[author] Του Κώστα Λυμπουρή [/author]

 

 

 

 

 

Αθήνα, Οκτώβρης του ’74. Στο λεωφορείο, μια ομάδα φοιτητών, πηγαίναμε για τον Ιππόδρομο (δεν ήμασταν ασφαλώς τζογαδόροι, απλώς κάναμε όποια δουλειά βρίσκαμε αμέσως μετά την Εισβολή). Ακούγοντάς μας να μιλάμε κυπριακά, κάποιος άρπαξε την ευκαιρία να μας κάνει παρατηρήσεις. Μας φώναζε πως έπρεπε να ήμασταν στην Κύπρο που μας χρειαζόταν κι όχι να «διασκεδάζουμε» στην Αθήνα. Κάποιοι άλλοι επιβάτες έσπευσαν να συμφωνήσουν μαζί του. Ένιωσα άβολα. Κυρίως, γιατί υπήρχε τη συγκεκριμένη εκείνη στιγμή ένα κλίμα εναντίον μας, που δεν επέτρεπε τον νηφάλιο διάλογο. Αισθάνθηκα, πως ήταν μάταιο να τους πούμε ότι δεν διασκεδάζαμε, πως δουλεύαμε για να τελειώσουμε τις σπουδές μας. Πολύ περισσότερο, πως μερικοί από μας πολέμησαν στην Κύπρο και πως χάσαμε τα πάντα. Προτίμησα να σιωπήσω. Δεν έκανε το ίδιο, όμως, ένας της παρέας, που άρχισε να διαμαρτύρεται μεγαλόφωνα και σε βαριά κυπριακά. Ανάμεσα σε άλλα  -δεν ξέρω αν το κατάλαβαν κιόλας έτσι όπως μιλούσε- τους φώναζε πως οι Κύπριοι πολέμησαν σ’ όλους τους εθνικούς αγώνες και πως αυτοί δεν είχαν το δικαίωμα να μας συμπεριφέρονται έτσι. Τότε, επενέβη άλλος ένας ελλαδίτης, που μας έβαλε πιο βαθιά το μαχαίρι:
-Πώς μιλάτε έτσι, ρε τουρκόσποροι!
Πληγώθηκα αφάνταστα. Τόσο, που ένιωσα τα τραύματα από την Εισβολή να γίνονται βαθύτερα. Όμως κάτω ακόμα και από αυτές τις συνθήκες δεν συμφωνούσα με τις γενικεύσεις των φίλων μου για τους «καλαμαράδες»: Δεν δεχόμουν ότι όλοι  -συλλήβδην- «μας πούλησαν», ότι είναι σκάρτοι και μεις καλύτεροι. Άλλωστε, ποτέ δεν δεχόμουν το «εμείς κι εκείνοι». Επιχειρηματολόγησα μάλιστα, λέγοντας πως κάποτε κάποιοι ελλαδίτες -και όχι όλοι !!!- αποκαλούσαν με τον ίδιο βαρύ χαρακτηρισμό, -«τουρκόσπορους»-, τους μικρασιάτες πρόσφυγες, ενώ άλλοι έβριζαν τους Θεσσαλονικείς στα γήπεδα, αποκαλώντας τους «βουλγάρους».
Ομολογώ, βέβαια, πως τη στάση μου είχε επηρεάσει και η συγκινητική πληροφορία που είχα από επίσης κύπριο συμφοιτητή μου: κρυφά, ένοικοι της πολυκατοικίας, στο υπόγειο της οποίας διέμενε, του έβαζαν μετά την Εισβολή φαγητό και λεφτά ακόμα έξω από την πόρτα του. Κρυφά, να μη φανούν καθόλου.

Αρχίζοντας την εκπαιδευτική μου υπηρεσία, ένα χρόνο μετά, έβαλα ως στόχο, να μάθω τους μαθητές μου να σκέφτονται σωστά γύρω από τα σημαντικά αυτά ζητήματα. Πρώτα απ’ όλα να διαλέγονται και να μην είναι απόλυτοι. Προ πάντων να μη γίνονται φανατικοί. Επέμενα, πως η Ελλάδα δεν ήταν η χούντα, δεν ήταν η ελληνική σημαία στα χέρια ενός εοκαβητατζή, ούτε στα χέρια ενός οπαδού της αντίπαλης ποδοσφαιρικής ομάδας. Από την άλλη, και εξαιτίας της αντίθεσής τους προς αυτούς, δεν δικαιολογούνταν κάποιοι άλλοι να αποποιούνται την εθνική τους ταυτότητα. Προσπαθούσα, με νηφαλιότητα και με τη δύναμη της αγάπης που είχα για όλους, να τους πείσω πως έπρεπε να αισθάνονται περήφανοι γιατί είναι έλληνες κύπριοι. Ακριβώς, γιατί είναι κληρονόμοι ενός πολιτισμού προοδευτικού, που στηρίζεται σε κορυφαίες πανανθρώπινες αξίες: της δημοκρατίας, της ισότητας, της ελευθερίας, της αξιοκρατίας. Θυμούμαι τις χαρακτηριστικές αντιδράσεις πολλών στην τάξη:
-Εντάξει, κύριε, αν αυτό είναι η Ελλάδα, ποιος διαφωνεί;

