CESARE PAVESE

1.Αδιαφορία Indifferenza
2.Συνήθειες Abitudini
3.Το κρασί της θλίψης Il vino triste
4.Τραγούδι Canzone
5.Δημιουργία Creazione

1. Αδιαφορία

΄Ανθησε αυτό το μίσος σαν ένας λαμπρός έρωτας
οδυνηρός, και αναστοχάζεται με λαχτάρα.
Ζητά ένα πρόσωπο και μια σάρκα, σαν να ήταν ένας έρωτας.

Είναι νεκρές η σάρκα του κόσμου και οι φωνές
που ακούγονταν, ένα τρέμουλο άδραξε τα
πράγματα∙ oλόκληρη η ζωή κρεμάστηκε από μια φωνή.
Κάτω από μια πικρή έκσταση περνούν οι ημέρες
στο θλιμμένο χάδι της φωνής που γυρίζει
ξεβάφοντας το πρόσωπο. Όχι χωρίς γλύκα
αυτή η φωνή της θύμησης ακούγεται αλύπητη και τρεμάμενη: κάποτε έτρεμε για μας.

Αλλά η σάρκα δεν τρέμει. Μόνο ένας έρωτας
θα μπορούσε να την ανάψει, και αυτό το μίσος τον γυρεύει.
Όλα μα όλα τα πράγματα και η σάρκα του κόσμου
και οι φωνές, δεν αξίζουν το καυτό χάδι
εκείνου του σώματος και αυτά τα μάτια. Μέσα στην πικρή έκσταση που αυτοκαταστρέφεται, αυτό το μίσος ξαναβρίσκει
κάθε μέρα ένα βλέμμα, μια σπασμένη λέξη,
και γαντζώνεται επάνω τους, αχόρταγο, σαν να ήταν έρωτας.

Indifferenza

E’ sbocciato quest’odio come un vivido amore
dolorando, e contempla se stesso anelante.
Chiede un volto e una carne, come fosse un amore.

Sono morte la carne del mondo e le voci
che suonavano, un tremito ha colto le cose;
tutta quanta la vita è sospesa a una voce.
Sotto un’estasi amara trascorrono i giorni
alla triste carezza della voce che torna
scolorendoci il viso. Non senza dolcezza
questa voce al ricordo risuona spietata
e tremante: ha tremato una volta per noi.

Ma la carne non trema. Soltanto un amore
la potrebbe incendiare, e quest’odio la cerca.
Tutte quante le cose e la carne del mondo
e le voci, non valgono l’accesa carezza
di quel corpo e quegli occhi. Nell’estasi amara
che distrugge se stessa, quest’odio ritrova
ogni giorno uno sguardo, una rotta parola,
e li afferra, insaziabile, come fosse un amore.

2. Συνήθειες

Επάνω στην άσφαλτο του δρόμου το φεγγάρι
κάνει μια λιμνούλα ήσυχη
και ο φίλος θυμάται άλλους καιρούς.
Του αρκούσε εκείνους τους καιρούς μια συνάντηση ξαφνική
και δεν ένοιωθε πια μόνος. Κοιτάζοντας το φεγγάρι,
ανέπνεε την νύκτα. Αλλά πιο φρέσκο ήταν το άρωμα της γυναίκας που συναντούσε, της μικρής περιπέτειας στις
αβέβαιες σκάλες. Η ήσυχη κάμαρα
και η γρήγορη επιθυμία για ζωή παντοτινή,
του γέμιζε την καρδιά. ΄Υστερα, κάτω απ΄το φεγγάρι,
με μεγάλα βήματα ζαλισμένα, γύριζε ευχαριστημένος.

Εκείνους τους καιρούς ήταν ένας μεγάλος σύντροφος του εαυτού του.
Ξυπνούσε το πρωί και πεταγόταν απ ΄ το κρεβάτι,
ξαναβρίσκοντας το σώμα του και και τις παλιές του σκέψεις.
Του άρεσε να βγαίνει έξω κάτω απ τη βροχή
ή κάτω απ΄τον ήλιο, απολάμβανε να κοιτάζει τους δρόμους, να μιλά με άγνωστους. Πίστευε
ότι ήξερε ν ΄ αλλάζει επάγγελμα
μέχρι την τελευταία ημέρα, κάθε νέο πρωινό.
Όταν κουραζόταν αρκετά καθόταν και κάπνιζε.
Η πιο μεγάλη του ευχαρίστηση ήταν να μένει μόνος.

