`

ΖΑΛΟΓΓΟ 1803

Στο Ζάλογγο στην Ελλάδα, το 1803, πενήντα επτά γυναίκες
πέθαναν χορεύοντας μπροστά στους «εχθρούς» στρατιώτες.

1.

Το τελευταίο πράγμα που θα δείτε από μένα
θα ʼναι ολόιδιο με το πρώτο, απαράλλαχτα
πλάτη και στήθος, μεταξύ κεφαλιού και ποδιών
το ίδιο βάρος. Πεθαίνω χορεύοντας
για να μην απομείνω πίσω, μοιρασμένη,
σαν κείνους που ζουν σε δυο τόπους διαφορετικούς.
Κανείς εδώ περνώντας να μη με θυμάται,
μην πιάσει να με μιμηθεί κι ο ίδιος χαθεί.
Πιστεύετε στʼ αλήθεια ότι οι σφαίρες
με διαπερνούν, το καβούκι μου βγάζουν;
Κοιτάξτε πως ήδη όλα από μένα απορρέουν:
αυτό το πράσινο, το μπλε σταχτί. Τίποτα
όμως δεν μπορεί να αθροιστεί.
Ακόμα και το θάνατο θέλω να χρησιμοποιήσω
για να μεγαλύνω τη ζωή μου.

2.

Στο χορό μου δεν υπάρχει ένα πρώτα,
ένα μετά, βήματα διαδοχικά.
Ποτέ μου δεν χόρεψα μπροστά σε κοινό,
αλλά ετούτοι είναι οι δολοφόνοι μου.
Όχι πλήθος που μπαινοβγαίνει: άντρες
δεμένοι μαζί μου στην αιωνιότητα.
Η πόρτα που τώρα ανοίγουν, για πολύ
ακόμα θα βροντά, από κείνους κι από εμάς.
Μπροστά σʼ αυτό το πλήθος το κραταιό, ακλόνητη
στο κέντρο ενός σκόπευτρου, γυμνώνω το νου,
κάθε αμελητέα έγνοια παραχωρώ
κι εγκαταλείπομαι στις αισθήσεις.
Είμαι γεμάτη ουρανό.

3.

Σʼ αυτόν το φόβο βρίσκω καταφύγιο.
Δεν παραλείπω τίποτα:
κρατώ μέσα στα μάτια,
και προτεταμένα στις παλάμες
σαν θησαυρό, την κομμένη ανάσα,
το αρματωμένο σώμα και τα πολεμοχαρή δόντια.
Αυτό είμαι, αυτό συμμερίζομαι:
και ήδη παρατηρώντας, αρχίζω νʼ αλλάζω.
Εσύ που σταμάτησες το χορό σου,
μʼ έχεις αγκαλιάσει: το όριο κι ο φόβος
είναι μόνο δικά μου ή δικά σου·
η σιωπή και η πληρότητα, και των δυο.

4.

Μερικές φορές είναι χρήσιμο αυτό:
όταν με σκιάζει η αγωνία, τυφλή –
νʼ αντιλέγω, πως είναι μουσική.
Να βάζω γιʼ αντίβαρο έναν αργό
χορό, μιας γυναίκας που δεν είμαι εγώ.
Σχεδόν ακίνητη νʼ αφήνομαι να γεμίζω,
μιαν ενέργεια μεγαλύτερη από μένα.
Χθες ολίσθαινα σε τέτοιες περιπτώσεις,
το βήμα μακρύτερο απʼ το πόδι ήταν.
Τώρα οι αδελφές μου μʼ αγκυροβολούν,
μια σε κάθε χέρι, σύρουν από μένα
την κατάλληλη νότα. Και μόνο τώρα
μπορώ να δώσω αυτή τη μεγάλη συγχορδία,
γιατί δεν είμαι καμιά βραδύνους, ευτελής:
πότε τεντωμένη, σε ταραχή, αυστηρή·
πότε όργανο μιας ορχήστρας.

5.

