`

ώσπερ πελεκάν

Όπου είμαι σ εκείνο το παλιό το χωριουδάκι
κι είμαι σ ένα σπίτι με καμάρες ή και σε κάτι κήπους
κι είναι να συμβούν πράγματα
κι είναι γνωστό και θλιβερό το τέλος αυτής της ιστορίας.
Αλλά δεν πρέπει λέει να το γνωρίζομε αυτό το τέλος
μα πρέπει να έχομε εκείνη τη παιδική χαρά.
Κι είναι αυτό το νόημα τόσο πολύ μακρινό
που μούδωσε τόση χαρά η ξεχασμένη γεύση του .
Και πιο πολύ όπου κάτω απ αυτό το νόημα
είναι θαμμένα πλήθος άλλα νοήματα και άλλοι λογισμοί
όπου τα πλάκωνε τούτος ο λογισμός.
κι είναι και ένα ποίημα που ξεκινά έτσι

Πως είναι στις ωραίες ιστορίες
όπου οι πράξεις των ανθρώπων έχουν νόημα,
έτσι φαντάζονται οι άνθρωποι αιτίες
για ότι τους συμβεί πέρα απ τα γνώριμα

διότι παρατήρησα ότι οι άνθρωποι διηγούνται σαν ιστορίες
εκείνα τα σημεία της ζωής τους που δεν κατανοούν…

δηλαδή τα διηγούνται έτσι ώστε να βγαίνει ένα νόημα.

….και σκέφτηκα τον ποιητή όπου έχει
ολάκερο το νόημα του ποιήματος στο νου του δίχως λέξεις
και σκέφτηκα πόσο πλανούνται οι άνθρωποι που νομίζουν
ότι ο ποιητής γυρεύει λέξεις για να βάλει το νόημα τούτο μέσα στις λέξεις…..

και λέει ο ποιητής των Αρρήτων όπου γράφει τη μεγάλη Γεωμετρία των Παθών.
……..

Διότι ο ποιητής το νόημα , το θέλει πάντα να ναι
έτσι γυμνό κι ολόκληρο, ελεύθερο από λέξεις
Οι λέξεις είναι που ορμούν στο νόημα απάνω
όπως οι μύγες στο φαί και τα όρνεα στο κρέας
και ο ποιητής όσο μπορεί τις διώχνει να μη κάτσουν

……..

κι είναι το ποίημα
το πτώμα του νοήματος που έλαμπε στον νού του
και λυπάται , όπως λυπάται ο αμαρτωλός μετά την αμαρτία
διότι έχει ηδονή ετούτος ο θάνατος του νοήματος
έχει και θυσία

«ώσπερ πελεκάν»
που λένε τα ιερά βιβλία

`

*

λόγος για τη ποίηση

πολλοί είναι εκείνοι όπου ερωτούν γιατί να γράφει ο κάθε ποιητής ποιήματα
και έτσι ερωτούσα και εγώ τον εαυτό μου
κατεβαίνοντας στη θάλασσα
από τις ορθές τις πέτρες και τα ρέτσουλα….
και τότε φύσηξε ένα αεράκι δροσερό
κι έγινε μεγάλη σιωπή και ησυχία στο νού μου μέσα.
και μια δροσιά στο μέρος της καρδιάς
όπου σαν να ήμουνα μικρό παιδάκι
και με κρατούσε ο πατέρας μου απ το χέρι
και τον ρωτούσα και μούλεγε
κι ήταν ο λόγος του σαν ζάχαρι αγαπητερός
όπως μιλούνε οι πατεράδες
όπως μιλούσε κι ο πατέρας μου
όταν μου μάθαινε τα γράμματα
και λέει μου εκείνος ο γλυκύς ο λογισμός
με δίχως λόγια , μόνο με το νόημα πού χουνε τα λόγια
Ότι , όπως εγώ έφτιαξα ένα ποίημα μια φορά
όπου έφτιαξα ένα καφενείο , έβαλα και τραπεζάκια
και καπετάνιους στους τοίχους και λυράρηδες
έτσι ο Μεγαλοδύναμος έφτιαξε τη γή και τη θάλασσα
έφτιαξε και τους ουρανούς
κι όπως έφερα εγώ εκει στο καφενείο ανθρώπους να πίνουν το κρασί τους
και αυτοί οι άνθρωποι και η ψυχή τους ήτανε η σημασία του ποιήματος
έτσι και ο Παντοδύναμος έφερε εμένα και σένα και τον καθένα μας

