`

BIENVENUE

Ah! que tu retournes à ton désordre, et le monde au sien.
L’asymétrie est jouvence.
On ne garde l’ordre que le temps d’en haïr l’état de pire.
Alors en toi s’excitera le désir de l’avenir, et chaque barreau de ton échelle inoccupée et tous les traits refoulés de ton essor te porteront, t’élèveront d’un même sentiment joyeux.
Fils de l’ode fervente, tu abjureras la gigantesque moisissure.
Les solstices fixent la douleur diffuse en un dur joyau diamantin.

L’enfer à leur mesure que les râpeurs de métaux s’étaient taillé, redescendra vaincu dans son abîme.
Devant l’oubli nouveau, le seul nuage au ciel sera le soleil.

Mentons en espoir à ceux qui nous mentent : que l’immortalité inscrite soit à la fois la pierre et la leçon.

*

ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΕΣ

Αχ! Να γυρνούσες στην αταξία, και ο κόσμος στην δική του.
Η ασυμμετρία θυμίζει νιότη.
Τηρεί την τάξη μόνον όταν η κατάσταση επιδεινώνεται.
Τότε μέσα σου θα ποθήσεις το μέλλον, και κάθε σκαλοπάτι της ακατοίκητης σκάλας των καταπιεσμένων δυνατοτήτων, θα σε οδηγήσει στα ύψη με ένα χαρούμενο ίδιο συναίσθημα.
Γιε της ένθερμης ωδής, θα αποκηρύξεις την τεράστια μήτρα.
Τα ηλιοστάσια φυλακίζουν τον διάχυτο πόνο σ΄ένα σκληρό διαμαντένιο κόσμημα.

Η κόλαση στα μέτρα τους, κομμένη από τρίφτες μετάλλων, θα κατέβει νικημένη στην άβυσσο της.
Μπροστά στη νέα λησμονιά, μοναδικό σύννεφο στον ουρανό θα είναι ο ήλιος.

Ας πούμε ψέματα με ελπίδα σ΄αυτούς που ψεύδονται ότι η καταγεγραμμένη αθανασία είναι ταυτόχρονα πέτρα και μάθημα.

`

*****

CE BLEU N’EST PAS LE NÔTRE

Nous étions à la minute de l’ultime distinction.
Il fallut rapatrier le couteau.
Et l’incarnat analogique.

Peu auront su regarder la terre sur laquelle ils vivaient et la tutoyer en baissant les yeux.
Terre d’oubli, terre prochaine, dont on s’éprend avec effroi.
Et l’effroi est passé…

À chacun son sablier pour en finir avec le sablier.
Continuer à ruisseler dans l’aveuglement.

Qui délivrera le message n’aura pas d’identité.
Il n’oppressera pas.

Modeler dans l’apocalypse, n’est-ce pas ce que nous faisons chaque nuit sur un visage acharné à mourir ?

Un outil dont notre main privée de mémoire découvrirait à tout instant le bienfait, n’envieillirait pas, conserverait intacte la main.

Alors disparurent dans la brume les hommes au petit sac.

*

ΑΥΤΟ ΤΟ ΜΠΛΕ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟ ΜΑΣ

Ήμασταν στο λεπτό της τελευταίας διάκρισης.
Χρειάστηκε να επαναπατρίσουμε το μαχαίρι.
Και την ανάλογη πορφύρα.

Λίγοι θα έχουν μάθει να κοιτούν τη γη όπου ζούσαν και να της μιλούν στον ενικό με τα μάτια χαμηλά.
Γη της λήθης, γη κοντινή, που ερωτευτήκαμε με τρόμο.
Και ο τρόμος είναι παρελθόν …

Στον καθένα την κλεψύδρα του για να τερματίσει μαζί της.
Να συνεχίσει να ρέει στην τύφλωση.

Όποιος παραδώσει το μήνυμα δεν θα έχει ταυτότητα.
Δεν θα συντρίψει.

Μορφή της Αποκάλυψης, δεν είναι το πλάσιμο κάθε βράδυ ενός προσώπου που είναι δύσκολο να πεθάνει;

Ένα εργαλείο που το χέρι στερημένο από μνήμη, ανά πάσα στιγμή θα ανακάλυπτε την φιλανθρωπία του, δεν θα γερνούσε, θα διατηρούσε την ακεραιότητά του.
Έτσι εξαφανίστηκαν οι άνδρες με το σακίδιο μέσα στην ομίχλη.

