`

Από την ενότητα Θραύσματα

Ελλάδα

…οι αλεξανδρινοί στίχοι, οι στενές αυλές
οι γραμματιζούμενοι όχι διαφορετικοί από τους Σελευκίδες άρχοντες
που ζητιάνευαν τον καιρό των Ρωμαίων. Λίγη φύση,
μόλις φιλτραρισμένη από τα παραθυρόφυλλα, λίγες και δυστυχισμένες αγάπες.

Διαβάζουμε τα νέα ελληνικά με δυσκολία:
πολύ μακριά από τους έλληνες που μάθαμε στο σχολείο
κι όμως αυτή η γλώσσα είναι δική μας εξ αιτίας της απόστασης και της μοίρας
δικές μας αυτές οι οπτασίες, ηχώ της αμοιβαίας ηδονής
σπίτια λευκά ασβεστωμένα, ώχρα σωμάτων που τα ʽδε το φεγγάρι.

`

*
Έξη καλοκαίρια

1.

ο γέρος γυρίζει προσεκτικά στο κρεβάτι
έξω, η θάλασσα του Ιουνίου
ανασαίνει γρήγορα στον μαΐστρο.

2.

το αρχιπέλαγος κοιμάται
το ρύγχος κάθε νησιού πάνω στο νερό
τα λέπια του κέδρου που χαμηλώνουν στον αέρα.

3.

ο δρόμος κοιμάται: είναι λευκός, είναι επαρχιακός
την αυγή ήχοι και βήματα βάζουν κομμάτια από ήχους μέσα στο όνειρο
μια ψηφίδα, η άλλη στο μωσαϊκό που ζει.

4.

Η γυναίκα σκέφτεται: ποιος ξέρει εάν είναι αληθινή η σκιά, εάν αλήθεια μας ακολουθεί ή προπορεύεται. Εάν δεν είναι ένας αντικατοπτρισμός –αυταπάτη που το μάτι μας δημιουργεί από την πολλή μοναξιά, για να λέμε σε κάθε ζωή: να, υπάρχεις στʼ αλήθεια.

5.

ο γέρος τώρα έχει τον άνεμο στο λαιμό.
Για κάποιον είναι φωνή. Γιʼ αυτόν είναι ένας κόμπος λύπης
ένα νήμα υφασμένο από εγκατάλειψη.

6.

Πήραμε ένα σκουλήκι, εγώ και η μικρή.
Κοιμόταν στον ήλιο μιας σκάλας.
Ταξίδεψε μαζί μας πάνω σε ένα φύλλο
πέθανε μέσα σε ένα φυτό μια ώρα μετά.
Τώρα είναι μια σκληρή σκιά και παρʼ όλα αυτά
τόσο αδιάφορη
τόσο τέλεια μέσα στην εγκατάλειψή του
ώστε να κάνει ευτυχισμένη αυτή την νύχτα.

