Ανθολογούνται ποιήματα που εστάλησαν στο Ποιείν των: Χρήστου Α. Μιχαήλ, Βαγγέλη Νάκου, Ανδρέα Πολυκάρπου, Σωτήρη Τσιλίκα, Δημήτρη Στένου, Χριστίνας Παλάντζα, Χρήστου Αρμάντο Γκέζο, Χλοής Ιορδανίδου, Ρούλας Παπαντωνίου.

 

ΧΡΗΣΤΟΣ Α. ΜΙΧΑΗΛ

 

Περικοπή

Τα γυαλισμένα μας φλιτζάνια
δώσαν τη θέση τους σε μάτια ραγισμένα
κι έναν ιστό ρυτίδες γύρω απ’ τα χείλη και το μέτωπο
γύρω απ’ την εντύπωση μιας ύπαρξης αισθητικής.
Ποτέ δεν είπαμε ποτέ
και μείναμε με ένα πάντα ανάμεσα σε αντίχειρα και δείκτη
λες και κρατούσαμε νερό
που άλλοι το θρηνούσαν και άλλοι το γλεντούσαν
με μια μελαγχολία καθήκον.
Έτσι ανάποδα που ήρθαν όλα
ανάποδα
τα πήραμε κι εμείς και όχι λάθος
χωρίς υπομονή για γυρισμό χωρίς ανάσταση
γιατί ανάσταση τάχα θα πει αιχμαλωσία
γιατί ανάσταση δεν πάει να πει ανάταση
παρά μονάχα ένα πρελούδιο
και μια χορδή που ταλαντεύεται από το πριν ως το μετά
στο πάντα στο ποτέ και στο περίπου
όλο περίπου όλα περίπου
ζωή
κι όχι συνθήματα κι ατάκες στην οθόνη
ίσως γιατί
δεν ξαγκιστρώσαμε τις λέξεις όπως τους έπρεπε
ίσως γιατί δεν κουβαλήσαμε ούτε το ίδιο μας το πτώμα
όπως του έπρεπε
μόνο φορέσαμε καπέλο και γυαλιά στη λάμψη των προθέσεων
να καταπιούμε τον καφέ μας μονορούφι
ένα απόγευμα χωρίς προοπτική
ή μεσημέρι ακέραστο
με κουμπωμένα τα παντζούρια ως τη μνήμη.
Έτσι λοιπόν εγκαταστάθηκε η αναγκαιότητα των τρύπιων μας συνόρων
όπου το αίσθημα γνωρίζει
και το προαίσθημα υφίσταται ως μια συνθήκη ικανή
και αναγκαία
και κάμποση γι’ αυτούς που έστερξαν την προδοσία
αθόρυβα κι αισχρά
μακριά από το αίμα που κοχλάζει
κι αφότου οι φίλοι αποχώρησαν τελικά ως κάποια λύσις.
Κι ήταν η τέχνη αυτή καθαυτή
που στέρησε τη νιότη από την ξεγνοιασιά της
που γύμνασε τα χέρια
με δηλητήριο στις τρίχες και τα νύχια
με δηλητήριο
σε κάθε θρόμβο των δαχτύλων
μιας και η φιλανθρωπία της σαφώς υπήρξε ψέμα αδίστακτο.
Το αύριο θα είναι πάντοτε μια άλλη μέρα
κι ως τέτοια θα διστάζει
κι ως τέτοια θα παρανοεί κάθε μας σύμπλεγμα
σαν όρο τελειότητας κι ευθύνης
έτσι ώστε να βρεθεί χωρίς αμφιβολία
πίσω απ΄ το αποτύπωμα που χαϊδεύει τη σκανδάλη.
Πλέον το βίωμα
μετωπικά θα μας θυμίζει πόσο υπήρξαμε και πόσοι
σε μια κατάθλιψη με αντίκρυσμα υπαρκτό
σε μια πραγματικότητα χωρίς υπεκφυγές
για να μπορεί το άδικο να τρέφεται με ασφάλεια
απ’ την ιστορική δικαίωση του θύτη
μέχρι τη θαλπωρή απ’ τη συναίσθηση του θύματος.

