`

Αναφερθήκαμε στο  Β’ ΜΕΡΟΣ στη βιογραφία του Χ. Σακελλαριάδη, και στις δύο βασικές ελλείψεις: τη νόσο και τη συνδικαλιστική δράση του ποιητή. Τη συνδικαλιστική δράση του Κ. Καρυωτάκη έκανε γνωστή ο Γ.Π. Σαββίδης (1). Για την αρρώστια είχε μιλήσει ήδη τρεις φορές ο ποιητής (δύο με την ποίησή του και μία στην επιθανάτια επιστολή). Με πολύ διακριτικό τρόπο, όπως αρμόζει σʼ ένα φίλο, και λαμβάνοντας υπόψη ότι η σύφιλη ήταν ένα κοινωνικά στιγματισμένο νόσημα, αναφέρεται στο ρόλο της στην αυτοκτονία του Κ. Καρυωτάκη ο φίλος του Ν. Λαΐδης:
`

«Είναι μια αλήθεια τραγική ότι ο κρότος της σφαίρας που έθεσε τέρμα στην πονεμένη ζωή του ποιητή Κώστα Καρυωτάκη, του καλύτερου ποιητή ανάμεσα στους νέους, εξύπνησε στους Έλληνες διανοούμενους το όψιμο ενδιαφέρον για τον ποιητήν αυτόν που ατύχησε στη ζωή του, όσο ευτύχησε στην τέχνη του και στη ʽʼμετά θάνατονʼʼ ζωή της ποιήσεώς του. Ο σεμνός αυτός νέος με την αθόρυβην, μπορεί να πει κανένας, εμφάνιση και την αθόρυβη περπατησιά, που επήγαινε τοίχο – τοίχο στο δρόμο του και στη ζωή του, λες και φυλαγόταν να μην αγγίξει κανένα και να μην τον αγγίξει κανένας, σα να ήθελε να φυλάξει αυτή τη ζωή, για να την διαθέσει ο ίδιος, μοναχός του, όταν θα το έκρινε και θα το αποφάσιζε, στο θάνατο, εφρόντισε να φύγει από τον κόσμο, ακριβώς τη στιγμή που φοβήθηκε ότι δεν θα μπορούσε, μοιραία πια, να περάσει απαρατήρητος, τη στιγμή που η έξοδός του από την αίθουσα της ζωής δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς να προκαλέσει την προσοχή. Ο Καρυωτάκης έκανε την ηρωική του έξοδο προτού να κινδυνεύσει να μπει στον πειρασμό να χαρεί τη ζωή της φήμης του, που γεννιόταν. Εκοίταζε να φύγει μιαν ώρα αρχύτερα, μόνο και μόνο για το ʽʼασκανδάλιστονʼʼ. Γιατί φοβήθηκε ότι θα βρισκόταν μια στιγμή στη θέση του ανθρώπου, που ενώ νομίζει ότι είναι μόνος του, σε μιαν ερημιά, το πολύ – πολύ μαζί με το Θεό και αφήνεται στον πόνο του, στη χαρά ή στο σαρκασμό του, άξαφνα, γυρίζοντας το κεφάλι, βλέπει ότι χίλιοι περίεργοι, που είχαν στο μεταξύ μαζευτεί εν αγνοία του, έχουν κάνει κύκλο γύρω του και τον παρακολουθούν με γούστο ή με μια προσβλητική, με μιαν αδιάκριτη συμπάθεια. Και κοίταξε να φύγει μακριά από την ενοχλητικήν αυτή περιέργεια. Α, πώς φθονούσε τη στιγμή εκείνη την τύχη των ʽʼάδοξων ποιητών των αιώνωνʼʼ, που τους είχε αφιερώσει την ωραία μπαλάντα του, τη δημοσιευμένη στον βραβευμένο από το Φιλαδέλφειο τόμο των “Νηπενθών”. Μα ήταν πια αργά. Οι ʽʼμελλούμενοι καιροίʼʼ δε θα πούνε ποιος ʽʼάγνωστος ποιητήςʼʼ έγραψε τη μπαλάντα στους άδοξους. Ο Καρυωτάκης θα είναι όχι απλώς γνωστός, θα είναι δοξασμένος» (2)

(Η υπογράμμιση δική μας – Έτσι ξεκινά η επιφυλλίδα).
`

`

Ουσιαστικά ο Ν. Λαΐδης δίνει την απάντηση, γιατί ο Κ. Καρυωτάκης αυτοκτόνησε, με έναν πολύ ευγενικό μα ταυτόχρονα ουσιαστικό λόγο. Είχε προηγηθεί ο Κλ. Παράσχος:

«Για τον Καρυωτάκη είμαι βέβαιος ότι η τελειωτική αυτή πράξη του επήγασε από σκέψη ψύχραιμη και ζυγισμένη και ότι δεν οφείλεται, όπως ελέχθηκε, σʼ αιφνίδιο παροξυσμό της ψυχοπάθειάς του, σε μια κρίση όπου τον έφεραν ορισμένα πρόσφατα γεγονότα της ζωής του» (3)

`

Δεν ήταν η μετάθεση στην Πρέβεζα, άσχετα αν επιβάρυνε την ψυχολογία του το γεγονός των συνεχών μεταθέσεων η αιτία. Η αυτοκτονία δεν ήταν έκφραση δειλίας, απαισιοδοξίας, κατάθλιψης κλπ.. Ήταν η επιδίωξη ενός αξιοπρεπούς τέλους από ένα υπερήφανο άνθρωπο.
Ο ποιητής μαθαίνει για την αρρώστια του το 1922 και ξέρει ακριβώς την εξέλιξή της. Πριν το μοιραίο τέλος, το ψυχιατρείο (Είναι γνωστό σε όλους τι σημαίνει σύφιλη. Η λογοτεχνική κοινότητα έχει το παράδειγμα του Βιζυηνού και άλλα αντίστοιχα παραδείγματα Ευρωπαίων λογοτεχνών). Επιδρά στον ψυχισμό του αλλά και στην ποιητική του παραγωγή. Υπάρχει μια περίοδος ποιητικής σιωπής. Το 1927 για τον ίδιο λόγο καταλήγει στο ψυχιατρείο ο Ρώμος Φιλύρας, με τον οποίο ο Καρυωτάκης επικοινωνεί ποιητικά στο ποίημα “Υποθήκαι”:

`

Άσε τα γύναια και το μαστροπό
Λαό σου, Ρώμε Φιλύρα.
Σε βάραθρο πέφτοντας αγριωπό,
κράτησε σκήπτρο και λύρα.