-άχ πως να το πώ να το πάρετε ετούτο το νόημα-
εμείς οι άνθρωποι είμαστε το αληθινό νόημα στου Θεού το Μέγα Ποίημα
γι αυτό και ευλόγησε τους ποιητές
κατ εικόνα και ομοίωση
και είμαστε δηλαδή ποιητές και μείς
αλλά με τη δική του τη χάρη.
Όπου με βρήκε όλο αυτό το νόημα στον τόπο και με τουφέκισε .
Και μετά ήρθανε πάλι οι σκέψεις κ έχασα εκείνη τη σιωπή του νου
που αφήνει τα νοήματα ολόκληρα ,και τη δροσιά στο μέρος της καρδιάς
μα πάλι κάτι έμεινε, σαν το βασιλικό οπού ξεράθηκε σ ενα τσεπάκι
σ ενα σακάκι μιας γιορτής….

`

*

H δίκη

Όπου εγέμισε το σπίτι μου ανθρώπους δικαστές της Μεγάλης Κρίσης
και με κοίταζαν που κοιμόμουνα και ψάλανε
και σηκώθηκα όπως όπως ντροπιασμένος και μου λέει ο ένας Δικαστής :
-Τι δηλώνεις;
-Ένοχος λέω εγώ , κι έψαχνα με το νού μου να δώ που έσφαλα.
-Γράψε το . Μου λέει ο άλλος , και τόγραψα .
-Πάρε μου λέει ετούτο το πινέλο και φύγε.
Eφυγα , έτσι , γυμνός , τυλίχτηκα μια κουβέρτα και με διώξανε από το σπίτι μου και έφυγα και ήταν όλα πανάρχαια και τα χώματα και τα σπίτια και οι άνθρωποι .
Και έλεγα θα πάω στο βουνό και ʽνιωθα και ελευθερία και φόβο.
Και πήγα .Kαι στο δρόμο, μέσα στους βράχους αρχαίοι ναοί , και βρήκα νερό και μια σπηλιά και παρακάτω ένα ποταμό λύπη και φοβήθηκα να μπώ , ότι ήμουν απ όλους ξένος .
Και έβγαζε η σπηλιά στο σπίτι μου το πατρικό στις παλιές τις ξεχασμένες κάμερες και τις αυλές εκείνες που ακούς και λένε οι γριές ,όταν διδάσκουν ,της μύγας το φτερό.

( το σπίτι μου)

Διότι το σπίτι μου το πατρικό είναι παλαιό και τούρκικο, έχει αυλή κλειστή και οντά για τις χανούμισσες και αποθήκη .Όπου στην αποθήκη υπάρχουν οι πόρτες στο πρίν ή ίσως και στο μετά , και καμιά φορά και εκκλησάκια στους τοίχους .

Και λέει ο Ποιητής των Αρρήτων όπου γράφει τη μεγάλη Γεωμετρία των Παθών .

…………………………………………………..

Στη αποθήκη υπάρχουνε στοές
σε τόπους που ξεχάστηκε ο χρόνος
αυλές κρυφές ,κάμαρες μυστικές
χαμένες στη μεγάλη λησμονιά
που δε τις φτάνει του καιρού ο φθόνος

………………………………………………….

εκεί με ʽβγαλε το όνειρο και θαύμασα πως είναι τόσο κοντινά τα πάντα.

Και μ έπιασε μια ανησυχία και ένα συναίσθημα ανημποριάς ,διότι βρήκα το σπίτι ετοιμόρροπο , όπου απέξω δεν φαινόταν ,αλλά οι οντάδες κρέμονταν σε μια κλωστή και πώς να το διορθώσω ετούτο το σπίτι που θα πέσει αναπάντεχα ….

Και τότε έρχεται ο Άγιος και διατάζει.

-Σκάψε το τοίχο!
και σκάβω προς τη μεριά του νεκροταφείου εκεί όπου είναι το τίποτα .
Και ιδού. Μια κάμαρα περίτρανη αιώνες κλειστή . Κι άλλη κάμαρα κι είναι ν απορείς .

Και ερωτά ο Ποιητής των Αρρήτων όπου γράφει τη μεγάλη Γεωμετρία των Παθών

Εμείς που χρόνια κινδυνεύομε σε τούτους τους τόπους
αναζητώντας τα χαμένα ιερά
τι φέραμε;
4.
πάρεξ λόγια γραμμένα στη άμμο του ονείρου
-μισοσβησμένα ήδη απο τα πρώτα κύματα του πρωϊνού-
για κάτι που συνέβη, ή θα συμβεί
“κάτω απο τον καταραμένο ίσκιο μιας συκιάς”.

