Ανθί

[Ανθούριο (;)]
[Andante]

Γύρη σε γύρεψα,
τριγύρω γύρη.
Γύρη σε άγγιξε
η αργυρή μου σμίλη.

Οι κόκκοι σου τρεμόπαιξαν
σε μια στιγμή της φλόγας,
τα χρώματα ανασυντάχθηκαν
στην ιαχή ένας Αγώνας.

Μαυλίζω τις αποχρώσεις σου,
παραλλαγές των ήχων,
σεργιάνι τους –εκεί παραπλανώ,
στον αετίσιο μίσχο.

Ταχτάρισα την ύλη σου
στην πεθυμιά αιώνων,
βουβή η θέληση που ξεδιψά
στις ράχες των απόντων.

Τα έγχρωμα τα μάτια μου
τα γνώριζα από τότε•
ο νόστος, έγχελυς, παραφυλά
ποια θέση άραγες θα δώσω;

Σκόνη της ανεμόσκαλας;
Η χρυσαλλίδα η νύμφη;
Ρίνισμα μιας χρυσόμυγας
ή χρυσοκάνθαρη τύχη;

Ζογκλέρ μιας κάποιας συναλγίας,
με σφύρα και αμόνι
νετάρισες τα δίχτυα της σκιάς,
το θέλει άραγες η αλπακά το χιόνι;

Ένα πρωί σαν σηκωθώ
μπορεί τον ήλιο ν΄ ανταμώσω,
εκεί στο γνώριμο το λιακωτό,
στο λίβα τον καμπόσο.

Μα σαν αρδεύσω δύσβατες γωνιές
με τις Δρυάδες πίσω,
κέρας και σάλπιγγα, ομόαιμα παιδιά,
τον ίδιο ήχο θα φυσήξω.

Δυοσμαρίνι χάθηκες
στο βροντερό χειμώνα,
το λίθο σου τον σφράγισα,
τον έλιωσα στο χώμα.

Με πέπλα κάλυψα μεμιάς
τα βύθη του βουνού σου,
δεν τα ψηλάφησα, όμως, κι ας θες,
ως σάβανα του νου σου.

Τʼ αδράχτι άρπαξα μεμιάς
να ΜΗ μου μαρμαρώσει
μια πινελιά που ασφυκτιά,
το άλγος να τονώσει.

Μαρτύρησε το μίτο σου
στο λιόγερμα, στʼ αγέρα,
λιμάνι δώστου κι άραξʼ τον
θυμήσου τον μια μέρα.

Θα χρειαστείς το γυρισμό σου αυτόν,
ανάσα να σωπαίνεις,
ταξίδια μακρινά θα πας
σʼ αφρούς λαχτάρας μα θα γέρνεις.

Γύρη σε γύρεψα εψές ξανά,
κόρη μιας κάποιας νιότης,
σε βοσκοτόπια και αγρούς σʼ αναζητώ
το κάλος να μου δώσεις.

Κανάκευσα καμπάνα εκκλησιάς,
την έντυσα με καμουχάδες,
γκιπούρ της κέντησα γοργά,
κερκέλια ως τις ουράνιες χαραμάδες.

Στη χαίτη του ωκεάνιου χαλαζιού
χτενίζω, γύρη μου, δική σου ιστορία.
Χρυσοκεντώ εγώ Χαλδαία, νύμφη ποταμού,
πολύχρυση, αήττητη, αέναη εμπειρία.

*

« Ο Αμητός»

[ Adagio – Allegro]

Είδα στα λίλιουμ τʼ αγρού
δικό σου πεφταστέρι.
Στροβίλισα στα χείλη τʼ ουρανού
το λίκνισμα στʼ αγέρι.

Γύρεψα δάκρυ από γυαλί
εγώ να με κοιτάξω,
να νιώσω ήχο από αφή
ανάμνηση να ψάξω.

Θαρρείς, τη μια κυλά σιμά,
το ένα μας που μειδιά.
Μα όνειρο σαν ξεγλιστράς
πλήκτρα ψυχής, τα ξεγελάς.

Τί άσμα θες να παίξω εγώ;
Ποιό ρόλο να κελαηδήσω;
Γελά η μάσκα – με πονάς,
κι ο αρλεκίνος πίσω.

Έσυρα κι έναν χορό,
δεν το ʽθελες; Το ξέρεις.
Εκείνη όμως που αποζητώ
ʽλευθέρωσε, τί περιμένεις;

Αγκάλη λίκνου δώρο αγνό
εγώ θα της χαρίσω,
στιγμή να ʽρθεί, εκλιπαρώ,
απλώς να σʼ αντικρίσω.

Τετράγωνος ο κύκλος που θωρώ
γωνίες ωσάν ξυράφι,
τις φόρεσα τις κόκκινες ένα παλτό
στην κόψη του, στο ράφι.

Τόμοι πολλοί οι στρογγυλοί
αιώνιοι διαβάτες,
σφαίρες ανώτερου ουρανού
προσκυνητές και αναβάτες.

Στον Οίκο φτάνουν όλοι γοργά
κι οι παπαρούνες το γρασίδι,
χροιά λευκή και ερυθρά
το δάπεδο και το στασίδι.

Εσφράγισαν με την ταφή,
ο μίτος σου εκοιμήθη,
την άηχη εκείνη τη γραφή
μες της λαλιάς τη λήθη.

Και γύρευε γράμματα πολλά
για να τα τραγουδήσει,
το Σολ, το Φα και τα Κλειδιά
να μας τα ζωγραφίσει.

Πνοή ανάσας πέρασε
και σάλεψε κοντά σου,
μα το μαρτύρησε το μυστικό:
Πινέλο δεν το θες…για στάσου!

Τα κρύσταλλα τα ιερά
το κοίταξαν το ένα⋅
άλαλο ουτ κρατά σφιχτά,
το βλέμμα του; Κανένα!

Αλλήλους σαν κρυφοκοίταξαν
ανάδυση του ναυαγίου⋅
-Υφάντρα σʼ αναγνώρισαν,
στημόνι του ιδίου.

Κι αν μία νότα ξεπηδά,
πεντάγραμμο στο χέρι.
Ξέρει εκείνη τί ζητά,
της άρπας το πανέρι.

Οι χάντρες που ξεγλίστρησαν
νεκτάρια με σπέρμα,
ηώ στο νέκταρ τους εμφύσησαν
ελλέβορος η αφέντρα.

Τα ροδοπέταλα πολλά
με ράισμα στη μέση,
τα άνθη μαραμένα και αυτά
μ΄ένα χαμόγελο στη φέξη.

Ένα στεφάνι του Βορρά
γεμάτο σταλακτίτες,
κρουνοί αιώνιου παραμυθιού
μα και με σταλαγμίτες.

Και τα κλειδιά του θα κρατά
-τα έχει αιχμαλωτίσει;
-Και σαν τα ψάχνει(ς) τα πολλά,
τί γνώση θα κερδίσει(ς);

Στην αεικίνητη αχρονία της
επάνω ταξιδεύει
για να τρυγήσει τις κραυγές,
μα κάτι πάντα περισσεύει.

Σεμέλη η χρυσαλλίδα της
-τον Μίθρα σου του δίνεις.
Ξέρει εκείνη να τιμά
τον οιωνό της Σαχαλίνης.

Μην σταματήσεις να ριγάς,
μην σκιάζεσαι που θα ʽρθει⋅
το ραντεβού αυτό από παλιά
εγένετο κι εχάθη.

Το φάρο της Αλήθειας σου
να τον φυλάς ως έχει.
Κι όταν καμπάνα θα χτυπά
το άτι σου αγέρωχα να τρέχει.

Κατέθεσες κι εσύ, κατέθεσα κι εγώ
μια ρώγα από σταφύλι⋅
ο θαλερός Ερωδιός
της ένωσης καντήλι.

**

CHANCE MEETING

Περιδιαβαίνοντας στα χρυσοποίκιλτα παρτέρια της Ανάσας μου σκόνταψα σε κάτι άχρωμες πυγολαμπίδες-χάντρες• κοχύλια τʼ όνομά τους. Έσκυψα νωχελικά να τις κοιτάξω με το Θεό της Εν-΄Ορασης να με αποχαιρετά. Δεν δίστασα –μην απορείς –νʼ αγγίξω τη σμιλεμένη παρειά τους, να σύρω από βυθό-απύθμενο το άρμα των αρμών τους• βαριές οι αλυσίδες τους ωσάν καμπάνες που ηχούν σε ετοιμόρροπα καμπαναριά απολιθωμένων καιρών. Χρυσό, γαλάζιο και γκρίζο και ασημί, τρομακτικά, αγέρωχα, αμίλητα τα χρώματά τους; Με άρωμά τους το μυστήριο που αναδίδει η υφή τους• λόφοι διάστικτοι από μελισσοκέρι, σμήνος από πουλιά που ενοικούν στο μελισσώνα του χωροχρόνου-ανύπαρκτου και τόσο απτού!