`

****

Από την ενότητα ΜΑΝΤΑΛΕΝΑ

Σημείωση της ποιήτριας

Η Μανταλένα είναι ένα νησί μέσα στο νησί, στα βορειοδυτικά της Σαρδηνίας και στα νότια της Κορσικής. Είναι το πιο μεγάλο και κατοικημένο νησί του αρχιπελάγους που αποτελείται από νησιά και νησάκια. Μια γέφυρα τη συνδέει με το νησί Καπρέρα και μέχρι πριν από λίγο καιρό ένα φέρρυ-μπωτ πήγαινε στην Κορσική. Αν και υπάρχει τουρισμός οι ντισκοτέκ είναι μακριά ,οι παραλίες πάρα πολλές οι κάτοικοι επιφυλακτικοί και σκληροί. Η θάλασσα είναι κρύα εξαιτίας των ρευμάτων μέχρι τον Αύγουστο και ο μαΐστρος φυσάει ακόμη και για εννιά μέρες συνέχεια.
Η βλάστηση αποτελείται από χαμηλούς θάμνους. Από την άμμο εμφανίζονται ξαφνικά άγρια κρίνα και στην Καπρέρα τα πεύκα εναλλάσσονται από κέδρους. Δεν υπάρχουν λιβάδια αλλά θάμνοι από σκίνα και πέτρες που ονομάζονται “tafoni”, σπήλαια που έγιναν από την διάβρωση των γρανιτών. Στην Καπρέρα κατά την δύση ξετρυπώνουν από τους θάμνους τα αγριογούρουνα τα οποία το καλοκαίρι τα ταΐζουν οι τουρίστες. Η εκτροφή των ζώων δεν είναι πολύ διαδεδομένη υπάρχουν όμως λαγοί και κουνέλια που δίνουν και τʼ όνομα στο αρχιπέλαγος.
Οι κάτοικοι της Mανταλένα δεν θεωρούνται και δεν θέλουν να θεωρούνται Σαρδήνιοι. Η διάλεκτός τους μοιάζει πιο πολύ με τα κορσικά.
Με την αληθινή Σαρδηνία που είναι εκείνη της ενδοχώρας, δύσπιστη με την θάλασσα και κλειστή στην υπερηφάνεια της κάστας, η Μανταλένα έχει μικρή σχέση. Εξ αιτίας της παρουσίας της ναυτικής βάσης και τώρα αμερικανικής βάσης, είναι ένας τόπος περισσότερο περάσματος παρά στάσης.
Μόνο ένα κανάλι χωρίζει το νησί Μανταλένα από εκείνο του Αγίου Στεφάνου. Εδώ υπάρχουν δύο φρούρια, στο ένα που ονομάζεται τετράγωνος πύργος ο Ναπολέων Βοναπάρτης εγκατέστησε το 1793 το πυροβολικό του.
Από τα μισά του 18 ου αιώνα μέχρι τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, το νησί ανήκε σε ιδιώτες. Ο τελευταίος ιδιοκτήτης, ο πατέρας της γιαγιάς μου, δημιούργησε ένα αγρόκτημα με στάβλους , οπωροφόρα δέντρα και ζώα από τα οποία σήμερα δεν έχει απομείνει τίποτα. Η εγκατάσταση της αμερικανικής βάσης έγινε το 1972.
Σύμφωνα με τον μύθο η Μαρία Μανταλένα πριν φτάσει στην Μασσαλία, σταμάτησε στο πιο μεγάλο νησί του αρχιπελάγους που την δέχτηκε και το οποίο ονομάστηκε Μανταλένα προς τιμήν της.
Στην δύση κάθε 22 Ιουλίου το άγαλμα της αγίας μεταφέρεται από την εκκλησία της ενορίας στο κέντρο του χωριού στην θάλασσα μέχρι την Κορσική ακτή.
Επιστρέφει πίσω πρώτα πάνω σε μια φωτισμένη βάρκα και μετά στα χέρια εκ νέου μέχρι την εκκλησία. Τα πέντε πρώτα αρχικά γράμματα του καταλόγου σχηματίζουν την λέξη νησί (ISOLA).
Από δω προέρχονται όλα τα άλλα γράμματα.

`

*

Μάρτιος, νησί της Μανταλένα (κατά την διάρκεια ενός σεισμού
στην απέναντι στεριά)

Νιώθοντας τις ρίζες να κινούνται από μακριά. Η γη τρέμει στα βόρεια.
Ακούγοντας έναν ήχο ανατολίτικο. Τα σπίτια γλιστρούν στη λάσπη.

«Φώναζα από τη σκεπή άφησα
τα έπιπλα και τα αντικείμενα να γυρίσουν στην γη».

Φωνάζοντας τα αγαπημένα πράγματα και ακούγοντας μόνο την δική σου φωνή :
«Η βροχή υψώνεται στον αέρα, στροβιλίζεται κόκκινη προς τη θάλασσα».

