(από το πρώτο του βιβλίο Ora Serrata Retinae, Feltrinelli, Milano, 1980)

*
Γλιστράει η πένα
στην κοιλιά της σελίδας,
και στη σιωπή συναθροίζεται η γραφή.
Αυτό το φύλλο έχει τα γεωμετρικά σύνορα
ενός αφρικανικού κράτους
όπου σχεδιάζω
τις παράλληλες σειρές των αμμόλοφων,
αν και τώρα σχεδιάζω
καθώς διηγούμαι
αυτό που αφηγώντας το αρχίζει να διαφαίνεται.
Είναι όπως όταν ένα σύννεφο
καταφέρνει να αποκτήσει
τη μορφή ενός σύννεφου.

*

Tο βράδυ όταν λιγοστεύει το φως
κρυμμένος μέσα στο κρεβάτι
περισυλλέγω το περίγραμμα των συλλογισμών
που ξεχύνονται στη σιωπή
των μελών του σώματός μου.
Εδώ πρέπει να υφάνω
την ταπισερί της σκέψης
και ξετυλίγοντας τις κλωστές του εαυτού μου
να σκιτσάρω με μένα τη μορφή μου.
Αυτό δεν αποτελεί εργασία,
αλλά επεξεργασία.
Της χάρτου προηγουμένως
κι έπειτα του σώματος.
Να διεγείρω τη μορφή της σκέψης
να τη διαπλάθω σύμφωνα με κάποιο μέτρο.
Σκέφτομαι έναν ράπτη
που γίνεται ο ίδιος το ύφασμά του.

(από το βιβλίο του Nature e Venature, Mondadori, Milano, 1987)

*

Συχνά φανταζόμουν πως τα βλέμματα
επιζούν της πράξης της όρασης,
σαν να ήταν ακόντια,
μετρήσιμες τροχιές, κοντάρια
στο πεδίο της μάχης.
Σκέφτομαι τότε πως μέσα σε κάποιο δωμάτιο
που μόλις εγκατέλειψα,
παρόμοιες γραμμές πρέπει να παραμένουν
για λίγο χρόνο μετέωρες και διασταυρούμενες,
στην ισορροπία του διαγράμματος
ανέπαφες και στοιβαγμένες
η μια πάνω στην άλλη, όπως τα ξύλα
στο shangai.

*

Περπατάω καπνίζοντας
και μετά από κάθε ρουφηξιά
διασχίζω τον καπνό μου
και βρίσκομαι εκεί που
δεν βρισκόμουν, εκεί
όπου πρώτα φυσούσα.

(Από το βιβλίο Esercizi di Tiptologia, Mondadori, Milano, 1992)

*

Ότι η ύλη γίνεται μεταδοτική
εάν την αγγίξουμε στις απώτερες ίνες της
αποκόβοντας την όπως το μοσχαράκι
από τη μάνα του, όπως το γουρούνι
από την καρδιά του, γρυλλίζοντας
καθώς βλέπει να διαμελίζεται το σώμα του.

Ότι παρόμοια συντριβή προκαλεί
την ίδια ενέργεια που εξαπολύεται
όταν η κοινωνία διαρρηγνύει
το ιερό πέπλο του ναού,
και το κεφάλι του βασιλιά κρέμεται
μισοσφαγμένο από το σώμα του κράτους, ώστε
ο θαυματοποιός να γίνει η ίδια του η πληγή.

Ότι η αγκαλιά της εστίας είναι ακτινοβολία
ανάφλεξη της φύσης που αποσυντίθεται
αδρανής μπροστά στα μάτια των θεατών
για να προσφέρει μια ελάχιστη αύξηση
στη θερμοκρασία του περιβάλλοντος.

