(ΜΕΡΟΣ Ι, ΚΕΦ. 2)

Η Οντέτ ξύπνησε ταραγμένη εκείνο το πρωί ,όπως κάθε πρωί. Σηκώθηκε απʼ το ράντζο όπου κοιμόταν πρόχειρα τα τελευταία βράδια και με μια κίνηση που θα την ζήλευε κι ο πιο φημισμένος γλύπτης, ίσιωσε την αέρινη σκουρόλευκη μπλούζα της που έφτανε μέχρι το ύψος των μηρών, αναγκάζοντας κάθε καμπύλη του σώματός της να βγει στην επιφάνεια. Εν συνεχεία μάζεψε τα μαλλιά της σε σφιχτό κότσο ,ένα κότσο που ανέδειξε το λαιμό της που άστραφτε απʼ τους χυμούς της νύχτας και εκείνα τα λαμπερά σκουλαρίκια που φορούσε. Δυο μεγάλους κρίκους βουτηγμένους σε χρυσόσκονη που με λίγη φαντασία μπορούσες να διακρίνεις και κάποια λιονταράκια πάνω στους ώμους της που περίμεναν τη σειρά τους να πηδήσουν από μέσα τους. Η πρώτη της κίνηση ήταν να ελέγξει μια προς μια όλες τις χαραμάδες της κάμαράς της να σιγουρευτεί ότι παρέμεναν καλά σφραγισμένες. Τότε και μόνο τότε κατευθύνθηκε προς την πόρτα με έναν ανάλαφρο βηματισμό. Τα πόδια της γυμνά, κάτασπρα σαν μωρού παιδιού. Σηκώθηκε στις μύτες των πελμάτων, κοίταξε από το ματάκι της πόρτας διερευνητικά και άρθρωσε χαμηλόφωνα δυο κουβέντες επαναστατικές. «Άντε μου στο διάβολο!». Ξεκλείδωσε και κλείδωσε την πόρτα απανωτές φορές για να σιγουρευτεί ότι όλα ήταν εντάξει. Έκανε δυο φορές το γύρο του δωματίου και άλλον έναν γύρω από τον εαυτό της και ενώ έδινε μάχη με το ξεβαμμένο της μπλουτζίν που προσπαθούσε να φορέσει εν κινήσει ,έπιασε το ακουστικό του τηλεφώνου και πληκτρολόγησε μια μεγάλη ακολουθία αριθμών, έπειτα αντίστροφα κι ύστερα ανακατεμένα, για να ξεγελάσει τους ρουφιάνους του τηλεφωνικού κέντρου (μπάσταρδη ράτσα). «Οι παχουλοί γειτόνοι μόλις φύγανε. ΣΤΟΠ»

Μέσα σε λίγη ώρα το διαμέρισμα των λίγων τετραγωνικών της οδού Κραιπάλης έσφυζε από ζωή. Σε χαμηλούς τόνους πάντοτε οι όποιες συζητήσεις. Η Νοέλ πρώην βιβλιοπώλης, η Κορίν πρώην δημοσιογράφος, η Ζοζεφίν πρώην νοικοκυρά (αυτές δε, είχαν εκλείψει προ πολλού) ,ήταν γυναίκες σαν την Οντέτ. Νέες, γοητευτικές μα επαναστάτριες, που απέφευγαν να συνθηκολογήσουν και είχανε δώσει όρκο για μάχη μέχρι τελικής πτώσεως.

Οι άντρες αντικαθεστωτικοί, κρατούνταν από τις δυνάμεις των πολιτικών με τις πελώριες κοιλιές. Είχαν συλληφθεί όταν οι τελευταίοι ανέβηκαν στην εξουσία. Τους είχαν μεταφέρει σε ειδικά διαμορφωμένα στρατόπεδα συγκεντρώσεως όπου τους στοίβαζαν σε αναπαυτικά κελιά ,παρέχοντας τους όλες τις γνωστές γευστικές ανέσεις της εποχής και τους ανάγκαζαν να παρακολουθούν στην τηλεόραση τα ίδια και τα ίδια. Κάποιοι είχαν ήδη αρχίσει να αποστηθίζουν φράσεις μεγαλοδημοσιογράφων όπως «κοιτάξτε τους διαδηλωτές πώς πάνε σαν τα ρομποτάκια» και «το έλλειμμα είναι υπόθεση όλων» κι άλλοτε φράσεις ακόμα πιο πολύπλοκες όπως «κρίνεται αναγκαία η αύξηση του φόρου προστιθέμενης αξίας». Στο σημείο αυτό όσοι δεν γνώριζαν τη σημασία τόσο σύνθετων εννοιών, άνοιγαν τα λεξικά που τους είχε μοιράσει το καθεστώς και μάθαιναν την άγνωστη λέξη επί τόπου. Ενδεικτικά παραθέτω κάποιες ετυμολογίες λέξεων που περιέχονταν στο λεξικό αυτό:

αντίδραση = ενστικτώδης συμπεριφορά προϊστορικών ανθρώπων, κατάλοιπο ζωωδών ενστίκτων
απεργία = λέξη άγνωστης προελεύσεως, ήσσονος σημασίας , εικάζεται ότι χρησίμευε ως προσάναμμα την εποχή της Τουρκοκρατίας
γνώμη= γυναικείο πτυχωτό ένδυμα της Κλασικής Εποχής