και ετελειώθη το όνειρο και μούμεινε μόνο ετούτη η φράση να πορευτώ

«κάτω απο τον καταραμένο ίσκιο μιας συκιάς.»

`

*

Ορνέ

Φέρανε το κρασί για το μνημόσυνο , και πίναμε , πίναμε , τα δυό αδέρφια οι φίλοι μου
που ήρθανε από τα ξένα να θάψουνε τη μάνα τους , να κλείσουν το σπίτι για πάντα και να φύγουν και γώ .
Και τα μεσάνυχτα έφυγα ολομέθυστος, με ανοικτές τις δυό φτερούγες ,
να με κρατούν στον Νότιο Ανεμο ,που φύσηξε ωστόσο ,όχι ψηλά,
μόνο μισό μέτρο πάνω από τη γή, πάνω από τον χειμωνιάτικο λαβύρινθο
του κάμπου με τις ασημένιες ελιές, και λίγο πιο ψηλά ώρες ώρες,
αλλά όχι πολύ να μη χαθώ προς τα βουνά.
Και πρίν φύγω έδωσα παραγγελία αν με χάσουν , να με γυρέψουν στην Ορνέ πού έχω αδυναμία ,κι έλεγα και ξανάλεγα

“μ αρέσουν τα δέντρα
που υποτάσσονται στον άνεμο”

και ένιωθα αυτά τα ωκεάνια συναισθήματα της μέθης
που έχω μιλήσει γι αυτά ,

τι όμορφα που είναι να είμαι ολομέθυστος
και νάναι νύχτα και φεγγάρι και ελιές και βρεγμένος κάμπος ,
και τι όμορφα που είναι να ειμαι εγώ!
και να λέω

“μ αρέσουν τα δέντρα
που υποτάσσονται στον άνεμο”

και να πετώ όχι ψηλά, να μη ψηλώσει ο νούς μου και χαθώ
και με γυρεύουν την επαύριο εις την Ορνέ στα Ορη.

`

*

Κατερίνα

Ήταν η ώρα του περίπατου, όταν έβγαινε από το σπίτι της ,και βουτούσε στο πλήθος που σεργιάνιζε ,και κατέβαινε μέχρι τα μπεντένια της θάλασσας , ολομόναχη, δεκαπέντε χρονών.

Και κοίταζε μόνο χάμαι ,ολότελα συγκεντρωμένη στο κίνδυνο, και γελούσε το χαμόγελο τής νίκης , κι έσκιζε το πλήθος ,κι έκοβε τα λόγια, κι άφηνε πίσω της αφρούς ,όπως το ποντοπόρο πλοίο.

Και περνούσε ώρα να καταλαγιάσουνε τα κύματα όπου χτυπούσανε δεξά ζερβά στα πεζοδρόμια .

Κι ήταν ένα μεγάλο νόημα γλυκόπικρο μέσα στο ψεύτη κόσμο ,τότε που φύτρωναν οι κολώνες της ψυχής μας και πρίν να μπεί η βαριά σκεπή να τις συντρίψει .

και λέει ο ποιητής που γράφει τη Μεγάλη Γεωμετρία των Παθών για τούτο το νόημα ,
που έχει αρχή μα που δεν έχει τέλος ,όπου φτιάχτηκε μέσα μας ,για τούτη την όμορφη πληγή που φτιάξαμε εκείνες τις ανοικτές εποχές ,όπου διαλέγαμε ,τις κρυφές μας τις πληγές και σφραγίζαμε τις κάμερες .
……..
που τάμαθες τα μυστικά
ετούτου του πολέμου;
να μη σηκώνεις τη ματιά
μα να κοιτάζεις χάμαι ;
Οποιος σιωπά ακούγεται
που δε θωρεί θαμπώνει
κι όποιος περνά και χάνεται
ποτέ δε λησμονιέται.
……………………

Και περνούσε ώρα να καταλαγιάσουνε τα κύματα όπου χτυπούσανε δεξά ζερβά στα πεζοδρόμια.

*
Ο Πόλεμος
(τα σκοτεινά νερά)

Όπου εβρέθηκα σε τούτο τον πόλεμο βαριά πληγωμένος , να μη μπορώ να γιάνω πλέον μοναχός μου τις πληγές και έπεσα στους γιατρούς.

Και επληγώθηκα βαριά όταν συνέβη να νικώ σε τούτο τον πόλεμο …

Διότι τόσα χρόνια νικημένος και κυνηγημένος από τους εχθρούς ,αναθάρρησα με το να νικώ, και πιάστηκα αφύλακτος και ελαβώθηκα βαριά.