Το χορτάρι κι όχι άλλο υπαγορεύει το χορό μου,
κινούμαι στο πέλμα των ποδιών,
είναι σαν να συνάζω τον άνεμο στο νου
να ορίσει τα καινούργια βήματα.
Ξέρετε πως στο χορό η μουσική
είναι απλώς ένα υπόμνημα: το αληθινό
ξεδίπλωμα γίνεται στη σιωπή
– πρώτα βρίσκω τον εαυτό μου, μετά δέχομαι
προτάσεις. Δύσπιστοι μας κοιτάτε,
«Εκτός λογικής, δαιμονίζεστε»,
αλλά κι εσείς, αδαείς, χορεύετε.

6.

Όλη η ζωή είναι μια προετοιμασία
για το θάνατο; Μια προετοιμασία
για την επόμενη στιγμή, μάλλον.
Δεν παραλείπω τίποτα:
ασάλευτες στο νου οι αισθήσεις
ρούχα κατάσαρκα, μπλοκάρω
μια σκέψη και την τυλίγω προς τα πίσω,
σε καθετί άργητα στο έπακρο.
Βυθισμένη σʼ αυτή την περισυλλογή
ακόμα και ο δήμιος είναι αποτύπωμα αγάπης,
φυσικό στοιχείο που με διαπερνά,
καταχωρημένο κι ευθύς μεταβαλλόμενο
σε γλυκύτητας πνοή.

7.

Είμαι γεμάτη απʼ τις ανάσες των άλλων.
Ήθελαν μια σύζυγο, μια μάνα:
τα πάντα έχω δεχτεί.
Στον προκαθορισμένο ρόλο
μπήκα βουβή. Ωστόσο κανείς
δεν μπορεί να πει: «Ο ήλιος στο δέρμα σου
είναι δικό μου δώρο, από μένα απορρέει
η επέκταση που ζεις».
Δική μου και μόνο δική μου
είναι η ψυχή που μεγάλωσε απʼ τον ήλιο,
η απόδραση με βήματα χορού,
η ύπαρξη που σε κάθε συγκίνηση ψηλώνει.
Στην πράξη, εγώ είμαι ένα τραπέζι μʼ εδέσματα,
όποιος πλησιάσει, θα μπορούσε
την πείνα του να κατασιγάσει,
όμως όλα όσα μου γύρεψαν
ήταν ένας ρόλος κοινωνικός,
να καθησυχάσω
για την επιλογή τους
άλλες συζύγους και μάνες.

8.

Όταν τα πάντα έξω ίσα που σαλεύουν,
αλλά μέσα είναι πόρτες που ανοίγουν,
ρεύματα, ογκώδη τοιχώματα
που αγνοούσα· ή όταν
τίποτα δεν υπάρχει εσωτερικά και η έκρηξη
γίνεται απʼ έξω, κανένα μάτι
δεν παρεμποδίζει το χορό: και τις δυο
στιγμές χρειάζομαι, να μαζεύω δυνάμεις
και ύστερα νʼ αδειάζω, νʼ αφήνω το χαρταετό
να φύγει αλλά να τον κρατώ απʼ το σχοινί.
Διαρκώς αλλάζω στόχο,
δυο φτερά,
εισπνέω κι εκπνέω.
Ότι σήμερα θα μπορούσε κάποιος να πεθάνει,
δεν αλλάζει: είναι μια στιγμή σαν όλες τις άλλες,
αγώνας, εγκατάλειψη, περισυλλογή
– τίποτα.

9.

Ένα επικό φόντο. Ο μαύρος ουρανός,
βροντές, εμείς με την καρδιά στιλπνή.
Πώς να μη νιώθουμε ευγνωμοσύνη;
Κάτω απʼ το νερό, μπροστά στους στρατιώτες
εγώ χορεύω. Δεν χρειάζεται άλλο
από την αίσθηση της βροχής
να ʼναι παρούσα. Είμαι ένα μουσικό
όργανο, η νοτισμένη μυρωδιά
μου αποσπά ήχους βουβής έκστασης.
Καμιά ιδιαίτερη αξία
ή πράξη στραμμένη σʼ ένα σκοπό, κι όμως
θησαυροί επί θησαυρών, κατακλυσμός.
Δεν ξέρω γιατί.