 

 

******************************

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΝΑΚΟΣ

 

Το αραξοβόλι

 

 Σαρώνει κέφια το βραδυνό αγριοβόρι

Οι χαρές από το λαιμό γραπώνονται

Τα νεύρα από της ψυχής τα έγκατα τεντώνονται

Ένα κερί πηγαίνω να ανάψω στης ψυχής το αραξοβόλι

 

Ευχές μπολιάζω στων αγγέλων την ταπεινή την κατοικία

Στο μαντήλι μου να τυλίξω κάποια άστρα

Στων ψυχών αυτή την εγκόσμια λιάστρα

Μιας οπτασίας να αγγίξω την απόκρημνη ευτυχία

 

Βήματα που αφήνουν στο χώμα χαρακιές στην κάθοδο από το γήλοφο

Αέρηδες που παλεύουνε να γίνουν δροσοσταλίδες

Σαν ρυτίδες χαραγμένες στην ψυχή οι ελπίδες

Μιας φίλης άδολης ζωής πρόωρα να μην κάνω τον επίλογο

 

**

 Αίμα στις φτωχογειτονιές

Ένα παιδί μια κουβέντα μου πετάει από τη γωνία

Αν τώρα πνίγεσαι και κλαδί δε φυτρώνει να πιαστείς

Μόνος άλλαξε φίλμ στη θλιβερή σου την ταινια

Σύννεφο φτιάξε και βροχή να δροσιστείς

 

Χώμα κι αίμα βρέχει στις φτωχογειτονιες

Που να βρώ γωνιά να τραγουδήσω

Μάγισσες πουλάνε τον καφέ και χαρίζουν λησμονιές

Με κούφιο αέρα όνειρα πώς να γεμίσω

 

Σαν χελιδόνια κι οι άγγελοι για αλλού μεταναστεύουν

Μαύρισαν τα φτερά τους με στάχτες καμένων παραδεισων

Παιδιά αγριεμένα τις τρύπιες τσέπες μου ληστεύουν

Με γόρδιο μυαλό το γρίφο πώς να λύσω

 

Κι όμως στο μυαλό μου του παιδιού εκείνου η κουβέντα δεν ησυχάζει

Αφού τον τελευταίο χορό δε χόρεψα ακόμα

Ασε το αρπακτικό τη σάρκα μου να μου τάζει

Εγώ με μανία θα χορεύω μέχρι να βυθιστώ στο χώμα

 

Ε εσείς εκεί πάνω ποιητές τον ήλιο σας για λίγο δώστε μου

Το αίμα να μου κάψει,να γίνουν οι φλέβες μου χορδές ηλεκτρικές

Η καρδιά να χτυπάει σαν γροθιά στο ρίνγκ του κόσμου

Τα τραγούδια μου από το στόμα να κυλάνε κινούμενη άμμος για τις φιγούρες τις αρπακτικές

 

 

*****************************

ΣΩΤΗΡΗΣ ΤΣΙΛΙΚΑΣ

 

Έρωτας    – Δανάη Κ. Φ.   

Χρυσή βροχή ποτίζει τη Δανάη
Κι όλοι οι πόροι του κορμιού της τον προσμένουν
Κι ο Δίας που υποτάσσεται και εξουσιάζει
Ανήμπορος, την ηδονή ν’ απαρνηθεί, που αποζητάει

Ο Κρόνος που σπαράζει τα παιδιά του
Και στέρηση ζητά για να την έχει
Κι εκείνος που πιστεύει πως την ξέρει
Αιώνες μέσα του βαθειά την κουβαλάει

Το άγγιγμά σου
Λειώνει τους πάγους
Κι οι λέξεις νόημα αλλάζουν
Εσύ σαν τις προφέρεις

Φίλα με ακόμα μια φορά
Να γκρεμιστούν τα τείχη
Μέσα μου μπες βαθειά
Κυρίευσέ με

Ποθώ να γεννηθώ στα μάτια σου
Κι απ΄ του κορμιού σου
Τη ζεστή τη θαλπωρή ν’ ανθίσω

Γνώση και δύναμη και φως
Και αγάπη
Όλα είσαι εσύ

 

 

******************************

 ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ

 

ΑΠΟΔΟΜΗΜΕΝΟΣ ΛΟΓΟΣ

  

Το ζαφειρένιο χαμόγελο χυμένο στη γη,

βλασταίνει των ονείρων τα λουλούδια.

