`

Στην ποίηση της Αφροδίτης οι λέξεις γίνονται αγκίστρια που πάνω τους ρίχνεται ο κόσμος για να φανεί όπως είναι, ρημαγμένος και διάτρητος. Τα χρώματα δε διστάζουν νʼαυτοκτονήσουν, το άπιαστο να μαστιγωθεί, το σύμπαν να κυκλωθεί, το κάλλος να ξορκιστεί. Όλα γίνονται μέσα σε μια εικόνα που στάζει μέλανα ζωμό και γάλα με θειάφι. Η ωραία πύλη υπάρχει μόνο γιατί βγαίνουμε από αυτήν. Αν μας τη θυμίζει ακόμα κάτι είναι το γέγονος της εξόδου. Πλέον τα ψάρια βουτάνε σε πετρελαιοκηλίδες, και το καλοκαίρι έχει μείνει ανήμπορο να δίνει εξετάσεις τον Σεπτέμβρη. Κι αν δεν ξέρουμε τι να απαντήσουμε στην ερώτηση «που είναι οι πύλες του παραδείσου;» αυτό σημαίνει πως πρέπει νʼανοίξουμε τα χέρια ο ένας στον άλλον και να δεχτούμε ό,τι έχει απομείνει να δοθεί. Η ζωή για μένα, κατέληξα πως δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα ζεστό καρβέλι ψωμί. Αυτό είναι που βρήκε όταν έσπασε τον κουμπαρά της η ποιήτρια και το βιβλίο που θα μας πρότεινε δεν έχει άδικα τίτλο «φτιάχτο μόνος σου». Καθώς με τα ποιήματά της δε μας δίνει τίποτα άλλο παρά τις ψηφίδες ενός κόσμου που δεν μένει παρά να τον ξαναφτιάξουμε. Εκτός κι αν θέλουμε να συνεχίσουμε να συμβουλεύουμε ένα παιδάκι να είναι απάνθρωπο για να ξεχωρίζει από τους άλλους ανθρώπους και έπειτα να κοιμόμαστε ήσυχοι όπως η μαμά του συγκεκριμένου ποιήματος. Η ποίηση αυτή, της οποίας λέξεις και στίχους μόλις χρησιμοποίησα στην παραπάνω περιγραφή, αποτελεί μια δήλωση και μια ξεκάθαρη καταγραφή, μια διαρκής υπενθύμιση της προς αποφυγήν πραγματικότητας.

Αν οι λέξεις μπαίνουν σε μια σειρά στο ποίημα είναι γιατί το χάος που τις προδιαθέτει δεν μπορεί να τις καταβάλει. Η ποίηση του σήμερα πρέπει να μιλάει ανοιχτά και καθαρά, να τολμάει να προβάλλει ό,τι γίνεται για να μην ξαναγίνει. Το όνειρο δεν είναι ο εφιάλτης, αλλά η νίκη απέναντι στον εφιάλτη. Τότε η ποίηση ολοκληρώνεται, γιατί ειρωνευόμενη τον ίδιο της τον εαυτό, έχει κατορθώσει να σταθεί όρθια σε έναν κόσμο από ερείπια. Κι αν η ποίηση είναι πάντα άχρηστη σε μικρόψυχους καιρούς, οι μικρόψυχοι καιροί έχουν πάντα να ζηλέψουν από την ποίηση, να κλέψουν ή μάλλον ζητιανέψουν κάτι από την μαγεία της και να συνεχίσουν να προσποιούνται ότι δεν τη χρειάζονται. Η Αφροδίτη με αυτήν την πρώτη της συλλογή κάνει την παρουσία της αισθητή, όχι μόνο στον κόσμο της ποίησης, αλλά στον κόσμο της πραγματικότητας που μπορεί να τον χωρέσει για να τον μεταμορφώσει η ποίηση. Αυτή η ποίηση είναι απαραίτητη στους μικρόψυχους καιρούς –αν δεν είναι κι αυτοί οι ίδιοι που την προκάλεσαν, όχι γιατί δίνει απαντήσεις, ούτε γιατί ανακαλύπτει τον κρυμμένο και μάλλον σκουριασμένο χρυσό που όλοι ψάχνουν σε εποχές ένδειας και καιροσκοπισμού, αλλά γιατί καταδεικνύει πως η ένδεια δεν είναι ζήτημα πραγμάτων αλλά ανθρώπων, και πως αν οι άνθρωποι κατορθώσουν να διακριθούν ανάμεσα στο ζωικό βασίλειο, θα είναι γιατί δε θέλουν πια να κυριαρχήσουν στα μυρμήγκια και στις αράχνες, και γιατί έχουν δει ότι στην άβυσσο της ανεπάρκειας μια μικρή ρωγμή φωτός είναι που φτάνει να διακλαδώσει την ομορφιά, να την κάνει δέντρο και ίσως κάποτε δάσος, που μέσα της θα ξαναγεννηθούν εκείνα τα πλάσματα της Αφροδίτης, που παραμένουν αρχηγοί των φτερωτών του υποκόσμου.