`

`

Λίγο πριν τη μετακόμισή του στην Πρέβεζα ταξίδεψε στο Παρίσι, όπου μάλλον επισκέφτηκε ειδικευμένο γιατρό και πιθανότατα διαπιστώθηκε ότι κάποια πράγματα είναι κοντά.
18 Ιουνίου: Φτάνει στην Πρέβεζα. Καθαρογράφει έξι πεζογραφήματα, το “Κάθαρσις” από ό,τι φαίνεται από το δεύτερο μέρος το γράφει εκεί όπως και το “Η ζωή του” καθώς και το ποίημα “Πρέβεζα”.
21 Ιουλίου: Αφού προσπάθησε να πνιγεί στη θάλασσα, αυτοκτονεί με πιστόλι.

`

«Και σε βασανισμένα στήθη χωρικών βλέπω να δυναμώνει η πνοή που θα σας σαρώσει» (4)

`

`

Ο Καρυωτάκης σίγουρα ήταν άνθρωπος ιδιαίτερης ιδιοσυγκρασίας. Όχι όμως προβληματική προσωπικότητα. Ήταν ένας άνθρωπος που απολάμβανε τη ζωή, παρότι τη σκίαζε η αρρώστια και η επίγνωση των συνεπειών της. Σʼ αυτό οφείλονταν οι μεταπτώσεις της καθημερινής του διάθεσης και οι πράξεις και συμπεριφορές που ερμηνεύονταν ως ιδιορρυθμίες. Ταυτόχρονα, ήταν ένας αγωνιστής δημόσιος υπάλληλος με έμπρακτη και θεωρητική δραστηριότητα – σύγκρουση με το πολιτικό κατεστημένο, αρθογραφία και συμμετοχή στο δημοσιοϋπαλληλικό κίνημα, πεζά πολιτικά κείμενα. Ανήσυχος στοχαστής και εκφραστής μιας εποχής αμφισβήτησης των μεγάλων ιδεών.

`

«Και ενώ αρνιέται εφʼ όλης της ύλης τις αστικές αξίες και επομένως την τάξη του, δεν επιχείρησε το τελευταίο και αποφασιστικό βήμα που οδηγεί στην αντίπερα όχθη, όπου η αλλαγή του κόσμου κι όχι οι διορατικές κινήσεις είναι το βασικό καθήκον του πνευματικού δημιουργού. Ωστόσο τα πλήγματα της σάτιράς του είναι πολλές φορές τόσο καίρια, ώστε θα δικαιολογείτο μια ολοκληρωτική απόρριψη του αστικού κόσμου, αν δεν υπήρχαν κάποιες ανασχέσεις, που δίνουν στο έργο του χαρακτήρα ατομικού παιχνιδιού και το κάνουν να μοιάζει ακροβασία πάνω σε τεντωμένο σχοινί ανάμεσα στους δυο διαφορετικά αντιμέτωπους κόσμους» (5).

`
Σε καμιά περίπτωση δεν μπορούμε να τον χαρακτηρίσουμε ως “αριστερό”, όμως η δράση του στο συνδικαλιστικό κίνημα, οι σάτιρες και τα πεζά του τον φέρνουν σε σύγκρουση με την αστική τάξη του καιρού του και κοντά στους στόχους της Αριστεράς της εποχής στο πεδίο της ιδεολογικής διαπάλης. Όμως, λόγω χαρακτήρα ακολούθησε έναν πιο μοναχικό δρόμο, ατομικό κατά τα αντίστοιχα πρότυπα της ευρωπαϊκής διανόησης. Υπέστη και τις συνέπειες των ιδεών και της δράσης του…
Αυτή η διάσταση της ποίησης του Καρυωτάκη, η αφυπνιστική, ριζοσπαστική, αναγνωρίζεται από την αριστερή κριτική της εποχής. Παρότι αυτό δε φαίνεται να αποτυπώνεται σε άλλο κείμενο πλην αυτού της “Νέας Επιθεώρησης”, η αριστερή κριτική συνεχίζει να μην τον απορρίπτει (Τυπικά ο πρώτος που μίλησε για τον πολιτικό Κώστα Καρυωτάκη, παρότι δεν είναι ακόμη γνωστά τα πεζά του, είναι ο Τ. Άγρας).