10.

Στο τέλος μιας μέρας δουλειάς
το σώμα είναι έτοιμο: έχει την ενέργεια
για να χορέψει. Στο ναό ή στην πλατεία,
η κορύφωση της μέρας. Καινούργια ροή
ενέργειας, λες και η δουλειά
ήταν ένας τρόπος ανασυγκρότησης.
Από μέσα μια δύναμη ωθεί, πνέει,
ανεξάντλητη γλυκύτητα. Γιορτάζω
τον κάματο, το σώμα άγρυπνο και τεντωμένο
σαν χορδή βιολιού.
Στο τέλος μιας ζώσας ζωής
η ψυχή είναι έτοιμη: έχει την ενέργεια
για να παρακολουθεί, νʼ αρχίσει το χορό της.

`

******************************

ZALONGO 1803

A Zalongo in Grecia, nel 1803, cinquantasette donne
morirono danzando davanti ai soldati “nemici”.

1.

Lʼultima cosa che di me vedrete
sarà uguale alla prima, identici
schiena e petto, tra testa e piedi
lo stesso peso. Muoio danzando
per non restare indietro, parziale,
come chi vive in due luoghi diversi.
Nessuno qui passando mi ricordi,
prenda a imitarmi e smarrisca se stesso.
Davvero pensate che i proiettili
mi penetrino, cavino il mio guscio?
Guardate come già tutto da me esce:
questo verde, il blu cinereo. Pure
non è possibile aggiungere nulla.
Anche la morte voglio usare
per aumentare il mio essere.

2.

Nella mia danza non cʼè un prima,
un dopo, passi in successione.
Mai ho danzato di fronte a un pubblico,
ma loro sono i miei assassini.
Non gente che entra ed esce: uomini
legati a me per lʼeternità.
La porta che ora aprono, a lungo
ancora sbatterà, da noi e da loro.
Innanzi a questa gente intensa, ferma
dentro un mirino, spoglio la mente,
cedo tutte le cure disattente
e mʼabbandono alle sensazioni.
Sono piena di cielo.

3.

In questa paura prendo rifugio.
Non mi faccio mancare alcunché:
tengo nellʼocchio, e offerti nei palmi
come un tesoro, il fiato spezzato,
il corpo armato e i denti bellicosi.
Questo sono, questo condivido:
e già osservando, comincio a mutare.
Tu che hai interrotto la tua danza,
mi hai abbracciata: il limite e la paura
sono solo miei o tuoi;
il silenzio e la pienezza, di entrambi.

4.

A volte è utile questo:
quando lʼansia mi offusca, cieca –
contraddirmi, essere musicale.
Mettere a contrappeso una danza
lenta, dʼuna donna che non sono io.
Quasi immobile lasciarmi colmare,
unʼenergia più vasta di me.
Ieri in queste occasioni sbandavo,
il passo era più lungo della gamba.
Ora le mie sorelle mi ancorano,
una per mano tirano da me
la nota opportuna. E solo adesso
posso dare questo grande accordo,
perché non sono ordinaria, lenta:
ora tesa, in tumulto, sostenuta;
ora strumento di unʼorchestra.

5.

Lʼerba e non altro detta la mia danza,
mi trasferisco alla pianta dei piedi,
è come accolgo il vento nella mente
a determinare i nuovi passi.
Sapete che nella danza la musica
è solo un suggerimento: il vero
dispiegarsi si fa in silenzio
– prima trovo me stessa, poi accetto
proposte. Increduli ci guardate,
“Fuori di senno, indemoniate”,
pure anche voi, ignari, state danzando.

6.

Tutta la vita è una preparazione
alla morte? Una preparazione
al momento successivo, piuttosto.
Non mi faccio mancare alcunché:
ferme nella mente le sensazioni
degli abiti sulla pelle, blocco
un pensiero e lʼavvolgo allʼindietro,
in ogni cosa estrema lentezza.
Allungata in questa contemplazione
anche il carnefice è orma dellʼamore,
dato naturale che mʼattraversa,
registrato e subito tramutato
in soffio di dolcezza.