`

********

Le Marteau sans maître, 1934

Commune présence

Tu es pressé d’écrire,
Comme si tu étais en retard sur la vie.
S’il en est ainsi fais cortège à tes sources.
Hâte-toi.
Hâte-toi de transmettre
Ta part de merveilleux de rébellion de bienfaisance.
Effectivement tu es en retard sur la vie,
La vie inexprimable,
La seule en fin de compte à laquelle tu acceptes de t’unir,
Celle qui t’est refusée chaque jour par les êtres et par les choses,
Dont tu obtiens péniblement de-ci de-là quelques fragments décharnés
Au bout de combats sans merci.
Hors d’elle, tout n’est qu’agonie soumise, fin grossière.
Si tu rencontres la mort durant ton labeur,
Reçois-là comme la nuque en sueur trouve bon le mouchoir aride,
En t’inclinant.
Si tu veux rire,
Offre ta soumission,
Jamais tes armes.
Tu as été créé pour des moments peu communs.
Modifie-toi, disparais sans regret
Au gré de la rigueur suave.
Quartier suivant quartier la liquidation du monde se poursuit
Sans interruption,
Sans égarement.
Essaime la poussière
Nul ne décèlera votre union.

*

Το σφυρί δίχως αφέντη, 1934

Κοινή παρουσία

Νομίζεις πως είσαι στα τέλη της ζωής σου
και βιάζεσαι να γράψεις.
Αν είναι αλήθεια, ικέτευσε τις πηγές σου.
Βιάσου.
Βιάσου να μεταβιβάσεις
το ιδανικό σου μερίδιο από την ευεργετική ανταρσία.
Ουσιαστικά, έφτασες στο τέλος
της ανείπωτης ζωής,
με την μόνη που αποδέχεσαι τελικά να ενωθείς,
αυτήν που σου έχουν αρνηθεί
όντα και πράγματα
και μετά από ανελέητες μάχες
κρατάς με κόπο θλιβερά απομεινάρια.
Έξω απ’ αυτήν,
τα πάντα είναι υποβαλλόμενη αγωνία, αδέξιο τέλος.
Αν, την ώρα που εργάζεσαι, συναντήσεις τον θάνατο,
γονάτισε και δέξου τον με ευχαρίστηση`
ο ιδρωμένος αυχένας βρίσκει βολικό
το άγονο μαντήλι.
Πρόσφερε την υποταγή,
αν θέλεις να χλευάσεις,
ποτέ τα όπλα σου.
Πλάσθηκες για ασυνήθιστες στιγμές.
Μετατρέψου, εξαφανίσου χωρίς λύπη,
διάλεξε την γλυκιά ακαμψία.
Στη μια γειτονιά μετά την άλλη,
το τέλος του κόσμου συνεχίζει
χωρίς διακοπή,
χωρίς σφάλμα.
Σκόρπισε την σκόνη
Κανείς δεν θ’ ανιχνεύσει την ένωσή σας.

`

********

La chambre dans l’espace

Tel le chant du ramier quand lʼaverse est prochaine – Lʼair se poudre de pluie, de soleil revenant –, je mʼéveille lavé, je fonds en mʼélevant ; je vendange le ciel novice.
Allongé contre toi, je meus ta liberté. Je suis un bloc de terre qui réclame sa fleur.
Est-il gorge menuisée plus radieuse que la tienne ? Demander cʼest mourir !
Lʼaile de ton soupir met un duvet aux feuilles. Le trait de mon amour ferme ton fruit, le boit.
Je suis dans la grâce de ton visage que mes ténèbres couvrent de joie.
Comme il est beau ton cri qui me donne ton silence !

Les Matinaux, La Parole en archipel, © La Pléiade, p.372

*

Το κενό δωμάτιο

Ίδιος με το τραγούδι του περιστεριού, όταν η βροχή πλησιάζει – Ο αέρας πασπαλίζεται απ΄ τη βροχή, απ΄ τον ήλιο που επιστρέφει – ξυπνώ πλυμένος, λιώνω καθώς σηκώνομαι` τρυγώ τον αρχάριο ουρανό.
Ξαπλώνω ακουμπισμένος πάνω σου και μετακινώ την ελευθερία σου. Είμαι ένα κομμάτι γης που αποζητά το λουλούδι του.
Υπάρχει σκαλιστός λαιμός πιο λαμπερός από τον δικό σου; Το να ρωτάς είναι θάνατος!
Το φτερό της ανάσας σου ρίχνει ένα χνούδι στα φύλλα. Το ίχνος της αγάπης μου κυκλώνει το φρούτο σου, το τρυγάει.
Βρίσκομαι στη χάρη του προσώπου σου που το καλύπτουν με χαρά τα σκοτάδια μου.
Πόσο όμορφη είναι η κραυγή που μου χαρίζει η σιωπή σου!

Από τη συλλογή:
Les Matinaux, La Parole en archipel, © La Pléiade, p.372

`

`

*****************

Ο Ρενέ Σαρ είναι ένας από τους σημαντικότερους Γάλλους ποιητές του 20ου αιώνα.
Ο Μωρίς Μπλανσό, Maurice Blancot, απεκάλεσε την ποίησή του «φανέρωση της ποίησης / ποίηση της ποίησης»), περίφημος για το αυστηρό και αφοριστικό ύφος του, καθώς και για την συχνή χρήση «ηρακλειτικών» φράσεων, στις οποίες συνενώνει ιδέες που προηγουμένως έμοιαζαν αντιφατικές: «κάθε πράξη είναι παρθένα, ακόμη κι όταν επαναλαμβάνεται».