`
Το περιοδικό “Πρωτοπόροι” σε αναφορά του σε ποιητική βραδιά που έγινε στις 31 Οκτώβρη 1931 στον “Παρνασσό”, επισημαίνει:

`
«Κείνο που μας ενδιαφέρει περισσότερο είναι το περιεχόμενο, κι αυτό ήταν πραγματικά πολύ μέτριο, αν εξαιρέσουμε την ʽʼΠρέβεζαʼʼ του Καρυωτάκη και τους ʽʼΜοιραίουςʼʼ και τον ʽʼΟδηγητή” του Βάρναλη. Σήμερα πια δε συγκινούν ποιήματα σαν την ʽʼΗγησώʼʼ του Παλαμά (…).
Οι νέοι καλλιτέχνες που νιώθουν τους σκοπούς της τέχνης δεν μπορούν να μπαίνουν στην υπηρεσία της αντίδρασης κι ούτε πια σήμερα έχει θέση και περιεχόμενο το ʽʼουδέτεροʼʼ, το ανακάτωμα των δύο απόψεων. Τα πράγματα ξεκαθαρίζονται όλο και πιο πολύ. Γιʼ αυτό κι η Τασία Αδάμ θάπρεπε νάχε βρει ένα πρόγραμμα πιο προλεταριακό
» (6)

(η Τασία Αδάμ ήταν η διοργανώτρια αυτής της φιλολογικής βραδιάς).

`

(Αυτοπροσωπογραφία του Καρυωτάκη, δημοσιευμένη στο εξώφυλλο του Εσπέρου (Σύρου) τον Ιούλιο του 1923)

`

Αποδεκτή από το προλεταριάτο η “Πρέβεζα”. Τι βλέπει η Αριστερά στην “Πρέβεζα”; Την εκδίκηση του Καρυωτάκη κατά της κεντρικής εξουσίας που καταδικάζει την ελληνική επαρχία σε κοινωνικό και πνευματικό τέλμα.
`

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους αυτούς, ένας πέθαινε από αηδία…
Σιωπηλοί , θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους, θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.

`

Όταν στα 1933 «ο Δημήτρης Γληνός γράφει τη σειρά άρθρων για τις ʽʼΠνευματικές μορφές της αντίδρασηςʼʼ, στο ειδικό κεφάλαιο ʽʼΗ τέχνηʼʼ (Νέοι Πρωτοπόροι, 1933, τχ. 1, σ. 5-8 και τχ. 2, σ. 49-53), δεν ασχολείται με την περίπτωση Καρυωτάκη, μολονότι η επίδρασή του είναι ακόμη έντονη. Αντίθετα καταδικάζει τη ʽʼΔελφική Ιδέαʼʼ του Σικελιανού, τον ʽʼμετακομμουνισμόʼʼ του Καζαντζάκηʼ και το ʽʼφορμαλισμόʼʼ του Καβάφη. Βέβαια και αυτό το γεγονός έχει τη σημασία του. Ο Καρυωτάκης, παρά την έλξη που ασκεί στους νέους, δε θεωρείται επικίνδυνος από την κομμουνιστική παράταξη. Την εποχή αυτή άλλοι αισθάνονται ενοχλημένοι από τη διάρκειά του» (7).

`

Από το 1928 σπανίζουν οι αναφορές στον Καρυωτάκη, παρʼ όλο που οι κομμουνιστές δεν παύουν να βλέπουν το πολιτικό περιεχόμενο της ποίησής του. Απόδειξη η δημοσίευση του αντιμιλιταριστικού ποιήματος “Ο Μιχαλιός” στο περιοδικό “Νεολαία” (8) στο τεύχος Φλεβάρη το 1936. Μοιάζει ήσσονος σημασίας το τεκμήριο, αλλά δεν είναι, πολύ περισσότερο αν δούμε και την υπόλοιπη ύλη που φιλοξενεί το συγκεκριμένο τεύχος του περιοδικού. Αντιγράφουμε από το σχετικό αναγγελτικό του “Ριζοσπάστη”:

`

«ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ Η ʽʼΝΕΟΛΑΙΑʼʼ Με σελίδες αφιερωμένες στη σοβιετική νεολαία και στον Κόκκινο Στρατό. – Θ. Κορνάρου: Ο Σταμάτης (διήγημα). – Κ. Καρυωτάκη: Ο Μιχαλιός (ποίημα). – Ρομαίν Ρολάν: Ο μαχητής. – Συζήτηση για την ενότητα των οργανώσεων της νέας γενιάς. – Καμπάνια για τη Σιβιτανίδειο σχολή της Αθήνας. – Η ʽʼΝεολαίαʼʼ στην παρανομία. – Φοιτητικό κίνημα, σπορ κ.λ.π.».

`

Κάτι αντίστοιχο έχουμε στις 17/7/47 στο “Ριζοσπάστη”, με τη δημοσίευση της πρώτης στροφής του ποιήματος “Στο άγαλμα της ελευθερίας που φωτίζει τον κόσμο”. Η δημοσίευση αυτή έχει τη μορφή σχολίου στην τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα, μιας και η χώρα από την επιρροή των Άγγλων περνά στη δικαιοδοσία των Αμερικανών.

`

(Σε εκδρομή στα Κιούρκα (16 Μαΐου 1926)

`

`

Ο πολιτικός Καρυωτάκης

`
Ο Καρυωτάκης παρότι προερχόμενος από μεσοαστική, συντηρητική, βασιλική οικογένεια, ριζοσπαστικοποιείται (Ήρθε σʼ επαφή και με την Αριστερά μέσω του Ιωσήφ Ραφτόπουλου και -στη συνέχεια- του Πέτρου Πικρού). Ανέπτυξε κριτική ματιά, κοινωνική συνείδηση κι ευαισθησία στα κοινωνικά προβλήματα (βλέπε άρθρο για Ορφανοτροφεία και οικοτροφεία, τα οποία δεν τα βλέπει σαν κέντρα φιλανθρωπίας αλλά σαν κοινωνικό θεσμό9). Με την ποίησή του έγινε πολιτικός σχολιαστής της εποχής του. Για παράδειγμα, το ποίημά του “Στο άγαλμα της Ελευθερίας που φωτίζει τον κόσμο” είναι βαθιά πολιτικό ποίημα, εμπνευσμένο από την πολιτική επικαιρότητα της εποχής και τραγικά επίκαιρο σε αρκετές περιπτώσεις από τότε μέχρι σήμερα στην ελληνική και διεθνή πολιτική ιστορία.
Την πολιτική διάσταση της ποίησης του Καρυωτάκη διερευνά ολοκληρωμένα ο πανεπιστημιακός Γιάννης Παπακώστας στο βιβλίο του “Ο πολιτικός Καρυωτάκης”  (10). Εξετάζει τα ποιήματα “Ο Μιχαλιός”, “Στο άγαλμα της Ελευθερίας που φωτίζει τον κόσμο”, “Η πεδιάς και το νεκροταφείον”, “Εις Ανδρέαν Κάλβον”, το πεζό “Κάθαρσις” και το συνδικαλιστικό άρθρο “Ανάγκη Χρηστότητος” που ο ίδιος έχει κάνει γνωστό λίγα χρόνια πριν.

