Απομονωμένος στη Ζάτουνα, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, από τον Αύγουστο του 1968 μέχρι τον Οκτώβριο του 1969, ο Μίκης Θεοδωράκης γράφει πολιτικά και θεωρητικά κείμενα, μουσική και ποιήματα. Το τραγούδι  “Στον Άγνωστο Ποιητή” είναι υμνητική αναφορά σε ποιητές: Ρήγα Φεραίο, Διονύσιο Σολωμό, Ανδρέα Κάλβο, Κωστή Παλαμά, Νίκο Καζαντζάκη, Άγγελο Σικελιανό και ταυτόχρονα κραυγή για την πατρίδα του. Τα ποιήματα αυτά, κατά τον ίδιο, σηματοδοτούν με τον καλύτερο τρόπο το πέρασμά του από τη Ζάτουνα, ένα χωριό περίπου 4χλμ δυτικά από τη Δημητσάνα. Είναι πατρίδα του ήρωα Στάικου Σταϊκόπουλου και γενέτειρα αλλά και τόπος καταγωγής πολλών αγωνιστών του ‘21 και μελών της Φιλικής Εταιρείας.

 

 

Ρήγα Φεραίε σε σε κράζω.

Από την Αυστραλία στον Καναδά

κι από τη Γερμανία στην Τασκένδη,

σε φυλακές, σε βουνά και σε νησιά,

διασκορπισμένοι οι Έλληνες.

Διονύσιε Σολωμέ σε σε κράζω.

Κρατούμενοι και κρατούντες,

δέροντες και δερόμενοι,

διατάσσοντες και διατασσόμενοι,

τρομοκρατούντες και τρομοκρατούμενοι,

κατέχοντες και κατεχόμενοι,

διηρημένοι οι Έλληνες.

Αντρέα Κάλβε σε σε κράζω.

Λαμπερότατος ο ήλιος απορεί,

απορούν τα βουνά και τα έλατα,

οι ακρογιαλιές και τ’ αηδόνια,

λίκνο ομορφιάς και μέτρου η πατρίς μου,

σήμερα τόπος θανάτου.

Κωστή Παλαμά σε σε κράζω.

Ποτέ άλλοτε τόσο φως δεν έγινε σκότος,

τόση ανδρεία φόβος,

τόση αδυναμία η δύναμη,

τόσοι ήρωες μαρμάρινες προτομές,

πατρίς του Διγενή και του Διάκου η πατρίς μου,

σήμερα χώρα υποτελών.

Νίκο Καζαντζάκη σε σε κράζω.

Κι όμως αν λησμονούν οι θνητοί

που μιλούν ακόμα τη γλώσσα του Ανδρούτσου,

η μνήμη κατοικεί πίσω από τα σίδερα και τις σκοπιές,

η μνήμη κατοικεί μέσα στα ληθάρια,

φωλιάζει στα κίτρινα φύλα

που σκεπάζουν το κορμί σου Ελλάδα.

Άγγελε Σικελιανέ σε σε κράζω.

Η ψυχή της πατρίδας μου είσ’ εσύ πολύμορφο ποτάμι,

τυφλό από το αίμα, κουφό από το δόγκο,

ανήμπορο από το μέγα μίσος και τη μεγάλη αγάπη,

που εξίσου εξουσιάζουν την ψυχή σου.

Η ψυχή της πατρίδας μου είναι

δυο χειροπέδες σφιγμένες σε δυο ποτάμια,

δυο βουνά δεμένα με σκοινιά

στον πάγκο της ταράτσας,

ο Αργίτικος κάμπος φουσκωμένος από το μαστίγιο

και ο Όλυμπος κρεμασμένος πισθάγκωνα

από το κατάρτι του αεροπλανοφόρου για να ομολογήσει.

Η ψυχή της πατρίδας μου είναι αυτός ο σπόρος

π’ άπλωσε ρίζες πάνω στο βράχο.

Είσ’ εσύ μάνα, γυναίκα, κόρη,

που αγναντεύεις τη θάλασσα και τα βουνά

και κρυφόβαφεις μ’ αίμα

τα κόκκινα αβγά της Αναστάσεως

που εγκυμονούν οι καιροί και οι άντρες.

Αν ποτές να ‘ρθει στη δύστυχη χώρα μου,

Πάσχα Ελλήνων.

 

Άγνωστε Ποιητή σε κράζω