`

Επεισόδιο

Σέρνεις το σανδάλι στο μάρμαρο.
Αργά.
Κάθε σου βήμα χάδι στα μάγουλα των δούλων.
Με το χέρι σου σκάβεις μύθους
φυτεύεις τον χιτώνα σου.
Λιοστάσια πλέξαν στον αργαλειό
τις μπούκλες σου.
Κοιτάς τον χρησμό σου να σκηνοθετεί
κι εσύ γράφεις υπότιτλους
από μέλανα ζωμό.
Ταξιθέτης στους τυφλούς κίονες
ορίζεις τις μέρες σου
βγαίνοντας απ΄την ωραία πύλη.

`

*

Η τέχνη της διακόσμησης ή πώς να γίνεις ποιητής

Κρεβάτι δρύινο
καθρέπτης ολόσωμος
καρέκλα διαθέσιμη
κουρτίνα αδιαφανής
γραφείο σκαλιστό
γραφίδες ρετρό
γραφή ανορθόγραφη
βιβλιοθήκη από τον ένα τοίχο ως τον άλλον
βιβλία άπειρα σε γήινα χρώματα
βίβλος με κλίση προς τα δεξιά για καλό φενγκ σούι

Έχεις φτιάξει το τέλειο δωμάτιο. Χωράει όλες σου τις φιλοδοξίες.
Στο πατάρι ανέβασε τα καθημερινά και στο τέλος στρώσε κι ένα κόκκινο χαλί.
Κι αν δεν γίνεις διανοούμενος, μην σε νοιάζει. Κι αν δεν μπορείς να γράψεις, δεν πειράζει.
Ακούμπησε στο βελούδινο κεφαλάρι και αναπαύσου εν ειρήνη.
Όταν ξυπνήσεις, σπάσε τον κουμπαρά σου. Κάτι θα βρεις.

`

*

Άνοιξη

Αναβάτης ατίθασης πεταλούδας
εκδρομέας του αγρού
δρασκελίζω στα πέταλά σου
παπαρούνα.
Από σένα παίρνω τους χυμούς
και το κόκκινό σου ρούχο κλέβω
-όχι για να ντύσω την γύμνια μου-
από συνήθεια παρανομώντας
με εαρινή διάθεση
εγώ,αρχηγός των φτερωτών πλασμάτων του υποκόσμου.
Μην με κατηγορήσεις, ω Κάρμεν του Μαγιού.
Πες πως σε πλάνεψε ο ταυρομάχος αγέρας
σε κάποια βεγγέρα αθώων λουλουδιών
με τις σκάρτες υποσχέσεις του για πρόωρο καλοκαίρι.
Λυπήσου τον βιαστή σου, ανθισμένη Ερινύα
κι αυτός ο τρισκατάρατος
-καρπός μοναδικής ένωσης Χειμώνα και Αβύσσου-
θα σε αφήσει να τον μισήσεις
με αίσθημα
συμβατό
με την ηθική
παπαρούνας.

`

*

Όταν από μικρός μαθαίνεις την αλήθεια…

Μια γιαγιά κρατά από το χέρι ένα παιδάκι.
Πηγαίνουν βόλτα το μεσημέρι για ν’ αφήσουν τη μαμά να κοιμηθεί.
Ήσυχη.

Στο δρόμο το παιδάκι βλέπει μια μανταρινιά.
Ρωτάει τη γιαγιά του δείχνοντας:
-Πώς το λένε αυτό το μανταρίνι;
-Κλημεντίνη.
-Γιατί γιαγιά;
-Για να ξεχωρίζει από τα άλλα μανταρίνια.

Παραδίπλα με δυσκολία αναγνωρίζει μια συκιά.
Ρωτάει τη γιαγιά του δείχνοντας:
-Πώς το λένε αυτό το σύκο;
-Φραγκόσυκο.
-Γιατί γιαγιά;
-Για να ξεχωρίζει από τα άλλα σύκα.

Μια κυρία στη συνέχεια τους συναντά τυχαία και αμέσως χαμογελάει.

Ρωτάει το παιδάκι κοιτάζοντάς το στα μάτια:
-Πώς σε λένε εσένα μικρό μου;
-Απάνθρωπο.
-Γιατί καλό μου;
-Για να ξεχωρίζω από τους άλλους ανθρώπους.

H κυρία απόρησε, η γιαγιά συμφώνησε, το παιδί μεγάλωσε.
Η μαμά κοιμάται.
Ήσυχη.