7.

Sono piena dei respiri degli altri.
Volevano una moglie, una madre:
tutto ho accettato. Nel ruolo prefisso
sono entrata muta. Pure nessuno
può dire: “Il sole sulla tua pelle
è un mio dono, viene da me
lʼespansione che vivi”. Mia e solo mia
è lʼanima aumentata dal sole,
il fuoriuscire in passi di danza,
lʼessere che sale a ogni commozione.
Di fatto, io sono un desco imbandito,
chi sʼavvicina potrebbe sfamarsi,
ma tutto ciò che mi hanno chiesto
è stato un ruolo sociale, rassicurare
della loro scelta altre mogli e madri.

8.

Quando fuori tutto si muove appena,
ma dentro sono porte che si aprono,
soffi, espansione di pareti
che nemmeno conoscevo; o quando
nulla è interiormente e lʼesplosione
avviene allʼesterno, nessun occhio
trattiene la danza: di entrambi
i momenti ho bisogno, caricarmi
e poi svuotarmi, lasciar andare
lʼaquilone ma tenerlo a una corda.
Continuamente muto di segno,
due ali, inspiro ed espiro.
Che oggi si possa morire non cambia:
è un momento come tutti gli altri,
sforzo, abbandono, contemplazione
– nulla.

9.

Uno sfondo epico. Il cielo nero,
tuoni, noi con il cuore lucido.
Come non avvertire gratitudine?
Sotto lʼacqua, davanti ai soldati
io danzo. Non cʼè bisogno dʼaltro
che della sensazione della pioggia
esser presenti. Sono uno strumento
musicale, lʼodore di bagnato
estrae da me suoni di muta estasi.
Nessun merito in particolare
o azione volta a un fine, eppure
tesori su tesori, inondazioni.
Non so perché.

10.

Alla fine dʼun giorno di lavoro
il corpo è pronto: ha lʼenergia
per danzare. Nel tempio o in piazza,
il culmine della giornata. Fiotti
nuovi dʼenergia, come se il lavoro
fosse stato un modo di caricarsi.
Da dentro una forza spinge, tira,
dolcezza inesauribile. Celebro
la stanchezza, il corpo vigile e teso
come una corda di violino.
Alla fine dʼuna vita in presenza
lʼanima è pronta: ha lʼenergia
per guardare, iniziare la sua danza.

`

**************************************************

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

`

Απόδραση με βήματα χορού…

«Τες εμάζωξεν στο μέρος, του Ζαλόγγου τʼ ακρινόν,
της ελευθεριάς ο έρως και τες έμπνευσε χορόν…»

Δ. Σολωμός (1823)

Ένας νέος Ιταλός ποιητής, ο Ντανιέλε Πιετρίνι από τη Ρώμη, εμπνευσμένος από την τραγική ιστορία του Ζαλόγγου που έγινε θρύλος μέσω της προφορικής, λαϊκής μας παράδοσης, γοητευμένος από τη φυσιογνωμία της μελλοθάνατης γυναίκας Σουλιώτισσας που υπερβατικά αναδύεται στην άκρη του γκρεμού στο Ζάλογγο, απαλλαγμένος από το βάρος αμφιβολιών και άσκοπων, εντέλει, διλημμάτων του τύπου «ο χορός του Ζαλόγγου έγινε ή δεν έγινε;», μας καταθέτει, δυο αιώνες αργότερα, τη δική του γραπτή αναφορά στην ποιητική της διάσταση.