Γέρασε ο φίλος κι ΄ ήθελ ΄ ένα σπίτι
που να τ ΄ αγαπά πολύ, να βγαίνει έξω το βράδυ
και να σταματά στο δρόμο να κοιτάζει το φεγγάρι,
αλλά όταν επέστρεφε να βρίσκει μια γυναίκα αφοσιωμένη,
μια γυναίκα ήσυχη, να τον περιμένει υπομονετική.
Γέρασε ο φίλος και δεν τ ΄ αρέσει πια να μένει μόνος.
Οι περαστικοί είναι πάντοτε οι ίδιοι∙ και το πρωί, μια έρημος.
Να κουράζεσαι δεν συμφέρει πια. Και να βγαίνεις έξω στο φεγγάρι,
χωρίς να σε περιμένει κανένας, δεν αξίζει τον κόπο.

Abitudini

Sull’asfalto del viale la luna fa un lago
silenzioso e l’amico ricorda altri tempi.
Gli bastava in quei tempi un incontro improvviso
e non era piú solo. Guardando la luna,
respirava la notte. Ma più fresco l’odore
della donna incontrata, della breve avventura
per le scale malcerte. La stanza tranquilla
e la rapida voglia di viverci sempre,
gli riempivano il cuore. Poi, sotto la luna,
a gran passi intontiti tornava, contento.

A quei tempi era un grande compagno di sé.
Si svegliava al mattino e saltava dal letto,
ritrovando il suo corpo e i suoi vecchi pensieri.
Gli piaceva uscir fuori prendendo la pioggia
o anche il sole, godeva a guardare le strade,
a parlare con gente improvvisa. Credeva
di saper cominciare cambiando mestiere
fino all’ultimo giorno, ogni nuovo mattino.
Dopo grandi fatiche sedeva fumando.
Il piacere piú forte era starsene solo.

E’ invecchiato l’amico e vorrebbe una casa
che gli fosse più cara, e uscir fuori la notte
e fermarsi sul viale a guardare la luna,
ma trovare al ritorno una donna sommessa,
una donna tranquilla, in attesa paziente.
E’ invecchiato l’amico e non basta piú a sé.
I passanti son sempre gli stessi; la pioggia
e anche il sole, gli stessi; e il mattino, un deserto.
Faticare non vale la pena. E uscir fuori alla luna,
se nessuno l’aspetti, non vale la pena.

La poesia di Cesare Pavese – Poesie del disamore
(1934 – 1938)

3.Το κρασί της θλίψης

To δύσκολο είναι να κάτσεις χωρίς να σε προσέξουν.
Μετά όλα τα υπόλοιπα έρχονται μόνα τους. Τρεις γουλιές
κι΄ επιστρέφει η επιθυμία να σκέφτεσαι μόνος σου.
Ανοίγει ένα φόντο από μακρυνά βουίσματα,
το κάθε τι χάνεται, και είναι θαύμα που έχεις γεννηθεί
και κοιτάζεις το ποτήρι. Η δουλειά ( ο άνθρωπος που είναι μόνος δεν μπορεί να μην σκέφτεται τη δουλειά)
ξαναγίνεται η αρχαία μοίρα πως είναι ωραίο να υποφέρεις
για να μπορείς να σκέφτεσαι. ΄Υστερα τα μάτια ατενίζουν
προς τα πάνω, πονεμένα, σαν να ήταν τυφλά.

