`

«Ο Χριστός έχει πει να αγαπάμε τους εχθρούς μας / πράγματι όντας εχθρός του Θεού / εγώ από το Θεό αγαπήθηκα πολύ».

L. Di Ruscio

`

1.

Ακόμα βρέχει
και ίσως θα βρέχει για πάντα.
Το νερό κυλά σε δυο όχθες
και φέρνει τη βρομιά των υψηλών συνοικιών.
Μόνο το σφυρηλάτημα του χαλκωματά ακούγεται
στο εργαστήρι με τους τοίχους που στάζουν νερό
και η φωτιά πάνω στο χαλκό
τα νεφελώματα ατμού.
Εκεί οι γριές του σοκακιού
που βλέπουν παντού μυστήρια
ακούνε τις καταχθόνιες κουβέντες
κι όταν κρεμάστηκε ένας από τους χαλκωματάδες
είπαν πως την ψυχή του την πήρε ο διάβολος.
Στον τόπο μας οι σκοτεινοί θρύλοι αδράχνουν τις καρδιές
κι αλάργα προσπερνάνε από τον χαλκωματά
καθώς πηγαίνουν στη βρύση για νερό
και κάποιος από τους χαλκωματάδες ήτανε που μου ’πε
δείχνοντάς μου το βιβλίο των φεγγαριών
πως όποιος γεννήθηκε στον υδροχόο
είναι ερεβώδης όπως το νερό
και γεννήθηκε για να ’ναι μόνος
μου το είπαν ατάραχα
ύστερα τύλιξαν τα γραμμένα τα κιτάπια
τα ξανάχωσαν σε μια τρύπα μες στον τοίχο
και συνέχισαν να σφυροκοπούν.
Εγώ ποτέ μου δεν φοβήθηκα.
Είχαν το μοναδικό μποστάνι της γειτονιάς
Τις σπηλιές που τις αψίδες τους έβλεπα ποτισμένες με νερό
Και το κυπαρίσσι που κατέληξε ο απαγχονισμένος
Τον είδα απόμεινε μια μέρα κρεμασμένος
με τη γλώσσα μαύρη.

*

Ancora piove
e forse pioverà per sempre.
L’acqua scorre su due rivi
e porta lo sporco dei quartieri alti.
S’ode solo il battìo del ramaio
sulla bottega con le pareti colanti d’acqua
e il fuoco sul rame
le nubi di vapore.
Lì le vecchie del vicolo
che tutto popolano di misteri
vedono i colloqui infernali
e quando uno dei ramai s’impiccò
dissero che l’anima se la prese il diavolo.
Da noi le oscure leggende prendono i cuori
e passano lontano dal ramaio
quando vanno per l’acqua alla fontana
e fu uno dei ramai a dirmi
facendomi vedere il libro delle lune
che chi è nato d’acquario
è tenebroso come l’acqua
ed è nato per essere solo
me lo dissero con calma
poi ravvolsero le pagine scritte
le rimisero in un buco nel muro
e continuarono a battere.
Io non ho mai avuto paura.
Avevano l’unico orto del vicinato
Le grotte di cui vedevo gli archi pieni d’acqua
E il cipresso dove finì l’impiccato
Lo vidi rimase appeso un giorno
con la lingua nera.

`

*



2.

Παντού ο τελευταίος
για κείνη τη φρικτή φυλή των πρώτων
τελευταίος στη χώρα του με χίλιες λιρέτες τη μέρα
τελευταίος σε τούτη τη νέα χώρα
για την ιταλική φωνή του
τελευταίος να μισεί
και το μίσος αυτού του άντρα σάς σημαδεύει όλους
ξεκάρφωτος κι εσταυρωμένος κάθε ώρα
καταδικασμένος από έναν κόσμο καταδικασμένων.

*

Ovunque l’ ultimo
per questa razza orribile di primi
ultimo nella sua terra a mille lire a giornata
ultimo in questa nuova terra
per la sua voce italiana
ultimo ad odiare
e l’odio di quest’uomo vi marca tutti
schiodato e crocifisso in ogni ora
dannato per un mondo di dannati.

