`

ΛΕΥΚΟ ΧΑΡΤΙ

Λευκό το χαρτί

ως αθώο

άγραφο σαν το κενό

που εντός του αιωρούμαστε

με τη μαυρίλα μέσα γυρισμένη.

Λευκό το χαρτί.

Πώς γράφεται πάνω του η απόγνωση;

`
*

ΤΟ ΚΟΜΠΟΣΚΟΙΝΙ

Νύχτες μοναχικές
κόμποι σε κομποσκοίνι.

Κάθε νύχτα κι ένας κόμπος
κάθε κόμπος
μια άσκηση μοναξιάς.
Κάθε αγρύπνια
μια άσκηση αυτάρκειας.

`
*

ΟΜΠΡΕΛΕΣ

Βρέχει.
Δες πως το δάκρυ της βροχής
ξεπλένει
τις φλέβες των φύλλων
τα φτερά των πουλιών
τις σκονισμένες ομπρέλες.

Βρέχει.
Θα μπορούσαμε να είχαμε σμίξει
στη σιωπή των συναισθημάτων.

Aν οι ομπρέλες
δεν ήταν
για τους μοναχικούς.

`
*

ΕΡΙΠΑΤΟΣ

Το πλήθος οδοιπορεί πετώντας αόρατα
χέρια ικεσίας έξω από το οδόστρωμα.
Μορφές- σκιές- ψυχές συσσωρευμένες.

Ωραίες, μοιραίες, ερωτικές ή ανδροπρεπείς,
γυναίκες –παιδιά Λολίτες,
ήλιοι θολοί μαγνήτες
τρελαμένων δορυφόρων Ναμπόκοφ.
Σύννεφο και χώμα.
Ιερές και ιέρειες της μέρας και της νύχτας
στο βωμό του στοργικού Θεού και του ηδονικού έρωτα.

Ωραίοι, αενάως σκεπτόμενοι και υπολογίζοντες
αγοραίοι και κατακτώμενοι κατακτητές,
την αγάπη αποζητούντες και την αγάπη φοβούμενοι,
θηλυπρεπείς, αιώνια παιδιά
αρχιερείς του ταραχοποιού Θεού του πολέμου.

Ωραία ανακατεύονται τα φύλα και
τα χέρια ωραία τεντώνονται.

Όλοι μαζί λεηλατώντας της καθημερινότητας το σώμα.
`
*

ΠΛΑΝΗ

Μες στο λαβύρινθο του νου
τριγύριζαν φαντάσματα
και έστηναν χορούς μαγευτικούς.

Χορεύαμε μαζί τους, γελαστήκαμε.
Πιστέψαμε πως είχαν σάρκα.

Πώς τα καταφέραμε
να υπηρετούμε δύο κυρίους;

Και την αγάπη να ψάχνουμε
και στη φωτιά των φόβων μας
να ρίχνουμε ξύλα;

Και πώς είχαμε κάνει
κέντρο του κόσμου
τον αφαλό μας;

`
*

ΦΙΛΙ ΣΤΟ ΧΩΜΑ

΄Εκοβα δρόμο μέσα στην ομίχλη
με φακό που άστραφτε
μια δέσμη όνειρα
και μια κουκίδα φωτεινή χοροπηδούσε
με μια καλά κρυμμένη βεβαιότητα
ορθής πορείας.

ʽʼΤυχαίαʼʼ σκύβοντας μπροστά σ΄ ένα λουλούδι
φίλησα με το πρόσωπο το χώμα.

Απόμεινα με την οσμή θανάτου
τρέμοντας ακόμα
από ένα λησμονημένο φίδι
βαθιά χωμένο στης γης τα σπλάχνα.
΄Οσο κρατάει μια νιότη καρτερούσε.

Νόμιζα πως τα ζώα μου
τα είχα εξημερώσει.

`

*

΄ΟΝΕΙΡΑ ΑΓΡΥΠΝΗΣ ΝΥΧΤΟΣ

Ο γέρο-ποιητής με την κοιλίτσα του
τα στρογγυλά του τα μικρά γυαλιά
ως την τιμητική του έδρα
προσέχοντας ανέβηκε σκαλιά.

Κάτω απ΄ των κεριών το φως
μας διάβασε μ΄ ωραία απαγγελία
με χρώμα στη φωνή
και παίρνοντας στροφές στα κόμματα
με μία υποψία ανάσας στις άνω τελείες
με λίγο στόμφο στα θαυμαστικά.

Μας θύμισε πρόσωπα αλλοτινά
που ξέθαψε από την ιστορία
για ό,τι φανταζότανε γι΄ αυτά
τις νύχτες που τον έπιανε αϋπνία.

Πώς θα ΄τανε,
μονολογούσε ξεθεωμένος απ΄ τις αγρυπνίες,
αν ήμουν ο Ιουστινιανός ο ακοίμητος
κι έκοβα βόλτες έξω απ΄ τα δωμάτια
της Θεοδώρας τις νύχτες;
Θα άκουγα δολοπλοκίες, ίντριγκες ή τίποτα αναστεναγμούς;
΄Η αν ήμουν ο Θεόφιλος και άκουγα κρυφά
της Κασσιανής το σπαραγμό;
Την ώρα που γονατιστή έβρεχε με δάκρυα
τα πλούσια μαλλιά της κι ομολογούσε
΄΄Ιδού η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνήʼʼ
τι θα ΄κανε, αν της ζητούσα ένα φιλί απ΄ το παράθυρο;

΄Ονειρα άγρυπνης νυχτός του γέρου-ποιητή
φρένα που πάταγε στον καλπασμό του χρόνου.

Το πιο τολμηρό, το πιο απαγορευμένο
ήταν εκείνο που ερχόταν τα χαράματα.
Ο Βελζεβούλ του χάριζε επιστροφή στη νιότη
κι ο γέρο-ποιητής σε αντάλλαγμα
του γύριζε της ποίησης τη χάρη.
Λέξη δεν κράτησε, τέτοια ήταν η συμφωνία.

Μα αποκοιμιότανε γλυκά σαν αγγελούδι.

`