Αν αυτός ο άνθρωπος σηκωθεί και πάει στο σπίτι να κοιμηθεί,
μοιάζει με τυφλό που έχει χάσει τον δρόμο του. Οποιοσδήποτε
μπορεί να βγει από μια γωνιά και να τον ξυλοφορτώσει.
Μπορεί να προβάλει μια γυναίκα και να ξαπλώσει στη μέση του δρόμου, νέα και όμορφη, κάτω από έναν άλλον άντρα, βογγώντας
όπως μια φορά μια γυναίκα βογγούσε μαζί του.
Αλλά αυτός ο άνθρωπος δεν βλέπει. Πηγαίνει στο σπίτι να κοιμηθεί και η ζωή δεν είναι παρά ένα βούισμα σιωπής.

Αν γδύσεις αυτό τον άνθρωπο, θα βρεις μέλη καταπονημένα
και δέρμα ζωώδες, εδώ κι εκεί. Ποιος θα το λεγε
πως σ ΄ αυτό τον άνθρωπο τρέχουνε ζεστές φλέβες
όπου μια φορά η ζωή έκαιγε. Κανένας δεν θα
πίστευε πως κάποτε μια γυναίκα θα έδινε χάδια
και θα φιλούσε αυτό το σώμα, αυτό το σώμα που τρέμει,
και είναι βρεγμένο με δάκρυα, τώρα που ο άνθρωπος
φτάνοντας σπίτι για να κοιμηθεί, δεν τα καταφέρνει, αλλά στενάζει.

Il vino triste

La fatica è sedersi senza farsi notare.
Tutto il resto poi viene da sé. Tre sorsate
e ritorna la voglia di pensarci da solo.
Si spalanca uno sfondo di lontani ronzii,
ogni cosa si sperde, e diventa un miracolo
esser nato e guardare il bicchiere. Il lavoro
(l’uomo solo non può non pensare al lavoro)
ridiventa l’antico destino che è bello soffrire
per poterci pensare. Poi gli occhi si fissano
a mezz’aria, dolenti, come fossero ciechi.

Se quest’uomo si rialza e va a casa a dormire,
pare un cieco che ha perso la strada. Chiunque
può sbucare da un angolo e pestarlo di colpi.
Può sbucare una donna e distendersi in strada,
bella e giovane, sotto un altr’uomo, gemendo
come un tempo una donna gemeva con lui.
Ma quest’uomo non vede. Va a casa a dormire
e la vita non è che un ronzio di silenzio.

A spogliarlo, quest’uomo, si trovano membra sfinite
e del pelo brutale, qua e là. Chi direbbe
che in quest’uomo trascorrono tiepide vene
dove un tempo la vita bruciava? Nessuno
crederebbe che un tempo una donna abbia fatto carezze
su quel corpo e baciato quel corpo, che trema,
e bagnato di lacrime, adesso che l’uomo
giunto a casa a dormire, non riesce, ma geme.
Ritorna

4. ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Τα σύννεφα είναι δεμένα με το χώμα και τον άνεμο.
Ενόσω θα υπάρχουν σύννεφα πάνω απ ΄ το Τορίνο
η ζωή θα είναι ωραία. Σηκώνω το κεφάλι
και ένα μεγάλο παιχνίδι ξετυλίγεται εκεί ψηλά
κάτω απ ΄ τον ήλιο.
Λευκές μάζες σκληρότατες κι ο άνεμος γυρίζει
ολογάλαζος- κάποτε τις ξηλώνει
και πλάθει μεγάλες γάζες γκαστρωμένες με φως.
Πάνω απ ΄ τις στέγες, χιλιάδες σύννεφα λευκά
σκεπάζουν τα πάντα, το πλήθος, τις πέτρες και τους θορύβους.
Πολλές φορές καθώς σηκώνομαι βλέπω τα σύννεφα να λάμπουν διάφανα στα πεντακάθαρα νερά
μιας λιμνούλας.
Και τα δέντρα επίσης ενώνουν τον ουρανό με τη γή.
Οι απέραντες πόλεις μοιάζουν με δάση
όπου ο ουρανός διακρίνεται ψηλά ψηλά, ανάμεσα στους δρόμους.
Όπως τα ζωντανά δέντρα επάνω στον Πάδο, στους χειμάρρους
έτσι ζουν οι σωροί από σπίτια στον ήλιο.
Και τα δέντρα υποφέρουν και πεθαίνουν κάτω απ ΄ τα σύννεφα
ο άνθρωπος ματώνει και πεθαίνει. – αλλά τραγουδά τη χαρά
ανάμεσα στη γη και τον ουρανό, την μεγάλη ευτυχία της πόλης και των δασών. Θα έχω χρόνο αύριο να ξανακλειστώ και να σφίξω τα δόντια. Τώρα όλη η ζωή είναι τα σύννεφα
και τα πράσινα δέντρα και οι δρόμοι, χαμένοι στον ουρανό.