`

`
“Ο Μιχαλιός”, ποίημα αντιηρωικό, αντιμιλιταριστικό, διαχρονικά επίκαιρο, «δημοσιεύεται παραμονές της εκστρατείας στη Μικρά Ασία, οπότε στη χώρα μας κυριαρχεί το πνεύμα του μεγαλοϊδεατισμού, ενώ ο Καρυωτάκης στο πρόσωπο του Μιχαλιού αντί του γενναίου πολεμιστή, που απαιτούσαν οι περιστάσεις, προβάλλει έναν αντιήρωα» (11). Σε μια εποχή που είναι νωπές οι μνήμες και ορατές οι συνέπειες του Αʼ Παγκοσμίου Πολέμου.
Το ποίημα “Στο άγαλμα της Ελευθερίας που φωτίζει τον κόσμο” είναι μια προφητεία για το ρόλο του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού ανά τον κόσμο και το είδος της ελευθερίας που προσφέρει. Με τη φωνή του Νίκου Ξυλούρη (μελοποίηση Λουκά Θάνου) ακούγεται και σήμερα στις πορείες.

`

Τι ήταν αυτό που οδήγησε τον Καρυωτάκη σʼ αυτή την αντιαμερικανική στάση – έκφραση; Ο ρόλος Αμερικάνων την περίοδο της Μικρασιατικής Καταστροφής – απαθείς κοιτούσαν τη σφαγή – που υπαγορεύτηκε από την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους. Στην ευρύτερη περιοχή από καιρό είχαν αναλάβει την εκτέλεση μεγάλων έργων, όμως στον ανταγωνισμό για τα πετρέλαια της περιοχής οι Αμερικάνοι ήταν σε δυσμενή θέση έναντι Γάλλων και Άγγλων. Λίγους μήνες μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή απέκτησαν τον έλεγχο των πετρελαίων της Μοσούλης.
«Είναι δύσκολο να προσδιορίσει κανείς τους λόγους που οδήγησαν τον Καρυωτάκη στη γραφή ενός ποιήματος σαφέστατα ρεαλιστικού και πολιτικού όπως αυτό.. ποίημα στο οποίο κυριαρχεί η αίσθηση της ειρωνείας, του σαρκασμού και της πικρίας, με μια υφέρπουσα οργή και καταγγελία. Και βέβαια η ειρωνεία αρχίζει από τον τίτλο, όπου οι λέξεις δεν έχουν κανένα αντίκρισμα. Κυρίαρχες οι έννοιες του ανταγωνισμού, του οικονομικού κέρδους, οι οποίες συνδέονται μʼ ένα συγκεκριμένο λαό, τον Αμερικάνικο (…).
Ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος, η μικρασιατική καταστροφή, οι δικτατορίες και ιδιαίτερα ο ρόλος της ξένης διπλωματίας, είναι κάποια σημεία στα οποία θα πρέπει να σταθούμε όσον αφορά τα ελληνικά πράγματα, γιατί η ευαισθησία και η κριτική στάση του Καρυωτάκη απέναντί τους είχε εκδηλωθεί από πολύ νωρίς. Ήδη, σε ηλικία δεκαοχτώ ετών, ενώ έτεινε να ξεσπάσει ο πρώτος μεγάλος πόλεμος και τις τύχες του κόσμου τις ρύθμιζαν τα παρασκήνια της διπλωματίας, ο Καρυωτάκης αντέδρασε με έμμεσο μεν πλην σαφή τρόπο απέναντι στην κατάσταση αυτή. Για να εκφράσει μάλιστα πειστικότερα την άποψή του, έκανε μια μακρά ιστορική αναδρομή, γυρίζοντας εκατό περίπου χρόνια πίσω, φέρνοντας ως παράδειγμα την αδικία που είχε διαπραχθεί στο ελληνικό έθνος από μέρους των Άγγλων με την παραχώρηση το 1818 της Πράγας στους Τούρκους. Αδικία (ο Καρυωτάκης χρησιμοποιεί τον όρο ατιμία), η οποία συνεχίζεται ίσαμε τις μέρες του (μόνο;) από τους ισχυρούς της γης, αφού μοναδικό κριτήριο ήταν όχι το δίκαιο αλλά η υλική υπεροχή»
(12).

(Ο Γ. Παπακώστας αναφέρεται στο άρθρο “Επίκαιρος ιστορική σελίς” στο περιοδικό “Ελλάς” – αρ. 524, 2 Μαρτίου 1914 – το οποίο αναδημοσιεύτηκε στο “Κ.Γ. Καρυωτάκη Τα Ευρισκόμενα”, τόμ. Βʼ, σελ. 207-210).