`

*

3.

Πέθανε δουλεύοντας
ογδόντα χρόνια τα πέρασε στον μόχθο
στο λάκκο του επάνω έχει έναν τσίγκινο σταυρό
έναν αριθμό και μια στοίβα χώμα
πήγαινε σε όλες τις κομματικές διαδηλώσεις
έλεγε πως δεν θα ήθελε παπάδες
αλλά η παράλυση
του έκοψε τη μιλιά.

*

È morto lavorando
ottant’anni l’ha passati sulla fatica
sulla fossa ha la croce di latta
un numero e un mucchio di terra
andava a tutte le manifestazioni di partito
diceva che non avrebbe voluto il prete
ma la paralisi
non lo fece parlare.

`

*



4.

να περπατάς στο καινούριο χιόνι
που κανείς ποτέ δεν έχει περπατήσει
νʼ αγαπάς μια γυναίκα
που δεν έχει ακόμα αγαπηθεί
να πίνεις το νερό που κανείς ποτέ δεν έχει πιει
μια σκέψη που κανείς δεν έχει ακόμα σκεφτεί
έναν στίχο που ακόμα δεν έχει γραφτεί
τα πρώτα λόγια ενός νεογέννητου
την τελευταία πνοή του θανάτου μας

*

passare sulla neve nuova
dove nessuno è mai passato
amare una donna
che non è stata ancora amata
bere lʼacqua che mai è stata bevuta
un pensiero che ancora non è stato pensato
un verso che ancora non è stato scritto
le prime parole di un nuovo nato
lʼultimo respiro della nostra morte

`

*



5.

Σε νιώθω δική μου σαν τον αέρα που αναπνέω
σου φιλώ το στόμα κοντανασαίνοντας λες κι έτρεχα
και γεύομαι μαζί σου τον έρωτά μας
τη φυσικότητά σου στη χαρά
πάντα έτσι ψυχή μου της νύχτας μου καύχημα.

*

Ti sento mia come l’aria che respiro
ti bacio la bocca alzando il fiato come se corressi
e godo insieme a te questo nostro amore
la tua naturalezza alla gioia
sempre così anima mia di mia notte gloria.

`

*



6.

Ήμουν πέντε χρονών
μια γριά μού έδωσε να καταλάβω
γιατί κανείς στα γόνατά του δεν με πήρε
η γιαγιά μου που με πήρε από το χέρι δεν με προστάτεψε
ούτε μου έσφιξε το χέρι για να με παρηγορήσει
γι’ αυτό τράβηξα μόνος κατά τα ποτάμια
ανάγκη δεν είχα το νερό για να καθρεφτιστώ
στο σπίτι γυρνούσα για να μην κοιμηθώ πάνω στα χαλίκια
στην ηλικία αυτή, η πείνα σε κάνει και τρελαίνεσαι
πριν της ώρας σου ενήλικας σε κάνει να γενείς
και κάθε χορτάρι που το ’χουν βοσκήσει οι κατσίκες
έμαθα να το μαζεύω
η γεύση της πικράδας άρχισε να μ’ αρέσει
αυτό ήταν το γάλα μου
κι επειδή έκλεβα με τρόπο
είχα τους πιο όμορφους καρπούς
πήγαινα μόνος για να μην μ’ ανακαλύψουν
στη μυρουδιά μου τα σκυλιά δεν γάβγισαν
και κανείς δεν μπορεί να με καταδικάσει
αν από νωρίς κοπίασα το Θεό ν’ απαρνηθώ
πάνω στα τείχη που τα φούσκωνε το νερό
μόνο εικόνες χάρτινες είχα αντικρύσει
τα βιβλία τα ανακάλυψα στο σωρό από παλιόχαρτα
ακόμα και σήμερα μαγεύομαι να τα κοιτώ
έψαχνα ανάμεσα στα χαρτιά για μια γραπτή σελίδα
φώναξα και με κοίταζαν λες και ήμουν ζωντανός
σαν κάτι παραπάνω από έναν ταξιδιώτη
ξαμολήθηκα στους δρόμους
ποιό αγόρι δεν ονειρεύεται να ντυθεί άντρας
εγώ αντρώθηκα νωρίς
όντας ακόμα με τα κοντά τα παντελονάκια
βρήκα μια γυναίκα που ήταν ευτυχής
επειδή οι άνθρωποι πληγώνουνε τις σκέψεις
πέταξα πάνω τους
κάνοντας όνειρα για κάθε φύλλο που είδα να πέφτει
ήσαν οι ώρες χωρίς σταματημό
οι εκκλησιές χρησιμεύαν για να δροσιστώ
γυρνοβολούσα διψασμένος για γυναίκες
που σύντομα τις πλήρωσα με χρήματα κλεμμένα.
Τώρα νιώθω των γυναικών τον έρωτα
με την ανάσα να μ’ ακουμπά στο πρόσωπο
σφίγγω τα λιπαρά μαλλιά
και τύχη μού φέρνουν τα σαν νέγρου χείλη μου
τα μάτια που δεν έχουν αναπαμό.