Ότι η μορφή κάθε δημιουργίας
προϋποθέτει τη διάρρηξη, το σκίσιμο,
τον αποχωρισμό, κι η ιστορία
είναι το προϊόν της αποτέφρωσης
και η γη ένας τρυφερός σωρός από ξύλα
που στεγνώνουν στον ήλιο,

απίστευτο, δεν είναι;

*

H αγκαλιά

Κοιμάσαι δίπλα μου και σκύβω ώστε να πλησιάσω
το πρόσωπό μου στο δικό σου, να με πάρει
ο ύπνος, όπως συμπεριφέρεται το φιτίλι,
όταν ένα άλλο φιτίλι του δίνει φωτιά.
Τα δυο λυχναράκια παραμένουν εκεί
καθώς η φλόγα τα προσπερνάει
κι ο ύπνος συνεχίζεται. Καθώς συνεχίζεται, όμως,
δονείται το λεβητοστάσιο.
Εκεί κάτω καίγεται μια φύση
που έγινε πέτρωμα, φλέγεται η Προϊστορία, νεκρή
τύρφη θαμμένη σε διαρκή ζύμωση
μπουμπουνίζει στα καλοριφέρ μου.
Στη φαιά αύρα του πετρελαίου το δώμα
γίνεται φωλίτσα που την θερμαίνουν
οργανικά κατάλοιπα, φωτιές και βοθρολύματα.
Τα φιτιλάκια, εμείς, οι δυο γλώσσες είμαστε
εκείνου του ενός παλαιοζωικού δαυλού.

*

Ήμουν στο κρεβάτι των πρώτων βοηθειών,
κρυμμένος πίσω από το παραβάν.
«Αντιγόνη», «Ναι», «Εδώ είσαι;», «Ναι, εδώ».
Οι σπόνδυλοι, οι σπόνδυλοι.
Άρχισαν την κουβεντούλα μεταξύ τους
δυο γέροι, δυο φωνές γέρων.
Γιατί και η φωνή γερνάει,
ακόμη και στον ήχο βρίσκεται
το κόκαλο του χρόνου, στην ίδια την ανάσα.
Ανάσαιναν και σε κάθε αναπνοή
ήταν κρυμμένη η ηχώ που προηγείται
της εκφοράς του λόγου. Ένα τσάκισμα,
κάτι ξεκάρφωτο, το μεδούλι
ξεσουβλισμένο από την σπονδυλική στήλη,
και ξεγυμνωμένο σαν απαστράπτον ξίφος,
φωνή ξεχαρβαλωμένη
φωνητικός σπόνδυλος.

*

(Από το βιβλίο Διδασκαλίες για την ανάγνωση μιας εφημερίδες , Einaudi 1999)

Μικρές Αγγελίες

Ενοικιάζεται μονοκατοικία πάνω
από τις γραμμές του τρένου,
με σαλοτραπεζαρία κοντά
στην αφετηρία των λεωφορείων
και καθιστικό εγγύς του Μετρό.
Φτωχά σπιτάκια που σας κατοικεί
ο θόρυβος, όπου μικρές οικογένειες
και απομονωμένες στριμώχνονται-
πουλάκια πάνω στο σύρμα
υψηλής τάσης. Η υψηλή τάση
του γένους και της τάξης,
η υψηλή τάση του χρήματος,
εκείνη η αδιόρατη εκκένωση
που διαχωρίζει τις αγελάδες
στους αγρούς, εσάς από εμάς.
Μην αγγίζεις το ρεύμα που τρέχει δίπλα σου,
άστο να κυλήσει καθώς μπουμπουνίζει
στους πυλώνες, στο χάλκινο
διαπλεκόμενο ποταμό του.

*

Φωτογραφία

Το κλικ αποκόπτει τον ομφάλιο
λώρο του φωτός. Κόβει, αυτή η ψαλίδα,
το βαρύ και μακρόσυρτο νήμα
του βλέμματος, έντερο
της θρέψης, διαχωρίζει
ώστε η εικόνα να έρθει στον κόσμο
ορφανή από μάνα.
Αυτή η μπέμπα της σκιάς
αυτό το μπουμπούκι, είναι το πανέρι
που επιπλέει στα νερά,
για να διασώσει τη φόρμα.