`


Στο ποίημα “Η πεδιάς και το νεκροταφείον” στόχος είναι η διχτατορία του Πάγκαλου. Είναι το μαστίγωμα του διχτάτορα από μια ανυποχώρητη δημοκρατική συνείδηση.
Το ποίημα συνδέεται με ένα συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός στις 26 Νοεμβρίου 1925 όταν «δύο ανώτεροι αξιωματικοί του στρατού, ʽʼκαταδικασθέντες επί πλαστογραφίαις, απάταις, εξαφανίσεσι δημοσίων εγγράφων κ.λ.π.ʼʼ, και παρά τη γενικότερη αντίδραση, εκτελέστηκαν δημόσια με απαγχονισμό. Το όλο θέμα απασχόλησε αρκετές μέρες τον τύπο και την κοινή γνώμη (…)» (13). Επειδή η απόφαση δεν ήταν ομόφωνη (4 προς 3) και κάτω από την πίεση που υπήρχε, την επόμενη μέρα τα μέλη του δικαστηρίου (5 στρατιωτικοί και 2 λαϊκοί) παρουσιάστηκαν στον πρωθυπουργό και του ζήτησαν να μετατραπεί η ποινή σε ισόβια. Στη σύσκεψη παρευρίσκονταν και άλλοι αρμόδιοι παράγοντες. Μόνο ο Πάγκαλος και ο διοικητής του Αʼ Σώματος Στρατού τάχθηκαν υπέρ της εκτέλεσης, όπως και έγινε. Ο Καρυωτάκης ήταν παρών στην εκτέλεση της ποινής μαζί με πλήθος κόσμου, μιας και ήταν δημόσια με απόφαση του Πάγκαλου.

`

«Βέβαια τον Καρυωτάκη στο ποίημά του δεν τον ενδιαφέρουν οι λόγοι που οδήγησαν στη λήψη μιας τέτοιας απόφασης, αλλά το γεγονός καθεαυτό.. δηλαδή ο απαγχονισμός ως μέσον ποινής και κατʼ επέκταση ως πολιτική πράξη. Πράξη που ταυτόχρονα συνιστά και υπέρβαση εξουσίας, αφού οι κατεξοχήν αρμόδιοι, όπως ήταν το ίδιο το δικαστήριο καθώς και οι επικεφαλείς του δικαστικού σώματος και της στρατιωτικής δικαιοσύνης, είχαν αντίθετη γνώμη». (14)

`
Το ποίημα “Εις Ανδρέαν Κάλβον” ο Γ. Παπακώστας το τοποθετεί στα 1927.

`

«Με τους στίχους εξάλλου της ένατης στροφής:
Τις δάφνες του Σαγγαρίου
η Ελευθερία φορέσασα,
γοργά από μίαν χείρα
σʼ άλλην περνά και σύρεται,
δούλη στρατώνος,
έχουμε έμμεση αναφορά στις διαδοχικές ανώμαλες πολιτικές καταστάσεις που μεσολάβησαν στη χώρα μας μετά το ʼ22 και ιδιαίτερα κατά το μεσοδιάστημα των δικτατοριών Παγκάλου και Κονδύλη (Ιούνιος 1925 – Φθινόπωρο 1926).
Ο επιτιμητικός, σοβαρός και αγέρωχος τόνος, είναι έκδηλος στο ποίημα. Στιγματίζεται η πολιτική και η κοινωνική έκπτωση και ειδικότερα η τάξη εκείνη, στόχος της οποίας είναι η απόκτηση της εξουσίας και η επιβολή της δύναμής της.
Η επίκληση του Κάλβου, η μίμηση της γλώσσας και της στιχουργίας του καθώς και η χρήση διάφορων εκφράσεών του δεν είναι τυχαία. Πρόθεση του Καρυωτάκη είναι να αντιπαραθέσει την ποιότητα του κόσμου και των αξιών, που υμνεί ο ποιητής των ωδών, στον κόσμο και τις αξίες της εποχής του.
Στην εποχή του Κάλβου τα όπλα εξυπηρετούσαν το ιδανικό της ελευθερίας, ενώ τώρα, μετά τη μικρασιατική καταστροφή, χρησιμοποιούνται εναντίον του άμαχου πληθυσμού»
(15).

`

Ενώ στα πολιτικά ποιήματά του ο Καρυωτάκης αρκείται σε επισημάνσεις, συμφώνα με τον Γ.Π. :

`

«Εις την ʽʼΚάθαρσινʼʼ, που είναι και το τελευταίο χρονικά κείμενο της ίδιας ομάδας, σημειώνει μια αξιοπρόσεκτη καινοτομία: βλέπει διέξοδο και αισιοδοξεί σε ανατροπή της κατάστασης κι επομένως ελπίζει σε ένα καλύτερο μέλλον. Η άκρα καταπίεση και η διαφθορά είναι πολλές φορές παράγοντες ευεργετικοί, γιατί οδηγούν τα άτομα και τους λαούς στη συνειδητοποίηση της δεινής τους κατάστασης και από εκεί και πέρα τα ίδια τα πράγματα, σχεδόν νομοτελειακά, κατευθύνουν μια ώρα γληγορότερα στην αναζήτηση λύσεως» (16).
`

Το “Ανάγκη χρηστότητος” (17) είναι ένα κείμενο κοινωνικής πολιτικής. Μέσα σʼ αυτό διαγράφεται ένας μαχητικός δημόσιος υπάλληλος που γνωρίζει καλά τα προβλήματα της δημόσιας διοίκησης. Καταγγέλλεται για διαφθορά η κρατική εξουσία και ο πολιτικός κόσμος, γίνεται λόγος για παραεξουσία, επισημαίνεται η διάβρωση θεσμών, ταυτόχρονα όμως προτείνει λύσεις αρκετά ριζοσπαστικές για την εποχή του: τον περιορισμό της αστυνομικής δύναμης, την κοινωνικοποίηση των μεγάλων επιχειρήσεων, την εξάλειψη του ρουσφετιού, της κομματικής συναλλαγής.