Canzone

Le nuvole sono legate alla terra ed al vento.
Fin che ci saran nuvole sopra Torino
sarà bella la vita. Sollevo la testa
e un gran gioco si svolge lassù sotto il sole.
Masse bianche durissime e il vento vi circola
tutto azzurro – talvolta le disfa
e ne fa grandi veli impregnati di luce.
Sopra i tetti, a migliaia le nuvole bianche
copron tutto, la folla, le pietre e il frastuono.
Molte volte levandomi ho visto le nuvole
trasparire nell’acqua limpida di un catino.
Anche gli alberi uniscono il cielo alla terra.
Le città sterminate somiglian foreste
dove il cielo compare su su, tra le vie.
Come gli alberi vivi sul Po, nei torrenti
così vivono i mucchi di case nel sole.
Anche gli alberi soffrono e muoiono sotto le nubi
l’uomo sanguina e muore, – ma canta la gioia
tra la terra ed il cielo, la gran meraviglia
di città e di foreste. Avrò tempo domani
a rinchiudermi e stringere i denti. Ora tutta la
vita son le nubi e le piante e le vie, perdute nel cielo.

La poesia di Cesare Pavese – Poesie del disamore
(1934 – 1938)

5.Δημιουργία ( αποκηρυγμένα)

Είμαι ζωντανός και πρόλαβα τ ΄αστέρια της αυγής.
Η σύντροφος συνεχίζει να κοιμάται και δεν ξέρει.
Όλοι οι σύντροφοι κοιμούνται. Η ημέρα
καθαρή στέκεται μπροστά μου πιο διαυγής
απ΄ τα πρόσωπα αυτών που κοιμούνται.

΄Ενας γέρος περνά σε μια απόσταση, και πάει για δουλειά
ή για ν ΄ απολαύσει το πρωινό. Δεν διαφέρουμε,
και οι δυο μας αναπνέουμε την ίδια καθαρότητα
και καπνίζουμε ήσυχοι να ξεγελάσουμε την πείνα.
Και το σώμα του γέρου πρέπει να είναι ευθύ
και δονούμενο- θα πρεπε να είναι γυμνό μπροστά στο πρωινό.

Σήμερα το πρωί η ζωή τρέχει επάνω στο νερό
και στον ήλιο: γύρω η λάμψη του νερού
πάντοτε νέου, τα σώματα όλων θα γυμνωθούν.
Θα είναι ο μεγάλος ήλιος και η τραχύτητα της λίμνης
και η βάρβαρη κούραση που μειώνεται στον ήλιο
κι η ακινησία. Θα είναι η σύντροφος
-ένα μυστικό των σωμάτων. Ο καθένας θα δώσει την δική του φωνή.

Δεν υπάρχει φωνή που να σπάζει την σιωπή του νερού
κάτω απ ΄ την αυγή. Και ούτε κάτι ανατριχιάζει
κάτω απ ΄ τον ουρανό. Υπάρχει μονάχα μια θερμότητα που διαλύει τ ΄ αστέρια.
Σε κάνει να τρέμεις να αισθάνεσαι το πρωϊνό που δονείται
όλο παρθένο, σχεδόν κανένας από μας είχε ξυπνήσει.

Creazione ( poesie del disamore, scartate dal poeta)

Sono vivo e ho sorpreso nell’alba le stelle.
La compagna continua a dormire e non sa.
Dormon tutti, i compagni. La chiara giornata
mi sta innanzi più netta dei volti sommersi.

Passa un vecchio in distanza, che va a lavorare
o a godere il mattino. Non siamo diversi,
tutti e due respiriamo lo stesso chiarore
e fumiamo tranquilli a ingannare la fame.
Anche il corpo del vecchio dev’essere schietto
e vibrante – dovrebbe esser nudo davanti al mattino.