`

*

Ώρα 20

Ατενίζοντας την καταιγίδα. Το νερό που χτυπάει, η γη
που σχίζεται. Κυρίως επειδή δεν είμαι αιώνια θέλω να είναι αιώνια κάθε νεκρή αγάπη, που δεν είναι βαριά και δεν ρίχνει την πέτρα των φύλλων της,
που κατεβαίνει μαζί μου στο νερό
(πέτρες μέσα στο φόρεμα, ξυλοπάπουτσα σκοτεινά και πράσινα
μαύρο της σπηλιάς στην κρούστα της θάλασσας ).
Να περιστρέφεται σʼ αυτό το δωμάτιο
χτυπώντας στις γωνίες των επίπλων και να πιέζει
σαν να ήταν ζωντανό με χέρια και γλώσσα πάνω στο κορμί μου.

Η θάλασσα πέφτει με ορμή πάνω στην προβλήτα.
τα πρόβατα τρέμουν στους φράχτες του νησιού.

…κι όμως κανένας βράχος δεν σχίζεται καμιά πόρτα δεν ξεκρεμιέται.

Το νησί καταπίνει φωτιά και αέρα
ακίνητο στο θαλασσινό του κορμί.

`

*
22 Ιουλίου, γιορτή της Σάντα Μαρία Μανταλένα

Ώρα 20.Ενα καράβι με την πομπή του από σκοπέλους, μια παστρικιά σκεπασμένη
με μαλλιά, ένα κορμί από γύψο ανάμεσα σε φανούς και σε νεκρούς
που κατεβαίνουν στην θάλασσα. Αυτοί ρυτιδώνουν το νερό, αυτοί χτυπάνε τις καμπάνες με τις πέτρες. Ένα ξερό μουρμούρισμα είναι στην άμμο. Ένας σωρός αναμονής από γρανίτη.

Ώρα 7. Τα ξερόκλαδα μού μοιάζουν
στην αδυναμία και στη λαύρα. Γράφοντας κάνω το πορτρέτο μου
Το όνομά μου είναι σφύριγμα που διαρκεί.
Είναι ένα φωνήεν πάνω στις ταφόπλακες στον ήλιο.

`

*
Σεπτέμβριος 2001.Αρχιπέλαγος της Μανταλένα , νησί του Αγίου Στεφάνου

Αυτό το μικρό νησί τρύπιο κάτω από το νερό από τα αμερικάνικα υποβρύχια
όπου ο προπάππος μου φύτεψε αμπέλια και εσπεριδοειδή
έφτιαξε στάβλους και έφερε δέκα αγελάδες από την Ιταλία.
Οι οπλές τους να τρέμουν πάνω στην βάρκα, ο άνεμος στα καπούλια τους
που μέχρι τώρα τα χτυπούσαν μόνο οι βροχές του βορρά.
Είναι ακόμα εκεί τα γεμάτα άμμο κέρατα
οι βαθιά θαμμένοι σκελετοί κολλημένοι στους σκοπέλους
χωρίς φόβο πλέον δίχως διάκριση πια ανάμεσα στα λιβάδια και στη θάλασσα.

`

*
Νοέμβριος, Η Μανταλένα. Κοιτώντας προς το λιμάνι.

Ένα στεφάνι από σύννεφα παρατάσσεται στον ουρανό αργά.
Μια βάρκα διασχίζει με το βάρος της το λιμάνι.

Μʼ αυτή την ακρίβεια πρέπει -όχι να γράψουμε-
να διακρίνουμε, να χαμηλώνουμε τα μάτια πάνω σʼ αυτόν τον αφρό που ενώνει
και μετά σκορπίζει βρωμιές, σύννεφα, νερό.

Κράτα ακίνητη την πλάτη, τέντωσε το κορμί.
Ψάξε τον ουρανό τώρα άδειος και γκρίζος.
Ίσως απʼ αυτό το κενό –χωρίς σύλληψη- θα γεννηθεί το χαρούμενο
ποίημα αυτού του μήνα.

`

*
Wild geese thatfly with thθ moon on their wings… »

Aυτό ναι μου αρέσει: να κοιτώ τα πουλιά το πρωί
να είμαι χαρούμενη από εκείνη την ουσία στον αέρα
από κείνο το σκούρο που κτυπάει πάνω στα σύννεφα.