*

Avevo cinque anni
una vecchia mi fece capire
perché nessuno mi teneva sui ginocchi
mia nonna che mi teneva per mano non mi difese
né per consolarmi mi strinse la mano
per questo sono andato solo sui fiumi
l’acqua non mi è servita per specchiarmi
ritornavo a casa per non dormire sul greto
a quell’età la fame fa essere pazzi
fa divenire presto adulti
e tutte le erbe che le capre hanno brucato
ho imparato a cogliere
ho preso il gusto del sapore amaro
questo è stato il mio latte
e perché rubavo con calma avevo i frutti più belli
andavo solo per non essere scoperto
al mio odore i cani non hanno abbaiato
e nessuno può condannarmi
se presto mi sono adoperato a negare iddio
sulle mura che l’acqua gonfiava
avevo visto solo le immagini di carta
ho scoperto i libri nel mucchio dello stracciaio
ancora oggi mi incanto a guardarli
cercavo tra le carte la pagina scritta
ho gridato e mi hanno guardato come essere vivo
come qualcosa di più di un viaggiatore
sono entrato nelle strade
quale bambino non sogna di vestire da uomo
io lo sono stato presto
ho trovato ancora con i pantaloncini corti
una donna che è rimasta contenta
perché gli uomini gli facevano male
ho volato sui pensieri
sognando per ogni foglia che ho visto cadere
erano le ore senza riposo
le chiese servivano per rinfrescarmi
giravo assetato delle donne
che presto con soldi rubati ho pagato.
Ora sento l’amore delle donne che sfiora il viso di fiati
stringo i capelli grassi
e le mie labbra da negro mi portano fortuna
gli occhi che non sanno riposare.

`

*



7.

Η νύχτα κλείνει
με το τραμ το τελευταίο που κάνει τα σπίτια να τρέμουνε
και το νιαούρισμα των γάτων απομένει στη μνήμη
επιστρέφουν όλες οι εικόνες της μέρας
θα ’θελα να τις χαρώ κι άλλο εκείνες τις στιγμές
να χαζέψω με ηρεμία την κάθε εικόνα
οι φωνές του δρόμου βγάζουν ήχους άναρθρους
ίσως είναι κάποιος άντρας που τρεκλίζει
και λογομαχεί με άγνωστους εχθρούς
και χειρονομεί για να τα πιάσει όλα
και δεν πιάνει παρά μόνο τον αέρα
το ασυγκίνητο φεγγάρι
μοιάζει ν’ ακούει την κάθε μας λέξη
να κατασκοπεύει τα πιο μύχια όνειρα
όταν ελευθερώνονται τα τέρατά μας
και είμαστε αναγκασμένοι να τρέξουμε.