Ξεπήδησαν ωσάν κραυγή ενός ξεχασμένου πόνου, μια γλυκιά μέθη της λήθης που ναρκώνει. Ουράνιο άτι, της γης επισκέπτης, με αδάμαστη τη θέληση σε ελλειψοειδή πλανήτη να πατήσει. Αχό ιεροτελεστίας θωρώ από κοντά, βασιλικές τυμπανοκρουσίες κοιτάζω• αποστεωμένες τιτανομαχίες εποχών του «κάποτε» γραμμένες σε βιβλίο, εγώ ακούω και ΔΕΝ διαβάζω. Μια χάντρα δάκρυ που κυλά δειλά στην «πρόσοψη» του Ποσειδώνα, βήμα και καλπασμός, άηχη λαλιά που αγωνιά να ουρλιάξει βουβά: «Ήμουν και είμαι• άραγες θα είμαι;» -αποσιωπώντας μία ήδη τραγουδισμένη σονάτα του επερχόμενου μέλλοντος. Αχλύς που αιωρείται και περιβάλλει μία θεατρική, σχεδόν, μυσταγωγία• την καταχνιά, ίσως, επιθυμήσω να διώξω για να εμβαπτίσω το «είναι» μου στο μυστήριο της γνώσης. Εμβρυικά νήματα, μελλοντικά κύτταρα ζωής, τελετουργία αλλεπάλληλων και ανεξάντλητων «συν», με ή χωρίς ένα «ίσον», το συνονθύλευμα και ταυτόχρονα άθροισμα ποικίλων εμβοών, νοηματοδοτημένων και μη ήχων.

Κοχύλι-κύλινδρος με έλυτρο το δέρμα μιας ασπίδας, με μια θολερή γεύση παρελθόντος πλημμυρισμένου από άοσμα και άγευστα -για μένα- ορνιθοσκαλίσματα που υπακούουν σε μία βαβελική γραφή –πυρηνική, τόσο εσώτερη, τόσο προσδιοριστική, το πυρίαμα που θʼ απαλύνει πόνους Αλήθειας που δεν ειπώθηκαν ΠΟΤΕ! Άραγες, μόλις εγώ ακούσω, κιόλας θα τους αφουγκραστώ; Τα σωθικά της γης τους κοχλάζουν στα θολά νερά της άγνοιας του επισκέπτη. Εγώ, προσκεκλημένη να παραστώ σʼ ένα γάμο που από καιρό ετελέστη, τότε, χαλκεύοντας τη σφραγίδα της απουσίας μου• διαδεδομένο γεγονός, χιλιοειπωμένο, θωρώντας το μέσα από τις λέξεις που αναβλύζουν απʼ τις πηγές αυτών που λέγονται «Σουμέριοι». Κι η ίδια εκλήθη να είμαι μάρτυρας μιας δαφνοστεφανωμένης τελετής, τον κότινο αγριελιάς κεντώντας πάνω σʼ ένα καμβά της μίας «Ζώσας Ψυχής». Καλειδοσκοπική η θέαση, θα χρησιμεύσει; -όσο να μην ωθήσει στη γένεση μιας έναστρης Αλήθειας.

`

****

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Η Σοφία Κακαλή είναι καθηγήτρια Αγγλικών από το 2001. Έχει τελειώσει το Ευρωπαϊκό Κέντρο Μετάφρασης Λογοτεχνία & Επιστήμες του Ανθρώπου (ΕΚΕΜΕΛ) και έχει παρακολουθήσει έναν αριθμό σεμιναρίων που αφορούν στις ψυχολογικές προεκτάσεις της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Έχει ασχοληθεί με τη μετάφραση κειμένων ποικίλλου περιεχομένου. Μεταφράσεις της έχουν δημοσιευτεί από τις εκδόσεις Εν Πλω.