Αυτών με τα δακρυσμένα πέταλα

που λιώνουν το χιόνι του θανάτου.

 

 

 

Κασσάνδρειους χρησμούς συντάσσω

σε πεσιμιστικά κιτάπια.
Της ματαιοδοξίας σμιλεύω το δόγμα,

το οργιαστικό, της κόλασης το ελπιδοφόρο.

 

 

 

Της Πιερίας τις Μούσες,

του Ορφέα τις πιστές,

με το δίαυλο μου σαγηνεύω

στη, βάρβαρη, της Φρυγίας γη τις μεταφέρω.

 Της λήθης η άμμος

σκεπάζει τους χρησμούς μου,

σκορπισμένη από τα μουσικά σύνολα

της Απολλώνιας λύρας.

 

Δίνω την απαισιοδοξία αφειδώλευτα.

Μα δεν έχω πια πιστούς.

Γυμνός, χωρίς του Μαρσύα, το δέρμα.

Οι φλέβες σπαράζουν στου Απόλλωνα τα χέρια.

 

**

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Τα παιδιά έκαψαν τα πεύκα,
έκοψαν τις φλέβες τους,
ζωγραφίζοντας με το αίμα στον ουρανό
ένα μεγάλο χαμόγελο.

Έχουνε στα δάχτυλα πύρινα δαχτυλίδια,
φτιαγμένα από τις αχτίδες του ήλιου.
Ό, τι αγγίζουν το καίνε.
Ό, τι καίνε το αγαπούν.

Με τα χέρια τους μαζεύουν χώμα.
Το κάνουν πυλό με το αίμα τους.
Ένα παιδί κηρύττει για σωτηρία.
Θέλουν να φτιάξουν ανθρώπους.

Κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση
φτιάχνουν τα πρώτα ανθρώπινα μέλη.
Χαράσσουν ένα τεράστιο χαμόγελο
στα πήλινα είδωλα τους.

Το παιδί συνεχίζει να κηρύττει.
Κανένας δεν το ακούει.
Το οδηγούν σε ένα ξύλινο σταυρό,
αποτυπώνουν στο ξύλο το χαμόγελο του.

 

 

 

 **********************************

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΤΕΝΟΣ

 

Ι.

Αγρια μεσανυχτα-ετρεμε  το    δωματιο
σκεπαστηκα   με   κατι   σκοτεινο.
αισθανθηκα καποιον να  μου  δαγκωνει  το  χερι.
λαμπαδιασε  στο κεντρο το δωματιο
καηκε  ενα ξενο ασημενιο χερι
Χτυπουσανε παραθυρα στην καταχνια.
Ο Ρεμπω ηταν  ξαπλωμενος με το κεφαλι γυρτο και καπνισμενο.
Τα   μαλλια  του   πανω στο κρεβατι ριγμενα προς τα αριστερα.
Ακουγοταν ο ρογχος  στα χαλικια της θαλασσας.
Με ρωτησε σαν αρρωστος απο καιρο
»εχεις παει καθολου στην παραλια με τα αρμιρικια  .

ΙΙ.
Ελουσε  τα  μαλλια του
τα   αλειψε λαδι
εχυσε πανω αρωματα
Ανεβασε  το  σωμα του ορθιο στο
πιο ψηλο παραθυρο
το τιναξε φλεγομενο
μια προσευχη στο κοινοβουλιο.

 

 

 

********************************

 XΡΙΣΤΙΝΑ ΠΑΛΑΝΤΖΑ

 

Βαρύς ουρανός

 

Κηλιδωμένη είμαι
από τα πινέλα του καβαλάρη
που δυο βράδια κοντοστάθηκε σε μένα.
Μου πήρε το κρεβάτι των ματιών.
Έκτοτε ανασαίνω τον καπνό του κεριού
του ουρανού εκείνου.