`
Τέλος, ο Γ.Π. Σαββίδης εικάζει ότι η συνδικαλιστική και πολιτική σκέψη αποτυπώνεται στην ανακοίνωση (24/1/1928) της Οικονομικής Επιτροπής που συνέστησε το ΔΣ της ΕΔΥΑ, για να προτείνει λύσεις προς την κυβέρνηση: «Στην προκήρυξη αυτή – μνημείο του νεοελληνικού συνδικαλισμού – εικάζω πως συνέβαλε και ο Καρυωτάκης, αν κρίνω σωστά από την ακόλουθη περικοπή που οπωσδήποτε διαφέρει αισθητά σε ύφος και επιχειρηματολογία από το υπόλοιπο κείμενο» (18)

`

[Με τον Νίκο Καράκαλο στο Π.Φάληρο (17 Απριλίου 1925)]

`

Η επίδραση του Καρυωτάκη

`
«Η ποίηση του Καρυωτάκη βρήκε ανταπόκριση κυρίως στους νέους που ονειρεύονταν την προσωπική τους δικαίωση μέσα από την κοινωνική αλλαγή ή, αλλιώς, μέσα από την αλλαγή της πραγματικότητας. Σίγουρα πολύ περισσότερο σʼ αυτούς παρά σʼ εκείνους που ζούσαν σε σχετική ή απόλυτη αρμονία με το περιβάλλον τους. Γιʼ αυτό και όλοι σχεδόν οι ποιητές που συνέδεσαν τη ζωή τους με την περιπέτεια του αριστερού κινήματος διασταυρώνονται στα νεανικά τους χρόνια με την περίπτωση Καρυωτάκη. Μια συνάντηση που οφείλεται περισσότερο σε συγγένειες ιδεολογικές, βιωματικές και συναισθηματικές και λιγότερο αισθητικές» (19).
Αρκετοί ποιητές που ταυτίστηκαν με την Αριστερά στο ξεκίνημά τους «κατηγορήθηκαν» για Καρυωτακισμό: ο Γ. Ρίτσος, ο Νικηφόρος Βρεττάκος με τη συλλογή του “Οι γκριμάτσες του ανθρώπου” (1935), ο Ν. Καββαδίας και ο Γ. Κοτζιούλας. Όταν αυτοκτονεί ο Κ. Καρυωτάκης, ο Ρίτσος και ο Κοτζιούλας είναι 19 χρονών, ο Καββαδίας 18 και ο Βρεττάκος 17.
`

Ο Γ. Κοτζιούλας στα 1948 στο περιοδικό “Ποιητική τέχνη” (20) περιγράφει πώς η γενιά του υποδέχτηκε τη συλλογή “Ελεγεία και Σάτιρες”:

`

«Θυμάμαι με τι λαχτάρα, εμείς οι νεόφετεροι φοιτητές και φιλολογούντες νεαροί, πιάσαμε στο χέρι μας αυτό το εξαίρετο βιβλίο που έδινε απάντηση στις ανησυχίες μας, διέξοδο στις καταπιέσεις μας. Εκεί μέσα βρίσκαμε ανάγλυφο τον εαυτό μας ή τουλάχιστον ένα πρότυπο που ασκούσε απάνω μας ισχυρή έλξη. Αυτός, μάλιστα, ήταν ποιητής. Και η συλλογή του δεν άργησε να γίνει το Ευαγγέλιο για μας. Έτσι δημιουργήθηκε η περίφημη σχολή του Καρυωτάκη, που όμως στην ουσία δεν λειτούργησε ποτέ (…).
Η ποιητική μας ατμόσφαιρα ήταν κορεσμένη εκείνον τον καιρό από τρία ρεύματα: του Παλαμά και των επιγόνων του, του Καβάφη και του Βάρναλη. Αυτοί οι τρεις πυρήνες είχαν επικρατήσει, σαν αστερισμοί σε νεφέλωμα. Καθένας τους αντιπροσώπευε μια τεχνοτροπία, μια αισθητική, αλλά και συνάμα και μια αντίληψη ζωής, μια βιοθεωρία: το ρομαντισμό, το ρεαλισμό, την ανανέωση. Η επιρροή τους συνεχίζονταν και μέλλονταν να συνεχιστεί, όμως ήταν φανερό πως οι φίλοι της τέχνης περίμεναν ακόμα μια ποικιλία, έναν συνδυασμό, κάτι που χωρίς να είναι ολότελα καινούργιο θα τους έδινε την αίσθηση του καινούργιου. Απάνω σʼ αυτή την ώρα φανερώθηκε, σα Μεσσίας, ο Καρυωτάκης».
`

Ο Γιάννης Παπακώστας επισημαίνει την απήχηση του Καρυωτάκη στη συλλογή “Εφήμερα”, του Γ. Κοτζιούλα:

