`

Ο Γιάννης Μ. Στρατούλιας, ψυχίατρος, πρωτοεμφανίστηκε το 2013 στην ελληνική ποίηση με την ποιητική συλλογή «Οι μεταμορφώσεις του νερού» (εκδ. Πολύεδρο). Η γραφή του έχει τη δύναμη χρόνων καλλιέργειας, εσωτερικών αναζητήσεων αλλά και βαθιάς φιλοσοφίας. Με ευρηματικότητα «ευ» πλάθει τη γλώσσα. Της δίνει ποιητική υπόσταση χωρίς οι σκέψεις του να αγκομαχούν σε δαιδαλώδεις αόριστες ποιητικές συλλήψεις.
Με οξεία κρίση και εξονυχιστική παρατηρητικότητα, με όπλα το λόγο και την εξαιρετική χρήση της γλώσσας δίνει υπόσταση στο άρρητο και κερδίζει χρόνο «στο διηνεκές», καθώς τα ποιήματά του λειτουργούν ως πρεσβευτές του «ανίκητου στη μάχη» έρωτα και της απουσίας, της αδηφάγου προσμονής, της επιθυμίας, της «αγάπης μετά θάνατον» αλλά και της αμφισβήτησης του κόσμου, της στοχαστικότητας για τη ζωή, του αδιαχείριστου πόνου, της ακατανίκητης τρέλας.
Με μεταφυσικό μυστικισμό για καταστάσεις ανθρώπινες (αγιασμός των υδάτων, προσευχή, βλασφημία) οδηγεί τον αναγνώστη στην απενοχοποίηση για ό,τι μπορεί να αισθανθεί στην κορύφωση της ερωτικής περιδίνησης. Θα έλεγα όμως πως δημιούργημα εξαιρετικής έμπνευσης είναι το ομότιτλο ποίημα της συλλογής «Οι μεταμορφώσεις του νερού». Πρόκειται για μια πρωτότυπη σύλληψη του γυναικείου σώματος και έναν ες αεί ύμνο στη γυναικεία παρουσία∙ με αφόρμηση το νερό και την υγρή σύσταση των εκκρίσεων εξυμνεί με μοναδικό τρόπο τη γυναίκα και το μεγαλείο του κορμιού και της ύπαρξής της.
Στην ποίησή του συναιρεί τον ερωτικό λόγο και αισθησιασμό με μια βαθιά θρησκευτικότητα – στοιχεία έκδηλα στα περισσότερα ποιήματα της συλλογής του – αποφεύγοντας έτσι τη χυδαιότητα της καθημερινότητας. Στα μη ερωτικά ποιήματά του διαφαίνεται έντονα η αποτύπωση του ανθρωπισμού και του μεταφυσικού του προβληματισμού.

Υπό έκδοση βρίσκεται η δεύτερη ποιητική συλλογή του με τίτλο «Η τυμβωρυχία του βλέμματος». Θα κυκλοφορήσει στο τέλος Απριλίου από τις εκδόσεις Κέδρος.

`

Γυ(μ)νὴ

Τὸ σεληνόφως ἀγγίζοντας
τὴ γυμνή σου πλάτη
γίνεται φτερὰ ἀγγέλου.
Στὸ χῶμα ποὺ πατοῦν
τὰ γυμνά σου πέλματα
φυτρώνουν ἀρχαῖα ἀγάλματα.
Βουτώντας στὴ θάλασσα γυμνή,
γίνεται ὁ ἁγιασμὸς τῶν Ὑδάτων
καὶ τὸ κρεβάτι ποὺ ξαπλώνεις,
πάλι γυμνή,
αἱμάτινος ὠκεανὸς φαντάζει.
Νοσταλγία τοῦ ἀπόλυτου
καὶ συνένωσης μὲ τὸ πᾶν.

`

*


Νόημα

Ψάρια μὲ τ΄ἀγκίστρι
στὸ στόμα οἱ λέξεις
καὶ ἡ πετονιὰ κομμένη.
Βρὲς ἄλλο τρόπο
νὰ ψαρεύεις·
μὲ δίχτυ ἴσως, καλὰ πλεγμένο.

Ἔτσι πιθανὸν
γεμίσεις τὸ τελάρο τοῦ νοήματος.

`

*

Προσευχὴ

Δῶσε μου λίγη νύχτα
νὰ πλέξω τὰ μαλλιά σου
μὲ ἴνες σκοταδιοῦ
καὶ μὲ τὸ ὑφαντὸ
νὰ ντύσω τὴ μορφή σου,
σὲ ἐκδοχὲς τῆς λύπης
ὅσο καὶ τῆς χαρᾶς,
γιὰ νὰ ἀποκαλυφθῆ
ἡ ἄφατη ὀμορφιά,
Πιστὸ χριστιανὸ
νὰ μὲ βρῆ τὸ ξημέρωμα
μέσ΄ τὸ ναὸ – Σῶμα σου
νὰ προσεύχομαι.

`

*

Θεοφάνεια

Καθισμένη σὲ ἀμμώδη παραλία,
ἐκεῖ ποὺ σκάει τὸ κῦμα,
μὲ τὰ πόδια μισάνοιχτα
καὶ τὸ νερὸ νὰ φτάνει
ὡς τὶς ρίζες τους…

Ἔτσι γίνεται ὁ ἁγιασμὸς

τῶν ὑδάτων.