Πάλι όμως εστοχάστηκα τη ζωή μου , με την ευκαιρία ετούτη , όπου εκρύφτηκα να γιάνω , ότι δηλαδή με τούτο το πόλεμο όπου ετάχθην να πολεμώ τίποτα δεν έζησα απ ότι ζουν όλοι οι άλλοι άνθρωποι που κάνουν καταδιά και περουσίες και χουν προς το τέλος της ζωής τους ανάπαυση και σέβας από τη κοινωνία και σπίτι ωραίο και ρούχα και συνήθειες καλές.

Και γώ μόνο πληγές και αγωνία και ανέχεια. Και μια φορά που βρέθηκα να νικώ σε τούτο τον πόλεμο , όπου όλοι ετούτοι ούτε πως υπάρχει γνωρίζουν , κι αυτή σε κακό μου γύρισε.

Κι έπεσα στα γόνατα πολλές φορές με δάκρυα να παρακαλέσω τον Θεό να μου δώσει μια χαρά , μια μεγάλη χαρά να χαίρομαι μέρες πολλές να φύγει αυτή η θλίψη.

Επήγα λοιπόν στο Μοναστήρι και βρίσκω το Καλόγερο που είναι και Στρατηγός , κι είχαν οι πόρτες του κελιού και τα παράθυρα μεγάλα ανοίγματα από κάτω να περνά ο Βοριάς να κάνει κρύο. Και λυπήθηκε τους άμαθους και άναψε φωτιά κ έφερε κρασί και χορτόπιτες και μας λέει

-Εμείς παιδιά μου έτσι όπως πάμε κινδυνεύομε να χάσομε και τούτη τη ζωή και την άλλη!

Και φάγαμε τις πίτες και ήπιαμε το κρασί και φύγαμε.

Και άφησε εκείνη τη πόρτα ανοικτή για μας και τον Βοριά τον παγωμένο…

και ζήτησα εξήγηση για τα λόγια του Στρατηγού και ένα μεσημέρι έρχεται ο ποιητής των αρρήτων και με ρωτά

αλήθεια τι πεθύμησε εσένα η ψυχή σου
ποια αρετή πιο θησαυρό τι πράγμα και πιο τόπο;
ψάξε να βρείς κι όταν θα βρεις δές μήπως η ζωή σου
είναι ο δρόμος που οδηγεί σ αυτό που χεις διαλέξει

Και τότε εστοχάστηκα τα πράγματα αλλιώς .

Και βρέθηκα για άλλη μια φορά στην αποθήκη του πατρικού μου σπιτιού , εκεί όπου έχω συνηθίσει να ανησυχώ για τους οντάδες αν πέσουν ή όχι , όπου υπάρχουν οι κάμαρες στους τοίχους που οδηγούν στο χθες ή ίσως και το αύριο.

Και θαύμασα διότι από τ ανοίγματα του τοίχου έμπαιναν ,μιας θάλασσας τα κύματα .

Που βρέθηκε εδώ η θάλασσα; συλλογίστηκα .

Καί για πρώτη φορά ήταν τόσο όμορφος αυτός ο χώρος , αρχαίος , μισοχαλασμένος
αλλά σταθερός και διόλου δεν ανησυχούσα μη πέσει, καθώς η θάλασσα τον έστησε.
Και τα κύματα εκείνης της θάλασσας πίσω από τους τοίχους .
Και γέμισε το σπίτι ανθρώπους που εθαύμαζαν και κείνοι ετούτα τα παράξενα.
Όπου βρίσκω λοιπόν μια άγκυρα της θάλασσας εκείνης
και ακολουθώντας εγώ την αλυσίδα της
και οι άνθρωποι εμένα,
κατεβήκαμε βαθιά , πολύ βαθιά.
Και ήταν εκει μια άλλη θάλασσα σκοτεινή ,
ολότελα σκοτεινή και ήρεμη
και ξέφωτα
σαν αυτά που πάμε όταν πιούμε
ή όταν πεθαίνουν οι άνθρωποί μας.
Και λειτουργούν άλλοι νόμοι εκεί κάτω και άλλες ελευθερίες.
και έρχεται ο ίδιος ο Προπάτορας ο Μεγάλος Καπετάνιος
και μου λέει
αυτά τα σκοτεινά νερά έχουν το νόημά τους
κ οι βρύσες οι παλαιϊνές θα βρούνε τα νερά τους .

και με φίλησε σταυρωτά και χάθηκε .