Με λεπτότητα υμένα ο τρόμος αποσπάται.
Πετάει προς τα σπίτια: δεν είναι ανάμνηση, δεν είναι πια φροντίδα.
Μας αφήνει. Είμαστε ζωντανοί, με πολύ ζεστά χέρια.

*Ο στίχος αυτός προέρχεται από το περίφημο τραγούδι της δεκαετίας του ʼ30 my favourite thing του Oscar Hammerstein II.(σημ. της ποιήτριας ).

`

**************

Από την συλλογή, «Το Μπαλκόνι του σώματος», Mondadori, 2007

`

Πεπρωμένα

I

Κάθε μονόλογος χάνεται. Λέγεται μια φορά και μετά τίποτα,
κάθε χνάρι μένει λιγάκι και μετά χάνεται . Ακριβώς όπως οι ζωές..
Όπως το πλήθος των προσώπων που αχνοφέγγουν (πόσο; ) εβδομήντα,
εξήντα, πενήντα χρόνια; Κάποιες φορές γεμάτα ακόμα από ομορφιά,
τις περισσότερες φορές όχι. Ο Α πέθανε. Ο Β είναι στο νοσοκομείο.
Ο Γ πάει στην κηδεία.
Ο B αρρώστησε. Ο Γ πέθανε ξαφνικά. Η γραμμή που φτιάχνεται
από αυτές τις ζωές γίνεται κομμάτια. Ποιοι είναι, ποιοι ήταν ;
Στο έλεος των γεγονότων: εσείς τριμμένα φύλλα του φθινοπώρου.

IV

Ο καθένας διηγείται την ιστορία του διαφορετικά.
Το πρωινό έρχεται για όλους, και όχι για έναν.

*

Τελευταία νέα

Τώρα ο θάνατος μιλάει περιφέροντας τα ονόματά του.
1) «Είμαι ο μοναδικός εφιάλτης και ωστόσο ατελείωτος
ο επίλογος της ιστορίας που πίστευες σε ένα ευτυχισμένο τέλος».
2) « Είμαι η ολοκλήρωση
αυτό που ακολούθησες κάθε νύχτα πιστεύοντας ότι είμαι σάρκα.
Είμαι το αληθινό στήθος πάνω στο οποίο μπορείς να ακουμπήσεις τα χείλη σου».

`

*

Μιλάει η εγκατάλειψη

Πόσο βαθιά κυλάει η φλέβα της εγκατάλειψης;
Υπάρχουν μέρες όπου ταξιδεύει με το παλτό πάνω από τις πυτζάμες.
Η δυστυχία είναι σκανδαλώδης.
Και φταίει τόσο που δεν μπορεί να έχει σχέσεις με το σώμα.
Το κοιτάει με ψυχρότητα. Τυλίγεται στο παλτό
και κοιμάται όπως το έμβρυο. Το κρύο είναι καλοδεχούμενο.

Το σώμα είναι μονάχα μια στέγη.
Δεν υπάρχουν ονόματα, ούτε επιθυμία, ούτε φύλο.
«Σαν πυρόλιθος» ψιθυρίζει.
Ο γούνινος γιακάς σκεπάζει μάτια και αυτιά.
Αποκοιμίζοντας το κεφάλι του σχίζει τον αέρα
ταξιδεύει σε μακρύ όνειρο τις πέτρινες κορνίζες.

`

*

Ανείπωτος

I

Για να ξεχάσεις εκείνο που δεν είσαι
πρέπει να μάθεις την φράση που λένε όλοι:
είναι νεκρός, είμαστε ζωντανοί.
Όμως το πιστεύει μονάχα όποιος επαναλαμβάνει
μια γήινη παράκληση. Εγώ δεν μπορώ.
Παίρνω αυτό το ήρεμο φως, το πιέζω
του φτιάχνω καθίσματα και σκάλες
για να κατέβει τα σκαλοπάτια η απουσία σου.
Για να μην ξεχάσω ότι δεν υπάρχεις
παίρνω ένα κουτάλι της σούπας
σκάβω κρυφά στον τάφο σου
και με το χώμα σου
λιπαίνω ένα μαρούλι.