`

«απʼ όπου αποδεικνύεται ότι ένας από τους νέους που ʽʼένιωσαν δραματικάʼʼ τον Καρυωτάκη ήταν κι εκείνος.
Η συλλογή “Εφήμερα” καλύπτει την ποιητική δημιουργία των ετών 1929-1931. Κύρια χαρακτηριστικά της γνωρίσματα: η αθυμία, ο ψυχικός πόνος, η ανία, η μελαγχολία, η μοναξιά. Ενδεικτικοί είναι επίσης και οι τίτλοι κάποιων ποιημάτων, όπως: ʽʼΔειλινάʼʼ, ʽʼΜονόλογοςʼʼ, ʽʼΒραδινό παράπονοʼʼ και αρκετοί άλλοι. Εδώ έχουμε επίσης και ποιήματα όπου γίνεται ευθεία αναφορά στο όνομα του Καρυωτάκη. Χαρακτηριστικό εν προκειμένω είναι το ποίημα ʽʼΕλεγεία στον Καρυωτάκηʼʼ, όπου, με μια γλώσσα καθημερινή και οικεία, κινούμενος ο Κοτζιούλας ανάμεσα στο πρώτο και στο δεύτερο πρόσωπο, αφήνει να διαφανεί ο ανθρώπινος πόνος αλλά και η βαθύτερη πνευματική σχέση του με τον ποιητή με στίχους σαν αυτούς: στοχαστικό μου αδέρφι θλιβερό ή κι ο στίχος σου που ως πένθος τον φορώ.
Τα στοιχεία αυτά από μια πρώτη κιόλας ανάγνωση θεωρώ ότι είναι αρκετά για να μας οδηγήσουν σʼ έναν ευρύτερο και αναλυτικό συσχετισμό· συσχετισμό επικοινωνίας, η οποία είναι άλλοτε εξόφθαλμη και άλλοτε λανθάνουσα»
(21)

(Η σχέση του Κοτζιούλα με την Αριστερά ξεκινά πολύ μετά το 1930. Το 1929 είναι συνεργάτης του περιοδικού “Ελληνικά Γράμματα”).

`

`

Τα αποτυπώματα του Καρυωτάκη στις δύο πρώτες συλλογές του Γ. Ρίτσου (“Τρακτέρ”, 1934, και “Πυραμίδες”, 1935) ανιχνεύει η Χ. Ντουνιά στο κεφάλαιο με τίτλο “Καρυωτάκης – Ρίτσος: Έλξη και απώθηση (22):

`
«Οι δύο πρώτες ποιητικές συλλογές του Ρίτσου κατακλύζονται από –συχνά ανεπεξέργαστα- καρυωτακικά στοιχεία. Μοτίβα κοινά όπως αυτό της ʽʼωχράς σπειροχαίτηςʼʼ,


Η σπειροχαίτη στη σαθρή στοά της καρτερά
και με την τρέλα σμίγουνε μουγγά του κόσμου οι πόθοι


ʽʼΩδή στον έρωταʼʼ, Πυραμίδες

`
ή του «Δον Κιχώτη»:


`

`

Καημένε ιππότη, τα φτερά σου μάδησε
που αύξαινε το έκπαγλό σου μεγαλείον..
το σβέλτο, πρόθυμο άτι σου που βάδισε
καλπάζοντας στα νέφη, τώρα να,
ψωριάρικο μυγιάζεται σεμνά
μες στο σκληρό σκοτάδι των ηλίων
ʽʼΣʼ έναν ιππότηʼʼ, Τρακτέρ (…)»

`

Στο ποίημα “Οι ποιητές” ο Γ. Ρίτσος διαλέγεται με τον Κ. Καρυωτάκη:
`

«Παρά την εμμονή του σε καρυωτακικά μοτίβα, είναι φανερό ότι τον Ρίτσο απασχολεί ταυτόχρονα ο ρόλος του ποιητή στην υπόθεση της κοινωνικής αλλαγής. Στο τρακτέρ και περισσότερο στις Πυραμίδες κατατίθεται η αγωνιώδης και κάποτε μεγαλόστομη απόπειρά του να περάσει από την απαισιόδοξη μοναχική στάση στην αισιόδοξη συντροφικότητα του κοινωνικού αγώνα:

`
Βαθύς γκρεμός, η ποίηση εδώ, κʼ η δράση αντικριστά
κʼ οι στίχοι, εύθραυστες γέφυρες πάνω στο ναι και στʼ όχι.
ʽʼΠοιητής-Χορευτήςʼʼ, Τρακτέρ

;
Αυτή η προβληματική διακρίνεται και στους ʽʼΠοιητέςʼʼ το ποίημα που αφιερώνει στον Καρυωτάκη, και του οποίου ο τίτλος είναι δανεισμένος από το ομώνυμο ποίημα της συλλογής Νηπενθή».
Αυτό το ποίημα παρουσιάζει συγγένεια με το Καρυωτακικό “Ολοι μαζί”:
«Και στα δύο ποιήματα το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο είναι διχασμένο. Οι δύο ποιητές αυτοαναγνωρίζονται μέσα σε μια περιθωριακή ποιητική κοινότητα, ενώ ταυτόχρονα στέκουν κριτικά απέναντι στην αδυναμία τους να ενταχθούν στην καθημερινότητα του μέσου ανθρώπου. Ωστόσο, ενώ η ματιά του Καρυωτάκη διατηρώντας την ειρωνική της απόσταση παραμένει ματιά συνενοχής, η τελευταία στροφή του Ρίτσου παρουσιάζει μια σαφή απόκλιση από αυτή την οπτική. Ο Ρίτσος προχωρεί σε μια έμμεση αυτοκριτική, επιχειρώντας να διαχωρίσει τη θέση του από τους ποιητές ʽʼπου βρίσκονται μακριά από τις μάζεςʼʼ. Και αν ακόμα εξαιρεί τον Καρυωτάκη από την ομάδα των ʽʼαγνών ποιητώνʼʼ που μένουν έξω από τον κοινωνικό αγώνα, επανέρχεται και πάλι στο ίδιο θέμα με μεγαλύτερη οξύτητα σε αρκετά ποιήματα των Πυραμίδων. Στη συλλογή αυτή που ξεκινά με το καρυωτακικό ποίημα ʽʼΜόνωσηʼʼ (…)».

