`

ΓΡΑΝΑΔΑ*

Στο τρίλοφο γυρνάς σαν μια μιγάδα
Τα δυο σου χείλη στα ποτάμια ξεδιψάς
Έχεις το βλέμμα «Τεθλιμμένης Παναγιάς»
Στο χέρι ρόδα και ασήμι απ΄τη Γρανάδα.

Κόκκινη πέτρα σου χαρίζουν. Δεν μιλάς.
Είναι η σιωπή σου απ΄την τέχνη της Αλάμπρα
Και στο λαιμό εκείνη η γυάλινή σου χάντρα
Σε στιγματίζει πάντοτε όπου κι αν πας.

Λόφος των ξένων. Η δική σου διαδρομή.
«Ποια γη ηρεμεί τον ξένο σαν πεθάνει»
Πάλι η σκέψη ενώ κοιτάς το Σιντριβάνι
Με τα Λιοντάρια να κυκλώνουν την πηγή.

Παντού ηχούνε του Tarrega οι «Αναμνήσεις»
Εδώ, στο Νότο, στη θλιμμένη Ανδαλουσία
Δυο ερωτήματα σαν μόνη περιουσία
«Από πού έφυγες» και «πούθε να γυρίσεις».

`

***

IN MEMORIAM

Βλέπω συχνά στον ύπνο μου πως είμαι στοιχειωμένος
Πως βγαίνουνε φαντάσματα με χάλκινους ζωστήρες
Οι Μνήμες επιστρέφουνε κι εγώ σαν ναρκωμένος
Κοιτάζω μες τα μάτια τους, δυο μαύροι οδοστρωτήρες

Τα χέρια τους ορθάνοικτα σαν μουσουργοί εν δράσει
Στα δάχτυλά τους κρέμονται ζυγοί ψυχοστασίας
Ο Θωθ μετρά ξαναμετρά ποια πρέπει να γεράσει
Και ποια αιώνια θα ζει δίκην αποστασίας

Η Μια με το θαλασσινό σαρκίο πλησιάζει
Όλα τα φύκια των βυθών σαλεύουν στο άγγιγμά της
Στο Ρότερνταμ κοιμίζομαι, ξυπνάω στη Βεγγάζη
Με νανουρίζει ο Ζέφυρος, οι Άρπυιες κι ο Μπάτης

Καταμεσής  του αισθήματος η Άλλη με πηγαίνει
«Για τη σκουριά του έρωτα γυαλόχαρτο δεν φτάνει»
Χαμογελά σαρκαστικά κι ειρωνικά μου κραίνει
Κι εγώ απαντώ «τη θάλασσα την πνίγει το λιμάνι»

Η Τρίτη κέρματα σκορπά από παλιά πορθμεία
Της Στύγας, του Αχέροντα, της Αίθουσας της Κρίσης
Ακούω γνώριμες φωνές του Γιώργου, του Ηλία
Μα δεν διαφαίνεται ποτέ του δράματος η λύσις

Με μια ηχώ μελωδική η Τέταρτη μού γνέφει
Υμέναιοι, Ιάλεμοι, Καντάδες, Μπλουζ και Κώμοι
Η κάθε νότα είναι υγρή είναι κι από σεντέφι
Η πιο μικρή σταλαγματιά κι οι πιο μεγάλοι πόνοι

Η Ύστατη στην πρώτη μου πατρίδα γυροφέρνει
Δυο πιθαμές από τη γη μα ανάστημα μεγάλο
Σαν μάντης Κάλχας που μιλά, σαν νύφη πολύφερνη
Ένα παιδί με χαιρετάει μ’ ένα βουβό σινιάλο

Κι όταν γυρίζω απ΄το όνειρο κάθιδρος, τρομαγμένος
Ακούω τα φαντάσματα με ξύλινους κοθόρνους
Οι Μνημες ξαναφεύγουνε κι εγώ σαν σαλεμένος
Ακολουθώ τα χνάρια τους μες τους μεγάλους δρόμους

`

***

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΩΜΑ

Ο πόθος  με ταξίδεψε πιο πέρα από το σώμα
Τα μάτια μου τα γύμνασα σε κοραλλένια χείλη
Τα βήματα μου έστειλα σε ναρκοπέδια μνήμης
Και οδοφράγματα έσπασα τριγύρω από το στόμα

Τα χέρια είδανε πολλά μα πιο πολλά η καρδιά μου
Λεχώνες ήταν οι χαρές γεννήτορες οι φόβοι
Είδα κοπάδια να περνούν οι ψεύτες και οι νόμοι
Τις ενοχές να μου πουλούν σαν μόνα γιατρικά μου

Μύρισα ανθρώπινα κορμιά, καημούς και ναφθαλίνη
Αυθαίρετα αισθήματα με βία γκρεμισμένα
Μέτρησα πέτρες και σιωπή στο μέλι βουτηγμένα
Και αρρώστιες να τρέχουνε σαν πεινασμένα κτήνη

Γνώρισα μύθους να γλεντούν ζεστό το μερτικό τους
Και μετανάστες να μετρούν τα «Όχι» για να ζήσουν
Αλλότριες χώρες ξένη γη να ψάχνουν να βαπτίσουν
Θρησκείες νʼ ονοματίζουνε «Θεό» το φονικό τους

Έρωτες πένθησα λειψούς, σε οθόνη αυνανισμένους
Παιδιών ανάσες ζωηρές στο χθες σαν κουρδισμένες
Γεύσεις, πρωτόγονες τροφές, δηλητηριασμένες
Και τις επιτυχίες μας σαν θύματα άγριου μένους

Κι αν ήρθαν μέρες δύσκολες, μέρες ευλογημένες
Τα βράδια μου στο ζύγισμα το χρόνο τον νικούσα
Όλου του κόσμου τις φωτιές στο βλέμμα μου κεντούσα
Στα δόντια μου ήταν οι στιγμές σαν σφαίρες μασημένες

`

* Το ποίημα «Γρανάδα» δημοσιεύτηκε για α’ φορά στο περ. Ποιητική, τ.χ. 10.