 

 

**

Άρρωστο ροζ μπλε

Οι τοίχοι του δωματίου ποτισμένοι με μια υγρή ύπαρξη.
Φωνή με λυγμούς.
Τρεμάμενο σαγόνι.
Στοιχειό.
Ροζ φούσκες στο κεφάλι, πολύ μαλακές.
Εμμονή, παραμονή, άρνηση, επιθυμία,
όλες μια θάλασσα με ξεφτισμένα υφάσματα.
Κατάρα.
Θα πεθάνω κι εγώ ένα πένθιμο του φθινοπώρου δείλι, όσο εκείνος θα πίνει και θα γελάει στο μυαλό ενός χρήστη LSD.

Σε δέκα λεπτά θα γελάω μιλώντας για τα γαλανά μάτια ενός άλλου, με τη Λίλιθ, την Εκάτη, την Κάλι και την Περσεφόνη να μου κάνουν ενέσεις μεθαδόνης, πριν με πάνε πίσω στην κάμαρά μου με τις μαύρες κουρτίνες και τα μαύρα έπιπλα, να με μοιρολογήσουν.
Όταν κοιμηθούν θα βγω να δω τη σελήνη
χλωμή και μισοκρυμμένη πάνω από ερείπια, θα με χαϊδεύει μες στα δάκρυά μου.
Για μια στιγμή θα με οραματιστώ
καταγής, ματωμένη, κάποιος θα ʽλεγε ανακουφισμένη.
Θα βγάλω μια κραυγή και θα ξαναμπώ μέσα.

 

 

**********************************

XΡΗΣΤΟΣ ΑΡΜΑΝΤΟ ΓΚΕΖΟΣ

 

 

 
Οικογενειακή γιορτή

 
Ήταν στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι
η μάνα μου, ο πατέρας, ο Φραντς κι εγώ.
Ο πατέρας μού έτρωγε το χέρι
κι εγώ με το άλλο ανακάτευα το μυαλό μου,
ψάχνοντας να βρω το κουτάλι που είχε πέσει μέσα.
Η μάνα,
μοναδική γυναίκα πια στον κόσμο,
κρατούσε την ομπρέλα για να μην πέφτουν
οι βόμβες στα κεφάλια μας.
Κι ο Φραντς στη μέση του τραπεζιού
περίμενε τον πατέρα μας να τελειώσει μαζί μου.

Ο Φραντς
πάνω στη μεγάλη ασημένια πιατέλα
μ’ ένα μήλο στο στόμα.

 

**

Ο κιτρινολαίμης

 
Ας κάνει κάποιος θεός
να προφτάσω τον κιτρινολαίμη.
Ας κάνει να μείνει ζωντανός
κάπου μες στο σύμπαν,
για να ξέρω απλώς ότι υπάρχει
κι ότι αναδεύει το τίποτα με τα φτερά του.
Να με κρατά η προσμονή
μην τύχει κάποτε και τόνε δω
να ξετρυπώνει με το ράμφος του μια νύμφη
απ’ τα σπλάχνα μιας βελανιδιάς.

Ας κάνει κάποιος άνθρωπος
Θεός να υπάρξει,
που θα μου φυλάξει
έναν μοναχά μικρό
κιτρινολαίμη.

 

 

 

*********************************

ΧΛΟΗ ΙΟΡΔΑΝΙΔΟΥ

 

Αναμάρτητη

Φόρτωσα στην πλάτη μου το ανάθεμα του κόσμου όλου
κι αυτοκτόνησα με σπασμένους καθρέφτες
(εγώ, το νούμερο δεκατρία, το νούμερο της απόρριψης
το κόκκινο κουμπί στο τηλέφωνο της ιστορίας)
σαν αρσιβαρίστας, ορθώθηκα βρίζοντας
κραδαίνω το χρυσό της αποτυχίας

Όσο ακόμα η μέση μου αντέχει
να κουβαλάει τους λίθους που έβαλον
κι όσο ο Ιησούς σκονίζεται στον τάφο του
θα είμαι δική σας, ματωμένη κι όρθια
εγώ, η Μαρία Μαγδαληνή,
η αιώνια εταίρα της ανθρωπότητας.