III

Σκάβω μέσα μου μέχρι το δικό σου άδειο.
Προσηλωμένα με υπομονή τα πρόσωπα που αγάπησες
διατηρούν το χνάρι αυτού που ήσουν.
Και μέσα στην αγάπη τους
όπως και μέσα στην δικιά σου
για μένα και ο θάνατος θα χτίσει ένα σπίτι.

`

*

Ο άνεμος είναι γεμάτος από κραυγές

Σκέφτεσαι στʼ αλήθεια ότι φτάνει να μην έχουμε αμαρτίες για να μην τιμωρηθούμε,
όμως εσύ έχεις αμαρτίες.
Ο άνεμος είναι γεμάτος από κραυγές. Επιτίθονται στους τοίχους,
φτάνει να ξύσεις ελαφρά.
Από τα τούβλα ανεβαίνουν ανάσες, θραύσματα λέξεων.
Χαλινάρια από νεκρά άλογα κυκλώνουν εικόνες μαχών
τις συγκρατούν προτού φύγουν για ένα μέλλον χωρίς κορνίζες.

Τι μας κάνει τόσο σκληρούς τους μεν με τους δε;
Τι κάνει κάποιους πιο σκληρούς από άλλους;
Οι ξαφνικές και μετά ανεκτές σκληρότητες μέχρι να σχηματίσουν ένα περίβλημα
με αγκάθια πάνω στο πληγωμένο κορμί;
Ή απλά είμαστε καταδικασμένοι στο κακό,
και η ζωή είναι μονάχα φτιαγμένη από ανάπαυλες όπου σταθμεύουμε
για να μην μισούμε και να μην πληγώνουμε;

`

*

Επιθυμία

Το κορμί του πέφτει πάνω στον φόβο μου.
Είναι ο φόβος μου, το νυχτερινό μου όνειρο.
Βυθίζομαι στο στήθος του, στην κοιλιά του.
Αγαπώ να διατρέχω τις εκτάσεις έχω την αίσθηση του χώρου.

Ο έρωτας συνδέεται με τον χρόνο
εφήμερος σαν μια μετάφραση
αλλά η πεδιάδα που τον περιστοιχίζει είναι η ερημιά που πάνω της
σηκώνονται τα δικά μου αντίσκηνα.
Ποιος θα μπορέσει να τραγουδήσει το έναστρο πρόσωπο της αγάπης μου;
Να πει πόσο συμφωνεί με την δική μου αίσθηση του λιβαδιού και της ειρήνης ;
Εάν ήξεραν την δυστυχία μου και την αίσθηση της δίψας που με κρατάει στην ζωή. Τον κουβαλάω μέσα μου, τεράστιο και αόρατο, σε κάθε μου κόκαλο
απορροφημένο από το σφουγγάρι των πνευμόνων, κρατημένο από τους λαγόνες
και τώρα πια τόσο κοντινό στην καρδιά που θα την σπάσει.
Αλλά το ότι τον έχω καταπιεί αποδεικνύεται από το βάρος μου.
Η ψυχή ήταν κάποτε ελαφριά και κούφια
τώρα βαραίνει γεμάτη από πέτρες.
Έχω τόσο αγαπήσει να γίνω πέτρα, όχι φωτιά
αλλά μια από τις πέτρες- φύλακες των παγανιστικών ναών
Και εάν μέσω της αγάπης μεταμορφώνονται ολόκληροι λαοί, γιατί όχι κι εγώ;
Όχι πια προφήτες, όχι πια Μεσσίες, όχι πια προσμονή,
μονάχα κολώνες που βυθίζονται στη γη, καμιά θυσία.
Ο άνεμος τραντάζει τις βελανιδιές και γω περιμένω μονάχα αυτόν
μισό άνθρωπο και μισό σκοτάδι, χαμένο στον φονικό λαβύρινθο.
Μπορεί να με σκοτώσει, τα κόκαλά μου τρίζουν και θρυμματίζονται.
Δεν έχω πια σώμα, δεν έχω πια δέρμα
Χάνω αυτό που σκεφτόμουνα ότι ήταν το κέντρο γύρω από το οποίο περιστρεφόμουνα.
Ήταν ένα αόρατο ραβδί
που με άφηνε να σκύβω συνεχίζοντας να ζω
αυτός το έσπασε. Είναι νύχτα, βλέπω τους αιώνες
να παρελαύνουν ο ένας μπροστά στον άλλον.
Είμαι η χώρα όπως την στοχάστηκε ο Πτολεμαίος.