Καθαρτήριο

Μὲ τὰ ἐκκρίματά σου
θὰ ξεπλύνω
τὰ κρίματά μου…

`
*

Βλασφημία

Ἡ ὀμορφιά σου
ἴχνος ἑνὸς δρόμου
ποὺ δὲν ὁδηγεῖ πουθενά.
Ἔφηβος βλαστήμησα τὸ Θεὸ
ποὺ ἡ μάνα μοῦ ἐμφύσησε·
τώρα,
στὰ ἀπογευματινὰ χρόνια
τῆς ζωῆς,
χάρισέ μου λίγη νύχτα
καὶ ἄς γίνω
πάλι βλάσφημος.
Ἡ ὀμορφιά σου
ἔχει κάτι ἀπό τὸ ἀπλησίαστο
τοῦ Θεοῦ.

`
*

Ἀντιστάθμισμα

Ὁμόκλινος μαζί σου
ὀδύνη μιᾶς μοναδικῆς ξενότητας,
κραυγὴ τῆς μοναξιᾶς
μέσα στὴ νύχτα.
Δωρεὰ ἀντιστάθμισης
ὁ ὄγκος τῆς ἀπόλαυσης
ποὺ μόνο ἐσὺ
μπορεῖς νὰ προσφέρεις.

`

*

Οἱ μεταμορφώσεις τοῦ νεροῦ

Διάφανο νέκταρ
τῆς ὀρχιδέας μπροστὰ
ἐν ἀφθονίᾳ σὲ στιγμὲς ἀπόλαυσης,
Πορφυρὲς τοιχογραφίες
ἀποκολλημένες ἀπὸ τὸ θόλο
τῆς μητρόπολης τοῦ κορμιοῦ,
Κεχριμπαρένιο διήθημα
ὑγρὸ θησαυροφυλάκειο τῶν ἀποβλήτων,
Ὑφάλμυρος ἱδρώτας
πρωϊνὴ δροσιὰ ἐξαίσιου σώματος,
Δάκρυ παρατημένο στὴ βαρύτητα
πυκνὴ σταγόνα
τῆς αἰώνιας γυναικείας θλίψης,
Σάλιο γιὰ νὰ λειαίνονται
καὶ νὰ μαλακώνουν
οἱ λέξεις ποὺ προ(σ)φέρει,
Γάλα, λευκὸ ποτάμι
τῆς πρώτης ἀγαλλίασης
κάθε ἀνθρώπου.
Οἱ μεταμορφώσεις τοῦ ταπεινοῦ νεροῦ
στὰ ρυάκια λατρεμένου σώματος

`

*

Κατάλυση

Σὰν σὲ ἐγκυμοσύνη
ποὺ τελειώνει
τὰ νερὰ τῶν ρημάτων ἔσπασαν
γιὰ νὰ γεννηθῆ τὸ Ἄρρητο,
ὅ,τι στὴ θέα τῆς μορφῆς σου
ἀσφυκτιώντας,
κραυγή,
σπασμός,
χαροποιὸς θρῆνος
ἐπιθυμεῖ νὰ γίνει·
ἔκσταση ἀνείπωτη
ποὺ ἀγνοεῖ
ρήματα, οὐσιαστικά,ἐπίθετα.
Εἶσαι αὐτὴ ποὺ ἀκόμα
καὶ τὴ γλῶσσα καταλύει,
σὰν τὴν τρέλα.

`


*

Ἐπαῖτες

Τὸ νῆμα στὶς ραφὲς
τῶν λέξεων ἔσπασε,
χύνεται ἡ σημασία τους,
μισοάδεια σακιὰ
ἀνταλλάσουν οἱ ἄνθρωποι.
Τὸ «σπίτι τοῦ εἶναι»
γκρεμίζεται
καὶ οἱ ψυχὲς
στὰ ἰατρεῖα
ζητιανεύουν νευροληπτικά.

• Μ. Χάιντεγγερ: «Ἡ γλῶσσα εἶναι τὸ σπίτι τοῦ Εἶναι…»

*

Ἡ Ἀγάπη μετὰ θάνατον . . .

Σὲ λίκνισα στὴν ἀγκαλιὰ
τῶν λέξεων,
σοῦ ἔστρωσα στίχους
νὰ ξαπλώσεις,
σὲ ἔβαλα μέσ΄ τὸ ποίημα
γιὰ νὰ ζεσταθεῖς.
Τώρα ἐντρυφῶ στὴν ἄλγεβρα
τοῦ πόνου τῆς ἀγάπης.
Λύσεις βρῆκα πολλές:
λιποταξία,
ἀπάθεια,
ἀδιαφορία,
ἐκλογίκευση
καὶ ἄλλες.
Λάθος ἦταν ὅλες·
σωστὴ τελικὰ μόνο μία:
σ΄ἀγαπῶ μέχρι μυελοῦ ὀστῶν·
γιὰ νὰ μποροῦν καὶ μέσ΄ τὸν τάφο
τὰ κόκκαλα,
ὅταν αὐτὰ θὰ ΄χουν μείνει μόνο,
νὰ ψιθυρίζουν στὰ σκουλήκια
σ΄ἀγαπῶ . . .

`