Πέρασαν αρκετά χρόνια κι όταν μου δόθηκε η ευκαιρία να υπηρετήσω στην Αθήνα, μπόρεσα να γνωρίσω καλύτερα πολλούς ελλαδίτες που έχουν ακόμα μιαν ξεχωριστή αγάπη για την Κύπρο. Είναι όσοι, εβδομηντάρηδες τώρα και πάνω, είχαν δώσει τους δικούς τους αγώνες για συμπαράσταση στην αγωνιζόμενη για την ελευθερία της Κύπρο το 55-59. Είναι όσοι, εξηντάρηδες κι αυτοί πια, πολέμησαν στην Κύπρο το ’74. Είναι, ακόμη, όσοι ανώνυμοι δημοκρατικοί πολίτες στα μεταπολιτευτικά χρόνια διαδήλωναν στις πόλεις της Ελλάδας με κάθε ευκαιρία ζητώντας «Δικαιοσύνη για την Κύπρο». Είναι, τέλος, όσοι πιστεύουν ακόμα, όπως διαπίστωσε κάποτε και ο Σεφέρης, πως στην Κύπρο ζει ένας λαός, από τα καλύτερα κομμάτια του Ελληνισμού. Να ομολογήσω μάλιστα κάτι: πόσο άσχημα ένιωσα όταν έμαθα για τις συνέπειες της Εισβολής – σωματικά, ψυχολογικά και οικονομικά – σε όσους υπηρέτησαν στην Κύπρο ως φαντάροι, αλλά και στις οικογένειές τους. Ντράπηκα, μάλιστα, ακόμα πιο πολύ, όταν διαπίστωσα ότι οι άνθρωποι αυτοί ξεχάστηκαν εντελώς, τόσο από την ελλαδική όσο και από την κυπριακή ηγεσία. (Σας λέει κάτι; «νεκροί ή αγνοούμενοι» σε ακήρυχτο πόλεμο ίσον δύο φορές νεκροί!). Βλέπετε, ήμασταν όλοι, μα όλοι, χαμένοι στα πελάγη της ευδαιμονίας μας… Πού να διανοηθούμε ότι κάποιοι άλλοι υπέφεραν και υποφέρουν ακόμα, λόγω του ’74…

Τα θυμήθηκα όλα αυτά, όταν άκουσα φίλους ελλαδίτες να παραπονιούνται για ρατσισμό στην Κύπρο, σε βάρος τους! Τους αντιμετωπίζουν, λένε, ως ξένους στους χώρους δουλειάς, στα λεωφορεία, στις δημόσιες υπηρεσίες και στα σχολεία ακόμα. Κάποιοι, τους λένε κατάμουτρα να φύγουν και πως τώρα πια δεν έχουμε δουλειές γι’ αυτούς. Άλλοι τους επιρρίπτουν ευθύνες για το ’74, για την τωρινή χρεωκοπία της Κύπρου και γενικά για το γεγονός ότι δεν μας βοήθησαν σε κρίσιμες στιγμές.
Θεωρώ τέτοιες αντιδράσεις άστοχες  όσο ήταν και η «επίθεση», που δεχτήκαμε ως φοιτητές στο αθηναϊκό λεωφορείο. Γιατί, ενώ υπάρχουν ευθύνες για το κατάντημά μας σε επίπεδο πολιτικών ηγεσιών, σε τραπεζίτες και σε άλλους, δεν μπορεί να γενικεύονται και να επιρρίπτονται στους ίδιους τους λαούς. Ο «καλαμαράς», που ήρθε να εργαστεί τίμια και σύμφωνα με τους νόμους ( και ΟΧΙ να «φάει το ψωμί μας»), πιθανότατα να είναι ο εγγονός κάποιου, που αγωνίστηκε για την Κύπρο την περίοδο του Αγώνα. Μπορεί να είναι το παιδί ενός σακάτη ελλαδίτη, που κανένας δεν γύρισε να τον δει μετά το ’74. Σκεφτήκαμε ποτέ πόσο πόνο κουβάλησαν αυτοί οι άνθρωποι μέσα τους για την Κύπρο; Από την άλλη, ποιον θα ωφελέσει η αντιπαράθεση ανάμεσα στους εργαζόμενους και γενικότερα τους λαούς;

Υ.Γ. Είχα τελειώσει το κείμενό μου, όταν, σαν μια τραγική συγκυρία πληροφορήθηκα τα όσα συγκινητικά εκτυλίχτηκαν, κατά την τελετή αποκάλυψης προτομής του δεκανέα Λευτέρη Άνθη, αγνοούμενου της ΕΛΔΥΚ, στην Κέρκυρα. Και οι δυο γονείς πέθαναν «παραλοϊσμένοι» από τον καημό τους πριν από λίγα χρόνια, πάντα με την αγάπη για την Κύπρο και με την πίστη ότι θα έρθει ο πρωτότοκος μια μέρα…

 

 

 

 

 

**********************

Ο Κώστας Λυμπουρής (γεν. 1950) κατάγεται από το Κάτω Δίκωμο, κατεχόμενο χωριό της επαρχίας Κερύνειας. Από το 1976 ως το 2008 υπηρέτησε ως φιλόλογος σε σχολεία της Μέσης Εκπαίδευσης. Είχε πλούσια δράση σε συνδικαλιστικούς και επιστημονικούς φορείς. Μετείχε στην εκδοτική ομάδα του λογοτεχνικού περιοδικού “Ύλαντρον” [Λευκωσίας]. Διηγήματά του δημοσιεύτηκαν στα λογοτεχνικά περιοδικά “Ύλαντρον” και “Πόρφυρας”. Από το τέλος του 2008 εργάστηκε ως μορφωτικός σύμβουλος στην Πρεσβεία της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Αθήνα.
Εξέδωσε τις συλλογές διηγημάτων
Προσωρινά κλειστό, Πλανόδιον (2006)
Για μια μικρή παύλα, Κέδρος (2011)

Επιμελήθηκε τον συλλογικό τόμο

Για τον Γιώργο Σεφέρη, Παρουσία/ Αίπεια[2009]