*

La notte si chiude
con l’ultimo tram che fa tremare le case
e il miagolio dei gatti rimane nella memoria
tutte le immagini della giornata tornano
vorrei ancora goderli questi momenti
contemplare con calma tutte le immagini
le voci della strada hanno suoni inarticolati
forse è un uomo che traballa
e discute con nemici ignoti
e fa gesti con le mani per tutto avere
e non ha che l’aria
la luna impassibile
sembra che ascolti ogni nostra parola
che spii i sogni più intimi
quando sono liberati i nostri mostri
e dobbiamo correre.

`

*



8.

Το τελευταίο ποίημα του Λουίτζι Ντι Ρούσιο

έχω το στόμα γεμάτο πεταλούδες
κι αν ανοίξω το στόμα
θα πετάξουν όλες μακριά
και δεν θα ξαναγυρίσουν ούτε
κι αν μείνω με το στόμα ορθάνοιχτο
για μια αιωνιότητα.

*

L’ultima poesia di Luigi Di Ruscio

ho la bocca piena di farfalle
e se apro la bocca
voleranno via tutte
e non ritorneranno neppure
se rimango a bocca spalancata
per una eternità



***********************************************************

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Η “Τέταρτη Τάξη” στην ποίηση του Λουίτζι Ντι Ρούσιο

Ο Λουίτζι Ντι Ρούσιο είναι από τη στόφα των ποιητών εκείνων που μπορούν και χαράζουν δρόμους και αφυπνίζουν συνειδήσεις μέσα από τη γραφή τους. Τα ποιήματά του που «μιλούν» στο νου και στην καρδιά, συγκροτούν τη γραπτή εμπειρία του από την επαφή του μ’ εκείνον τον καθημαγμένο κόσμο της εργατιάς και του μόχθου που κάθε μέρα «πεθαίνει δουλεύοντας» στα εργοστάσια, νιώθει «παντού τελευταίος […] καταδικασμένος από έναν κόσμο καταδικασμένων». Σε όλο το έργο του αντανακλώνται οι πολιτικο-κοινωνικές συνθήκες κατά το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, καθώς και η δεινή κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η εργατική τάξη: ανεργία, εξαθλίωση, καταπίεση, περιθωριοποίηση, και «ένδεια και πείνα, απογοήτευση κι εξέγερση», προσθέτει ο ποιητής και κριτικός λογοτεχνίας Φράνκο Φορτίνι.

«Ένας πραγματικά μεγάλος ποιητής δεν ενδιαφέρεται να είναι ποιητικός» λέει ο Κοκτώ, και τα «ποιήματα της εργατιάς» του Ντι Ρούσιο είναι πρωτίστως αφηγηματικά. Αφηγούνται στιγμές – σπαράγματα της ζωής, με μια ιδιαίτερη γλώσσα, όχι καθαρά φιλολογική. «Τα ιταλικά τα μιλώ τόσο σπάνια που η ιταλική γλώσσα γίνεται φιλολογική γλώσσα, τα νορβηγικά τα διαβάζω και τα καταλαβαίνω όπως ένας Νορβηγός αλλά τα μιλώ πολύ άσχημα, τα ιταλικά είναι όπως η ψυχή μου, βέβαια δεν είναι μια ψυχή λευκή. Βρομίζεται συνεχώς και δεν είναι πλέον τα ιταλικά του σήμερα».

Στο εργατικό τοπίο των ποιημάτων του, εμφιλοχωρεί, εκτός από το θάνατο τής κάθε μέρας, κι ο πολυσήμαντος έρωτας, το προσωπικό καταφύγιο του ποιητή: «Σε νιώθω δική μου σαν τον αέρα που αναπνέω […] γεύομαι μαζί σου τον έρωτά μας/ τη φυσικότητά σου στη χαρά/ πάντα έτσι ψυχή μου της νύχτας μου καύχημα».