`

`

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

`

1. «Κι ο Καρυωτάκης δεν είχε πάει ακόμη στην Πρέβεζα…», “Το βήμα”, 23 Ιουλίου 1978. Το κείμενο περιλαμβάνεται και στο “Κ.Γ. Καρυωτάκης Ποιήματα και πεζά”, “Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη”, 1984.
2. «Ο Καρυωτάκης φαρσέρ», “Βραδυνή”, 10/12/1931.
3. “Νέα Εστία”, 1 Σεπτεμβρίου 1928. Το κείμενο περιλαμβάνεται και στα “Άπαντα: έμμετρα και πεζά / Κ.Γ. Καρυωτάκη”, 1938.
4. Από το πεζό “Κάθαρσις”.
5. Τάσος Βουρνάς “H κοινωνική συγκυρία στην ποίηση του Καρυωτάκη”, περιοδικό “Λέξη”, Νοέμβρης-Δεκέμβρης 1988.
6. “Φιλολογικές βραδιές”, περιοδικό “Πρωτοπόροι” τεύχος 10 (1931). Το κείμενο υπογράφει η Φούλα Χατζηδάκη με τα αρχικά Φ.Χ.Π.
7. Χριστίνα Ντουνιά, “Κ.Γ. Καρυωτάκης – Η αντοχή μιας αδέσποτης τέχνης”, εκδόσεις “Καστανιώτη”, σελ. 136.
8. Όργανο της ΟΚΝΕ (Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδος), άρχισε να εκδίδεται το 1922 και συνέχισε τη νόμιμη έκδοσή της, με αρκετές διακοπές και απαγορεύσεις, έως τη δικτατορία του Μεταξά το 1936.
9. Προδημοσιεύτηκε σε δύο συνέχειες στο περιοδικό της “Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας” το 1927.
10. “ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ – Ι.Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ ΑΕ”, 1993.
11. Γιάννης Παπακώστας “Ο πολιτικός Καρυωτάκης”, 1993, σελ 21-22
12. Ό.π., σελ 34, 35-36.
13. Ό.π., σελ 49-50
14. Ό.π., σελ. 59.
15. Ό.π., σελ. 59.
16. Ό.π., σελ. 81.
17. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Ελληνική” στις 8 Φλεβάρη 1928.
18. Κι ο Καρυωτάκης δεν είχε πάει ακόμη στην Πρέβεζα…», “Το βήμα”, 23 Ιουλίου 1978. Το κείμενο περιλαμβάνεται και στο “Κ.Γ. Καρυωτάκης Ποιήματα και πεζά”, “Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη”, 1984.
`
Το απόσπασμα από την ανακοίνωση της Οικονομικής Επιτροπής που ο Γ.Π. Σαββίδης εικάζει ότι υπάρχει το αποτύπωμα του Καρυωτάκη, όπως δημοσιεύεται στο “Κ.Γ. Καρυωτάκης Ποιήματα και πεζά”, “Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη”, 1984.

«Η υπαλληλική τάξις φρονεί ακόμη ότι το δικαίωμα της απεργίας δεν είναι αναγκαστική συνέπεια του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι, καθ’ όσον ή διεθνής και η ημετέρα υπαλληλική κίνησις έχει να μας παρουσιάση απειρίαν κατά μέρος δημοσιοϋπαλληλικών απεργιών, καίτοι οι απεργήσαντες υπάλληλοι εις ουδεμίαν υπαλληλικήν οργάνωσιν ανήκον, ούδʼ ίχνος υπαλληλικής οργανώσεως κατά την έκρηξιν της απεργίας υφίστατο. Η απεργία είναι, καθ’ ημάς, εν γεγονός, εν είδος φυσικού φαινομένου, το όποιον λαμβάνει χώραν και εκρήγνυται όπως ο κεραυνός ή η καταιγίς. Είναι μία συσσώρευσις και συμπύκνωσις δυσαρεσκειών και απογοητεύσεων του μισθωτού, ο όποιος εις μιαν δεδομένην στιγμήν αγανακτήσεως και παραφοράς δεν έχει ανάγκην να έχη υπαλληλικήν οργάνωσιν όπως απεργήση. συνεννοείται σχεδόν αυτομάτως μετά των άλλων καταδυναστευομένων μισθωτών και η εκρηξις επέρχεται αοτόματος.
Επομένως, καθ’ ημάς, το ζήτημα της απεργίας δεν τίθεται, εάν ο υπάλληλος έχη δικαίωμα ή μη απεργίας από απόψεως δημοσίου δικαίου ή της κειμένης σωματειακής νομοθεσίας. Η απεργία είναι εν γεγονός, το όποιον δεν εξετάζεται από απόψεως νομιμότητας, όπως δεν εξετάζει κανείς εαν βρέχη ή δεν βρέχη κατά Σύνταγμα και κατά Νόμον, πεινά κανείς νομίμως ή δεν πεινά, έχομεν κυκλώνα ή θαλασσοταραχήν ή εκρήγνυται κεραυνός σύμφωνα με το Σύνταγμα ή με τους κειμένους νόμους και το υπαλληλο-σωματειακόν ισχύον δίκαιον. Περιττόν λοιπόν ευρίσκομεν τον κόπον του κ. αρχηγού των Προοδευτικών Φιλελευθέρων να ζητή παραδείγματα εκ της Σοβιετικής Ρωσίας, διότι αν δεν βρέχη εις την Μόσχαν, βρέχει εις το Λονδίνον».

19. Χριστίνα Ντουνιά, “Κ.Γ. Καρυωτάκης – Η αντοχή μιας αδέσποτης τέχνης”, εκδόσεις “Καστανιώτη”, σελ 281.
20. Γ. Κοτζιούλας, “Μια επέτειος. Η καθιέρωση του Καρυωτάκη”.
21. http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=86933
22. Χριστίνα Ντουνιά, “Κ.Γ. Καρυωτάκης – Η αντοχή μιας αδέσποτης τέχνης”, εκδόσεις “Καστανιώτη”, σελ. 281-292.