*

Επιστολές Αναγνωστών

Το όριο ανάμεσα στη ζωή μου και το θάνατο
των άλλων, είναι το ντιβάνι μπροστά στην ΤV,
ευλαβική χερσόνησος όπου μοιραζόμαστε
τον άρτο της καθημερινής φρικαλεότητας.
Εμπρός στην υπέρτατη αδικία που μας έσωσε
για να μας καταστήσει θεατές στο ναυάγιο
από ξηράς, γινόμαστε δίκαιοι
σαν ελάχιστο φόρο τιμής στους εαυτούς μας,
επαίτες νοήματος και σημασίας,
από το θεό που ατιμώρητος,
μας έβαλε να καθίσουμε στην ακρογιαλιά,
από τη σωστή πλευρά της τηλεόρασης.

(από το βιβλίο Disturbi del sistema binario, Einaudi, 2006)

*

Ανηλικότητα της Εργασίας

Κοίταξε αυτό το κοριτσάκι
που μαθαίνει να διαβάζει:
προτάσσει τα χείλη του,
αυτοσυγκεντρώνεται, τραβάει
τη μια λέξη μετά την άλλη,
ψαρεύει κι η φωνή του
είναι το καλάμι, ξετυλίγεται,
λυγίζει, αποσπάει
σπαρταριστά αυτά τα γράμματα,
μετέωρα τώρα στον αέρα,
στίλβοντα
στον ήλιο της προφοράς.

*

Πάνω σε μια άρια του «Τούρκου στην Ιταλία»

Cara Italia, alfin ti miro.
Vi saluto, amiche sponde
G. Rossini

Αναπαύεται όλη η Χερσόνησος
τυλιγμένη σε μια τρεμάμενη γιρλάντα
πνιγμένων. Ο καθένας τους κι ένα ψίχουλο
που ρίξαμε για να βρούμε το δρόμο.

Τα ψάρια όμως τα φάγανε κι οι λαθρομετανάστες
χαμένοι στη δίχως επιστροφή θάλασσα,
σαν κοντορεβυθούληδες τριγυρνάν
στις θάλασσες και τα νερά.

*

Η οικογένεια του ποιητή

Τόσο πολύ αγαπιόμαστε
που κάθε τσούγκρισμα
είναι μια αστραπή, εδώ μέσα,
στα στενά οι δυο μας, κοντά
κάθε στιγμή, από κοινή τύχη
δεμένοι στη σακούλα:
ακουγόμαστε πολύ δυνατά,
κάθε μας σύγκρουση ένα τικ-τακ
που βόμβα προαναγγέλλει.
Ποτέ δεν βραδιάζει σπίτι μας,
πάντα μια έκρηξη μας φωτίζει
μόλις αγγιζόμαστε.
Αγαπιόμαστε, με αγάπη
που τυφλώνει κι ενίοτε
τσουρουφλίζει.
Είμαστε φαμίλια
τσακμακόπετρες.

 

 

 

********************

Ο Βαλέριο Μαγκρέλι γεννήθηκε στη Ρώμη το 1957. Με την πρώτη του ποιητική συλλογή το 1980 ανακηρύχθηκε το “θείον βρέφος” της Ιταλικής ποίησης. Είναι καθηγητής Γαλλικής φιλολογίας στα Πανεπιστήμια της Πίζας και του Κασίνο, και πατέρας τεσσάρων παιδιών. Αρθρογραφεί τακτικά στην εφημερίδα “la Repubblica” και στο εβδομαδιαίο “L’ Espresso”.

 

 

* και στο reb stein για πρώτη φορά στα ιταλικά ο Βασίλης Λαλιώτης (σε μετάφραση και εισαγωγή του Massimiliano Damaggio)