`

Ο Ντι Ρούσιο, γεννημένος σε μια φτωχή επαρχιακή πόλη (Φέρμο 1930 – Όσλο 2011), αρχικά ήταν ένας άνεργος οικοδόμος, στρατευμένος στο Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα (PCI) υπό την ηγεσία του Παλμίρο Τολιάτι, του επονομαζόμενου «παππού» του ευρωκομμουνισμού και της «ιταλικής οδού προς το σοσιαλισμό». «Ήμουν δεκατεσσάρων ετών κι ονειρευόμουν να γίνω παρτιζάνος, το έσκασα από το σπίτι κι έφτασα σ’ ένα χωριό όπου ήσαν οι παρτιζάνοι, οι οποίοι μου ’δωσαν μια κλωτσιά στον κώλο και με ξαπόστειλαν πίσω στο σπίτι: Τράβα σπίτι σου! Τράβα στο σπίτι σου, ανόητε! Πληγωμένος στην περηφάνια μου επέστρεψα πίσω, ο πατέρας μου με ρώτησε πού ήμουν, κι εγώ σιωπηλός, φύλαξα το μυστικό της απόπειράς μου να είμαι κι εγώ μεταξύ των κόκκινων απελευθερωτών και των Γκαριμπαλντίνων».

Μετά την έκδοση της πρώτης του ποιητικής συλλογής «Non possiamo abituarci a morire», με αρχικό τίτλο «Poesie per un vicolo» [Ποιήματα για ένα σοκάκι] και με πρόλογο του Φορτίνι, ο Ντι Ρούσιο έφυγε μετανάστης στο Όσλο, στη Νορβηγία, το 1957, όπου εργάστηκε για σαράντα χρόνια σ’ ένα εργοστάσιο μεταλλουργίας. «Ήμουν ένας από κείνους τους τύπους που αισθάνεται Εβραίος ανάμεσα στους Παλαιστίνιους και Παλαιστίνιος με τους Εβραίους, λευκός ανάμεσα στους μαύρους και κατάμαυρος ανάμεσα σε όλους τους λευκούς. Και νεότατος καθώς ήμουν, μ’ έπιανε μια μεγάλη μανία φυγής. […] Δεν έκανα άλλο παρά να ονειρεύομαι τη φυγή. Ένιωθα να με καταδιώκει ένας φόβος τόσο τρομακτικός που δεν κατάφερα ποτέ μου να στραφώ για να δω τι είδους φόβος με καταδίωκε. Ονειρευόμουν την αφάνεια κι επαναλάμβανα εκείνες τις ιστορίες του Χέγκελ περί του όντος που μετατρέπεται στο τίποτα, και του τίποτα που γίνεται ον με σάρκα και οστά» Σκονισμένοι Χριστοί», 2009).

`

************************************************************

`


`

«Il Quarto

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΡΙΑΣ
 `

Στον πρόλογο της συλλογής ποιημάτων «Non possiamo abituarci a morire», ο Φράνκο Φορτίνι (ψευδώνυμο του Franco Lattes), είχε γράψει ότι η ποιητική θεματική του Ντι Ρούσιο δεν διαφέρει από εκείνη της ποίησης του «Quarto Stato» [Τέταρτη Τάξη], αναφερόμενος στην επίδραση που άσκησε το έργο του Ιταλού νεο-ιμπρεσιονιστή ζωγράφου Τζιουζέπε Πελίτσα ντα Βολπέντο, με τον αρχικό τίτλο «Η πορεία των εργαζομένων» (1901). Πρόκειται για ένα έργο – έμβλημα της κοινωνίας κατά τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, που αναπαριστά την απεργία των εργαζομένων και συμβολίζει όχι μόνο την κοινωνική διαμαρτυρία, αλλά και τη γέννηση μιας νέας κοινωνικής τάξης, του προλεταριάτου. Είναι ο ίδιος πίνακας που χρησιμοποίησε και ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι το 1976, στους αρχικούς τίτλους της κορυφαίας, ιστορικής του ταινίας «Novecento» [1900], που παρουσιάζει το τοπίο στην Ιταλία από το 1900 και μετά, και τον ιδιαίτερο ρόλο του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κινήματος στις μεταπολεμικές εξελίξεις.

