Είναι άνθρωποι που ασχολούνται με το ωραίο, φτιάχνουν πραγματικά όμορφα πράματα, και όταν τους γνώρισα από κοντά, όντως μου φάνηκαν σοφότεροι από μένα, όσον αφορά την τέχνη τους, αλλά εντελώς άσχετοι με τα υπόλοιπα. Λοιπόν, και οι καλλιτέχνες έχουν πάθει το ίδιο με τους ποιητές, αυτό κατάλαβα. Επειδή είναι καλοί σε αυτό που κάνουν, νομίζουν ότι είναι σοφοί και καταλαβαίνουν τα πάντα. Αυτό ακριβώς το ελάττωμα είναι που δείχνει την αμάθεια αυτών των ανθρώπων, η έπαρση. Με αυτά τα ζητήματα καταπιάστηκα στη ζωή μου, περιφρόνησα την καλοπέραση και τη δόξα, δε σταμάτησα στιγμή να ρωτώ και να εξετάζω τους ανθρώπους, γινόμουν έτσι δυσάρεστος σε πολλούς, με συκοφάντησαν, και αύριο με δικάζουν με ανυπόστατες κατηγορίες. Πως τάχα περπατώ στα σύννεφα και φλυαρώ ακατάσχετα για θέματα που δε γνωρίζω. Αυτά δεν έλεγε ο Αριστοφάνης; Δε λένε ακόμα πως είμαι ένας ξεμωραμένος γέρος, ένας χασομέρης που ψάχνει τα μυστικά της γης και του ουρανού; Πως το μόνο μου χάρισμα είναι να δίνω την εντύπωση πως έχω πάντα δίκιο; Και το μόνο που έψαχνα πάντα, ήταν να ερμηνεύσω τα λόγια του Απόλλωνα… Που κατέληξα; Ότι ο Θεός χρησιμοποιεί το όνομά μου σαν παράδειγμα, για να πει: πιο σοφός είναι αυτός που ξέρει ότι η σοφία του δεν έχει καμιά αξία. Αλλά γνώρισα τόσους ανθρώπους που όχι μόνο εκμεταλλεύονται τους άλλους με τα λίγα που ξέρουν, αλλά επιπλέον θεωρούνται οι πιο σοφοί της γης. Εε, μʼ αυτό δε συμβιβάστηκα ποτέ. Να, γιʼ αυτό με δικάζουν! Γιατί οι άνθρωποι δεν ενδιαφέρονται πραγματικά για τα σημάδια των Θεών, παρά μόνο για προσωπικά οφέλη. Ούτε οι νόμοι τους ενδιαφέρουν όταν απειλούνται τα συμφέροντά τους. Και κατηγορούν εμένα ότι δε σέβομαι ούτε τους Θεούς ούτε τους νόμους! Να που νύχτωσε κιόλας! Το πιο βαθύ σκοτάδι είναι της άγνοιας. Στο μυαλό των ανθρώπων δεν ξημερώνει ποτέ, αιώνια βασιλεύει νύχτα! Και αύριο, αύριο θα είναι μεγάλη η μέρα. Με κατηγορεί ένα ποιητής, και έχει για συνηγόρους ένα ρήτορα κι έναν πολιτικό. Ναι ναι! Πως να τους δώσω να καταλάβουν ότι το μόνο που με απασχολεί είναι η ανθρώπινη νύχτα; Δεν πρόκειται να με καταλάβουν! Αν με καταλάβαιναν δε θα με κουβαλούσαν στο δικαστήριο. Και θα με καταδικάσουν. Σίγουρα. Σε θάνατο! Αλλά στην πραγματικότητα το ανθρώπινο μίσος με δικάζει, ναι αυτό. Και πως τα βγάζεις πέρα με το μίσος; Μήπως θα κουβαλήσουν μάρτυρες να πούνε ότι τους διέφθειρα όταν ήταν νέοι. Που να τους βρούνε; Ότι δε σεβάστηκα τους νόμους; Μα εγώ δεν ήμουν αυτός που επέμενε να τηρηθούν οι νόμοι και να μην δικαστούν όλοι μαζί οι στρατηγοί μετά τη γνωστή ναυμαχία; Δεν πολέμησα για την πόλη μου; Δε με διέταξαν να συλλάβω παράνομα κάποιον, κι εγώ αρνήθηκα; Θα με σκοτώνανε σίγουρα τότε, αν δεν έπεφτε η τυραννία. Αυτό θέλουν να κάνουν τώρα, έτσι μου φαίνεται. Με τα πολιτικά δεν ασχολήθηκα, απλά έτυχε κάποτε η φυλή μου να ασκεί κάποιες εξουσίες, αυτό μόνο. Όμως δε φοβήθηκα το θάνατο, ακόμη και στο τρομερό καθεστώς των τυράννων. Όταν πιστεύεις στη δικαιοσύνη, δε φοβάσαι. Δειλοί είναι όσοι δεν πιστεύουν, κι εγώ ποτέ δε δείλιασα, ούτε προσποιήθηκα τον θαρραλέο, ήθελα να μείνω αυτός που είμαι. Καμία διαπραγμάτευση με την αδικία και το ψέμα, που στην ουσία είναι το ίδιο πράμα. Καμία υποχώρηση στα πιστεύω μου, γιατί αυτά καθορίζουν αυτό που είμαι και τίποτα άλλο, ούτε τα χρήματα ούτε η δόξα ούτε οι πρόσκαιρες απολαύσεις. Τώρα, στα γεράματα, θα σκεφτώ αλλιώς; Να σκεφτώ τι; Την απειλή του θανάτου; Που μʼ αυτή γεννιόμαστε και μʼ αυτή ζούμε; Μου φαίνεται οι Αθηναίοι έχουν αποτρελαθεί, τελείως. Έχασαν τον πόλεμο, και μαζί και το μυαλό τους, που αν το είχαν, στην τελική, δε θα μπλέκονταν σʼ αυτό τον πόλεμο. Και τα βάζουν τώρα μʼ ένα γεροξεκούτη, λες και δεν υπάρχουν πιο σημαντικές υποθέσεις… Γεροξεκούτης, ας είμαι λοιπόν! Κεφάλι αγύριστο! Τόσο τους ενοχλεί; Γιατί ασχολούνται; Τελείως στραβοί είναι; Δε βλέπουν τους εχθρούς τριγύρω; Τους ενοχλεί μια αλογόμυγα; Ένα ζωύφιο, αυτό του ενοχλεί; Που τους θυμίζει όσα δε θέλουν να σκέφτονται; Τόσο ανίκανοι είναι; Και θέλουν να την πατήσουν αυτή τη μύγα. Και δε βλέπουν τίποτα άλλο. Να ξεσπάσουν θέλουν και δεν ξέρουν πως. Ούτε αυτό το βλέπουν! Τους ναούς, τα στάδια, την αγορά, τα θέατρα, τους πέτρινους Θεούς, τους αμέτρητους νεκρούς… Βλέπουν τίποτα απʼ όλα αυτά; Όταν με ρώτησαν κάποτε τι θέλω πιο πολύ στη ζωή μου, είπα: να γνωρίσω τον εαυτό μου. Ένοχος λοιπόν. Γιατί ομολόγησα την έσχατη άγνοιά μου. Γιατί ερευνούσα την άγνοια των άλλων. Ένοχος, εχθρός, μέχρι θανάτου. Αλλά κακό στον εαυτό τους θα κάνουνε. Θέλουν να ξεμπερδεύουν μαζί μου, όπως-όπως, και θα το καταφέρουν, είναι τέτοια η παραφροσύνη τους που είναι ικανοί για όλα. Δε λογαριάζουν τίποτα. Ίσως να περιμένουν να τους παρακαλέσω, να κλαφτώ, όπως θα κάνανε άλλοι. Ο Σωκράτης, μάλιστα, αυτός ο δημόσιος κίνδυνος! Ποιος τα σκαρφίστηκε όλα αυτά; Πήγαινα στον καθένα και του έλεγα πως θα γίνει καλύτερος, πιο συνετός. Ούτε που ασχολήθηκα με αξιώματα και συμφέροντα, με ίντριγκες και κλίκες. Κι αυτός ο κατήγορος αύριο, ο ποιητής, ο Μέλητος… Τι παράξενα πράματα! Δε θα ʽχει έμπνευση για ποιήματα, και το ʽριξε στις συκοφαντίες. Να δούμε σε τι απʼ τα δυο είναι καλύτερος… Αλλά γιατί δεν περιμένουν να πεθάνω; Πραγματικά απορώ. Γιατί βιάζονται να φορτωθούν ένα έγκλημα; Γιατί αυτή δε θα ʽναι δίκη, αλλά αναγγελία φόνου. Τα ʽχουμε ζήσει αυτά, να σέρνουν αθώους στο δικαστήριο, να τους βάζουν δήθεν να απολογηθούν, έτσι για τους τύπους, ενώ έχουν ήδη αποφασίσει να τους ξεπαστρέψουν… Είμαι γέρος, πολύ γέρος για περιπέτειες. Κάποτε άφηνα να με παρασύρουν διάφορες παρέες, το ξενυχτούσαμε και κουβεντιάζαμε μέχρι το πρωί. Μετά στο σπίτι με κατσάδιαζε η γυναίκα μου. Ευτυχώς γιʼ αυτή, με ξεφορτώθηκε πια. Οι νέοι, βλέπεις, θέλανε να μάθουν και συνέχεια με ρωτούσαν. Όμως νύχτωσε για τα καλά, και μες στην ανθρώπινη νύχτα δε βλέπεις τίποτα, παραπατάς και παραμιλάς. Μοίρα μας είναι η νύχτα, αλλά εγώ δε δίδαξα τη νύχτα. Για το φως μίλησα, αυτό που στέλνει ο Θεός, και είπα: το δικό μου φως δεν είναι ανταλλάξιμο, δεν έχει καμιά αξία. Ας βρει ο καθένας το φως του!