Ανοίγω τα χέρια. Ο φόβος δεν έχει πια χώρο.
Τα σπίτια έγιναν συντρίμμια.
Όλος ο κόσμος γκρεμίζεται και χάνεται.

`

*

Γλώσσα

Δεν έχεις φέρετρο για να γλιστράς πάνω στο χιόνι,
αλλά ένα σκυλί που τρέμει στο σκοτάδι.
Μητέρα-γλώσσα είσαι θλιμμένη
το σκόρδο μαυρίζει στο μπακίρι.
ο ήχος του βαδίσματος ανεβαίνει.
Οι άνεμοι ανακατεύονται
Ο Αίολος φυσάει και η Βαβέλ ζει.
Κόρη-γλώσσα: θροΐσματα στον θάμνο.
Η ανάσα σου στην γέννηση
είναι ένα θραύσμα καταιγίδας ανάμεσα στους πλανήτες
και τα σύννεφα, τα σύννεφα τρέχουν τυφλά
σβήνοντας από τους ουρανούς κάθε γενεαλογία.

`

*****

Η Αντονέλλα Ανέντα γεννήθηκε στη Ρώμη το 1958 όπου πήρε το πτυχίο της στην Ιστορία και στην μοντέρνα τέχνη και τώρα διδάσκει Γαλλική γλώσσα στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου του Αρέτσο. Η πρώτη της ποιητική συλλογή είχε τίτλο Χειμωνιάτικα σπίτια (εκδόσεις Crocetti, Μιλάνο 1992, 20082).
Ακολούθησε η συλλογή δοκιμίων και διηγημάτων Τι είναι τα χρόνια (εκδόσεις Fazi Ρώμη 1997 και ο τόμος με τις ποιητικές μεταφράσεις Μακρινά ονόματα (εκδόσεις Empiria, Ρώμη 1998). Το 2001 κυκλοφόρησε η ποιητική της συλλογή Νύχτες δυτικής ειρήνης (εκδόσεις Donzelli Ρώμη) και το 2003 κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή Ο κατάλογος της χαράς (εκδόσεις Donzelli). Το 2007 από τις εκδόσεις Mondadori κυκλοφόρησε η τελευταία της ποιητική συλλογή με τίτλο Από το μπαλκόνι του σώματος. Έχει επίσης επιμεληθεί μια ανθολογία με ποίηση και πεζά του Γάλλου ποιητή Φιλίπ Τζακοτέ.
Έχει συνεργαστεί με τα περιοδικά Poesia και Nuovi Argomenti.
Ανάμεσα στις λογοτεχνικές της επιρροές υπερισχύουν ρώσοι συγγραφείς όπως οι: Τσέχωφ, Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Γκόγκολ κ.ά , αλλά και οι :Καμίλλο Σμπάρμπαρο, Εουτζένιο Μοντάλε, Τζιόρτζιο Καπρόνι, Φράνκο Φορτίνι, Φλωμπέρ, Προυστ, Μπέκετ, Κίρκεγκαρντ και Φρανς Κάφκα. Σημαντική επίσης θέση κατέχει η ποίηση σε διάλεκτο από την Σαρδηνία, τόπο καταγωγής της ποιήτριας.