`

`

Την ύπαρξή του πιστοποιούν οι αισθήσεις.
Για τη ζωή και το έργο του δε γνωρίζουμε παρά ελάχιστα,
ανακατεμένα στο μύθο και στην πραγματικότητα.

`

I
Πρώτα τον είδαν στη σκάλα.
Φώναξε κόκκινα στο πλήθος
και κόκκινα μπήκε
κρατώντας ήλιο στα μάτια
κι αγκάθια στα χέρια.

Δε βρήκε χώρο στο γκρίζο και βγήκε στʼόνειρο.

`

II
Βουβός πια, σιωπώντας καιρούς,
έβαφε παρόν τις απουσίες.
Παρόν ήταν και το αίμα που κοκκίνιζε τα σκαλιά
καθώς έτριβε τα μάτια του με το χέρι το δεξί.
Με το χέρι το δεξί
του άνοιγε πληγές και το πλήθος.

`

III
Έπειτα τον έβαλαν στο υπόγειο,
όρθιο, δίπλα στο πέτρινο πιάνο
και σφράγισαν την πόρτα.
Εκείνος, τυφλός πια,
έβγαινε κάθε τόσο
από μία χαραμάδα του κορμιού του
και ξάπλωνε στα πλήκτρα
στοιχίζοντας λέξεις στο νου και νότες στον αέρα.

Ύστερα ήρθε ο χρόνος και ξέχασε.

`

IV
Τον έσχατο καιρό κρυβόταν μέσα του,
βάδιζε στα δάχτυλα
κι ανάσαινε σιωπή.
Τις νύχτες μιλούσε στην υπόγεια κόρη
χαράζοντας λόγια στους τοίχους.
Τον τάδε αιώνα,
λίγο πριν την πρώτη άνοιξη
άνοιξε μία ρωγμή στον χρόνο
και μπήκε στην Αθανασία.

`

Δυστυχώς η παρατεταμένη υγρασία του χώρου
δεν άφησε παρά ελάχιστα ευρήματα:
μικρά κομμάτια μνήμης,
ένα σβησμένο άστρο
κι ένα πέτρινο πιάνο χαραγμένο
με εκατοντάδες ονόματα μελλοντικών ηρώων