Σε αυτή τη γραπτή αναφορά συνεπικουρεί, με διεισδυτική και συνάμα στοχαστική ματιά στις πτυχές αυτής της «απόδρασης με βήματα χορού», μια πολυτάλαντη, αγαπημένη ποιήτρια, θεατρική συγγραφέας, συντάκτρια και παρουσιάστρια του Radio 3 και κριτικός λογοτεχνίας, η Μαρία Γκράτσια Καλαντρόνε, με το δικό της κριτικό κείμενο που παραθέτω ευθύς μεταφρασμένο στα ελληνικά:

«Συμβαίνει – κατά καιρούς – να συναντάμε ποιήματα εκ φύσεως αβάσταχτα όπως αυτά, ποιήματα που μας κόβουν την ανάσα, επειδή έχουν την ικανότητα να μας βυθίζουν σε μια λίμνη νοημάτων που ανατρέπουν τους φυσικούς νόμους. Η ιστορία των 57 γυναικών από το ελληνικό χωριό Σούλι που, πιασμένες απʼ τα χέρια και με τα παιδιά τους σʼ έναν αυστηρό κύκλο, έπεφταν χορεύοντας –μία προς μία σε κάθε στροφή του κύκλου, ολοένα και πιο κοντά στην ανέπαφη μοναξιά των νεκρών- από το όρος Ζάλογγο για να μην ντροπιαστούν στην ψυχή και στο σώμα από τους Τούρκους στρατιώτες του Αλή Πασά, αποτελεί από μόνη της έναν ποιητικό κορμό, θέμα ήδη της παραδοσιακής μουσικής και ζωγραφικής, και των παραδοσιακών χορών.

Τί άραγε πρέπει να είδαν οι στρατιώτες που τις παρακολουθούσαν να ρίχνουν τα παιδιά τους στο κενό και να ρίχνονται και οι ίδιες ξωπίσω από τα κορμιά που οι ίδιες είχαν γεννήσει; Τί εμπόδισε εκείνους τους άνδρες από το να συλλάβουν εκείνη την μακρόσυρτη αντεστραμμένη γέννα; Γιατί δεν παρενέβησαν για να τις σταματήσουν, αυτοί που ήσαν σίγουρα ισχυρότεροι και περισσότεροι αριθμητικά και πάνω απʼ όλα ένοπλοι; Τί κατέστησε ανέγγιχτες εκείνες τις γυναίκες απέναντι στο ασκέρι των Τούρκων που ήδη είχε σφαγιάσει τους άνδρες; Γιατί δεν τις έριξαν καταγής για να τις καταχραστούν όπως είχαν συνήθειο, καθώς αναβαπτίζονταν με το αίμα των παιδιών κι αντιθέτως κάθονταν να τους παρακολουθούν όλους να σκοτώνονται, μία γυναίκα προς ένα παιδί, αργά και αποφασιστικά; Γιατί στέρησαν οι ίδιοι από τους εαυτούς τους την ικανοποίηση να σκοτώσουν τον εχθρό; Ενδεχομένως η ματιά ενός ποιητή 200 χρόνια αργότερα που εξακολουθεί να κοιτάζει την αφύσικη διάταξη εκείνων των σωμάτων να χορεύουν αλύγιστα, που προσπαθεί να μαντέψει ποιό αίσθημα τους δένει αλλά και τους χωρίζει:

Ο Πιετρίνι φαντάζεται ένα ενιαίο, τεράστιο γυναικείο σώμα, μοναδικό και δαιμονιακό και υπεράνθρωπο, που φτάνει σε σημείο να προφέρει “ακόμα κι ο δήμιος είναι αποτύπωμα αγάπης”. Εκείνοι οι στρατιώτες αντίκρισαν ένα ενιαίο σώμα που είχε γίνει ήδη υπεράνθρωπο, που εξέφραζε μονάχα το δικό του “Μη μου άπτου”. Το Ζάλογγο του Πιετρίνι δεν δελεάζει με τρόμο ή θλίψη, αλλά σιγοκαίει με μια γλυκιά και ώριμη γνώση: τα δέκα του μέλη ξελύνονται όλα γύρω από αυτή την υπέρβαση του εγώ και του εγώ ως ρόλου γυναικείου και του σώματος, με μιαν εξιδανίκευση της ζωής στην οποία ο θάνατος είναι το πεπρωμένο που έχει την τόλμη να επιλέξει πριν αυτό συμβεί με πιο δυσάρεστο τρόπο. Η βαρβαρότητα του πολέμου χρησιμοποιήθηκε επομένως από εκείνην τη χούφτα των Ελληνίδων ως μια Ευκαιρία για να σχηματίσουν ένα κοινωνικό σώμα αήττητο και να σπρώξουν εκείνο το νεότατο και ακάθεκτο Corpus – υπό την πιο Ουδέτερη έννοια του – πέρα από τη συμβατική συνήθεια της επιβίωσης, στο θάνατο. […]