Stamattina la vita ci scorre sull’acqua
e nel sole: c’è intorno il fulgore dell’acqua
sempre giovane, i corpi di tutti saranno scoperti.
Ci sarà il grande sole e l’asprezza del largo
e la rude stanchezza che abbatte nel sole
e l’immobilità. Ci sarà la compagna
– un segreto di corpi. Ciascuno darà una sua voce.

Non c’è voce che rompe il silenzio dell’acqua
sotto l’alba. E nemmeno qualcosa trasale
sotto il cielo. C’è solo un tepore che scioglie le stelle.
Fa tremare sentire il mattino che vibra
tutto vergine, quasi nessuno di noi fosse sveglio.

 

 

 

****************

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

του Γιώργου Κ. Μύαρη

Ο Cesare Pavese (1908 – 1950), παλεύοντας με τη μοναξιά και την ασφυξία, την ιδεολογική κομπορρημοσύνη του φασισμού και αργότερα με την απομυθοποίηση των –ισμών, θα ξανάγραφε σήμερα το αποφθεγματικό σχόλιο «Δεν θυμόμαστε μέρες. Θυμόμαστε λεπτά» ή, για την ακρίβεια, θα το προσάρμοζε «Θυμόμαστε ποιήματα»! Επισήμαινε σε άλλη ευκαιρία (σαν ακόμη να μιλά για μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής ποίησης): «Σε καιρούς όπου η ιταλική ποίηση ήταν μια κουρασμένη συζήτηση με τον εαυτό της και η ποίηση ήταν μια θλιβερή σιωπή, συνομιλούσα σε πρόζα και σε στίχο με χωριάτες, εργάτες, πόρνες, φυλακισμένους και έφηβους» (Σ. Παστάκας-Γ.Η. Παππάς, Ανθολογία ιταλικής ποίησης. Ταξίδι στην όμορφη χώρα.Il Bel Paese, εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2011, 158).
Γητευτής του ανθρώπινου πόνου, άντεξε μέχρι την τρικυμία.
*
Στην ανάρτηση περιέχονται τέσσερα ποιήματα του Cesare Pavese στο ιταλικό πρωτότυπο και στη μετάφραση του Νεοκλή Κυριάκου: Αδιαφορία (Indifferenza), Συνήθειες (Abitudini), Το κρασί της θλίψης (Il vino triste), Τραγούδι (Canzone), Δημιουργία (Creazione).

 

 
**************
Ο Νεοκλής Κυριάκου γεννήθηκε στην Κύπρο το 1948. Βρέθηκε για σπουδές στην Αθήνα το 1967-72, στη ζωγραφική και το σχέδιο. Φοίτησε στην Α.Σ.Κ.Τ. δύο χρόνια, αλλά κύριος δάσκαλός του υπήρξε ο Βρασίδας Βλαχόπουλος. Συμπλήρωσε τις σπουδές του στην Ιταλία ( Accademia di Belli Arti di Urbino ), όπου ήρθε σʼ επαφή με την ιταλική γλώσσα και κουλτούρα, ενώ μελέτησε σύγχρονους και παλαιότερους πεζογράφους και ποιητές. Επιδόθηκε στη μετάφραση του ξεχωριστού δημιουργού Cesare Pavese από ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ποίησή του, αν και υποθέτει ότι υπάρχουν (και σίγουρα υπάρχουν) και άλλες μεταφραστικές προσεγγίσεις στο έργο αυτού του συγγραφέα. Με τις γνώσεις και τις ιδέες του, έδωσε την προσωπική του άποψη, πιστεύοντας ότι το θέμα της μετάφρασης/μετα-γραφής ενός κειμένου σε μια άλλη γλώσσα υπόκειται σε περισσότερες ερμηνείες. Συγχρόνως, προτείνει και μία ακόμη ανάγνωση, την εικαστική, γιʼ αυτό και «σχολιάζει» κάθε μεταφρασμένο ποίημα με έναν πίνακα δικό του.