 Τα ποιήματα 1ο, 3ο & 6ο, συμπεριλαμβάνονται στην ποιητική συλλογή «Non possiamo abituarci a morire». Τον τίτλο της συλλογής τον έχει δώσει ο ποιητής Φράνκο Φορτίνι.

 Το 4ο ποίημα συμπεριλαμβάνεται στις «Εγγραφές», Σειρά ανέκδοτων e-book [Biagio Cepollaro (2005), http://www.cepollaro.it/poesiaitaliana/DiRuIscr.pdf]

 Το 8ο ποίημα έχει δημοσιευτεί στο: http://www.nazioneindiana.com/2011/02/23/ciao-luigi.

 Τα ποιήματα 2ο, 5ο, & 7ο, συμπεριλαμβάνονται στη συλλογή «Le streghe s’arrotano le dentiere».

`

*

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Ποιητικές συλλογές: «Non possiamo abituarci a morire», [Δεν μπορούμε να συνηθίσουμε να πεθαίνουμε, Schwarz, Μιλάνο 1953], «Le streghe s’arrotano le dentiere» [Οι μάγισσες ακονίζουν τις μασέλες τους, Marotta, Νάπολη 1966], «Apprendistati» [Μαθητείες, Bagaloni, Αγκόνα 1978], «Istruzioni per l’uso della repressione» [Οδηγίες για χρήση καταστολής, Savelli, Ρώμη 1980], «Epigramma» [Επίγραμμα, Valore d’uso edizioni, Ρώμη 1982], «Enunciati» [Διατυπώσεις, Stamperia dell’arancio, Γκροταμάρε 1993], «Firmum» [Pequod, Αγκόνα 1999], «L’ultima raccolta» [Η τελευταία συλλογή, με πρόλογο του Φραντσέσκο Λεονέτι, Manni, Λέτσε 2002], «Epigrafi» [Επιγραφές, Grafiche Fioroni, Καζέτε Ντ’ Έστε 2003], «15 epigrafi con dedica» [15 επιγραφές με αφιέρωση, Battello Stampatore, Τεργέστη 2007], «Poesie Operaie» [Εργατικά Ποιήματα (ανθολογία), Ediesse, Ρώμη 2007].
`

Πεζογραφία: «Palmiro», [Παλμίρο, Lavoro Editoriale, Αγκόνα 1986 & 2η έκδοση το 1990], «Palmiro», [3η έκδοση, Baldini & Castoldi, Μιλάνο 1996], «Le mitologie di Mary», [Οι μυθολογίες της Μαίρης, Lietocolle, Κόμο 2004], «Cristi polverizzati», [Σκονισμένοι Χριστοί, Le Lettere, Φλωρεντία 2009].
`

Βραβεύσεις: Του έχουν απονείμει το βραβείο «Unità» το 1953 για την πρώτη του ποιητική συλλογή «Δεν μπορούμε να συνηθίσουμε να πεθαίνουμε», (με πρόεδρο της επιτροπής τον ποιητή Σαλβατόρε Κουαζίμοντο), το βραβείο «Camaiore» το 1980 για τη συλλογή «Οδηγίες για χρήση καταστολής», το βραβείο ποίησης «Franco Matacotta» το 1993 για τη συλλογή «Διατυπώσεις» και το βραβείο «In/Civile» το 2007 για τη συλλογή «Εργατικά Ποιήματα».

`

Αξιοσημείωτο είναι ότι, παρά τις βραβεύσεις του Luigi Di Ruscio, κάποιοι στην Ιταλία θεωρούν ότι η καθεστηκυία λογοτεχνική τάξη αρνείται, ακόμη και σήμερα, να του αναγνωρίσει τη μεγάλη, αναμφισβήτητη αξία του συγγραφικού του έργου συνολικά και τη θέση που η ιστορία του οφείλει.