Τί καθιστά τότε και πάντα ανέγγιχτο και υπεράνθρωπο ένα σώμα εκτός του ότι έχει νικήσει το φόβο του θανάτου πριν από το θάνατο; Ο Χριστός δεν μπορούσε να έχει αγγιχτεί από τη Μαγδαληνή, επειδή τα νεκραναστημένα βήματά του περπατούσαν ήδη στην ατμόσφαιρα πέρα από το θάνατο. Oι γυναίκες του Ζαλόγγου δεν θα μπορούσαν να έχουν αγγιχτεί από τους στρατιώτες επειδή χρησιμοποίησαν την κίνηση της πτήσης (πόσους άλλους τρόπους λιγότερο φορτωμένους με συμβολική σημασία θα είχαν για να σκοτώσουν και να σκοτωθούν), διέσχισαν τον αέρα διαδοχικά σαν άγιες μάγισσες παρακάμπτοντας με το τελευταίο βήμα της ζωής τους, τον πυκνό, μαύρο βράχο του θανάτου – και όχι μόνο με την πολύ ανθρώπινη και όντως εύλογη απελπισία εκείνου που απειλεί να πηδήξει απʼ το περβάζι διότι έχει χάσει τη σύντροφό του ή τη δουλειά του, αλλά με τη χάρη εκείνου που το εγώ του βρίσκεται σε μηδενικό βαθμό, βρίσκεται σε πλήρη, επιτευγμένη αδιαφορία.».

`

*****************

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Ο Ντανιέλε Πιετρίνι (1974), είναι αρχιτέκτονας, ζει στη Ρώμη κι εργάζεται στο Υπουργείο Πολιτισμού. Έχει μεταφράσει από τα αγγλικά στα ιταλικά περισσότερα από πενήντα βιβλία και ασχολείται με την ποίηση εδώ και μια δεκαετία.

Διάχυτος στην ποιητική του γραφή είναι ένας μυστικισμός άρρηκτα συνδεδεμένος με τη φιλοσοφία, το μύθο, την ιστορία και την τέχνη, κυρίως την εικαστική. Τα δομημένα σε ενότητες ποιήματά του, με συχνές μεταφορές και συμβολισμούς, με αναφορές σε θρύλους και ιστορικά γεγονότα, μοιάζουν να αιωρούνται αποστασιοποιημένα από την ανάγκη θεώρησης της καθημερινότητας.
Ο ίδιος δηλώνει: «Γράφω για να μεταμορφώνω. Είμαι ένας άνθρωπος που νιώθει, αγγίζει, γεύεται, μυρίζει, βλέπει: γίνομαι κάποιος που γράφει ποιήματα. Η ποίηση ως μέρος του εγχειρήματος να ζεις: νʼ αλλάζεις το μόλυβδο σε χρυσό. Ο τελικός στόχος είναι να έχει κανείς μέσα του περισσότερη σιωπή, όχι περισσότερες λέξεις.»

Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά (“Poesia”, “Pagine”, “Fermenti“) στην Ιταλία αλλά και στις ΗΠΑ (“The Day Barque”). Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές: «Ο ταξιδιώτης που δεν ήθελε να ξέρει» [Il viaggiatore che non vuole sapere, εκδ. Semar 2003] και «Το οχυρό του αδιόρατου», [Il fortino dellʼinvisibile, εκδ. Fermenti 2013], που περιλαμβάνει την ενότητα ποιημάτων «Ζάλογγο 1803».

`

*  ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Τα ποιήματα του Πιετρίνι και το κείμενο της Καλαντρόνε έχουν δημοσιευτεί στο “Poesia” http://lapoesiaelospirito.wordpress.com/tag/daniele-pietrini. Ευχαριστώ και τους δύο συγγραφείς για την παραχώρηση των κειμένων τους.