 

**

Απόσπασμα

Η βρύση μου στάζει σκόνη
κομμάτια νεκρού δέρματος προσγειώνονται αργά στο νιπτήρα μου
ξεπλένω το πρόσωπό μου – μην κοιτάς
ξεπλένω και το στόμα μου
απ’ τα πολλά φιλιά που φίλησα.

Λες «τριάντα χρόνια λέμε πως αλλάζουμε
μα μόνο ανταλλάζουμε πλευρές
στο εκτελεστικό απόσπασμα»

Μα εγώ ποτέ δεν ήθελα να παίξουμε πόλεμο
ούτε και ν’ αλλάξουμε σου ζήτησα
γιατί, τριάντα χρόνια είμαστε όμορφοι
στις κάννες μας φυτρώνουν τριαντάφυλλα
κι ύστερα, τι πειράζει αν είμαστε όλοι αμαρτίες;

 

 

 

 
*********************************

ΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

 

Ερμηνεία

Τρίβω σε κόκκους τον έρωτα
άγνωστος περιπατητής του
απέχω διαρκώς .
Το μέλλον κουρνιάζει
μ’ ένα κανάκεμα στα δάκτυλα
του θυμίζω την ξαγρύπνια μου.
Η επιβίωση
απλώνει μέτρα το σκοινί
συχνά πάνω του ακροβατεί η παραίτηση.
Δύσκολο πράγμα ο διάλογος με τα κύματα
όταν επίμονα θωπεύουν την όψη σου
μ’ ερείπιο πάθος.
Ανάμεσα στα χείλη μου
ένα καπνισμένο τσιγάρο
με μολύβι και χαρτί
ζυγώνει την γεύση μου .
Ξαναγράφω στο άδειο σπίτι
το πολυπαιγμένο μου έργο
αναστυλώνω την πηγή
με γάργαρα χέρια κυλά στο χώμα
ή έρχεται σαν νερό
να ακουμπήσει
την ξέντυτη μοναξιά μου.
Σωρός τα φοβισμένα βήματα
τα σπάζω στη γέφυρα τους
με δυνατούς θορύβους.
Παράμερα ακούγεται δειλά
το ξόδιασμα του καιρού
μια θρέψη περαστική
ενώ επίμονα μας ερμηνεύει
ονομαστικά η αλήθεια μας.

**
Ουλή της

Οργώνω την γυναικεία μου φύση
μιας κουρασμένης πρόσοψης
αποποιούμαι.
Πετούμενα κάνουν γιουρούσι
στα απομεινάρια ψιχία της αυλής μου,
ουλή μένει το ράμφος τους στις πλάκες.
Για τούτη τη σιωπή
πατώντας γερά στη στρώση τους
με τα φυόμενα πόδια μου,
μιλώ εγώ.
Από αυτή την αυλή
δεν ξεστράτισα
όποιος και να ‘ρθει θα με βρει
να τρίβω σέρνοντας τις πέτρες
μ’ εντυπώσεις τραγικής καθαρότητας
η την ανυπαρξία να παλεύω με φθαρμένα χέρια .
Άλλα νοήματα δεν έχω
παρά τα παρτέρια του λόγου μου
πως πιθανόν δεν φυτρώνω ούτε εκεί
από αμέλεια ή αμφιβολία
για το τι μένει ακόμη να πω.
Ο συντηρημένος χρόνος
προβάλλει από το πηγάδι
τον κυκλώνω
με καθρέφτες ανακούφισης
για να μου συνομιλήσει .
Το θέρετρο μυαλό
δροσίζει τα τοιχώματα του
επιζώ, να επιστρέφω .
Στο παλιό μου σπίτι
υποχωρούν κι άλλο οι σοβάδες
ο τόπος γεμίζει σκόνη .
Σκεπάζω τα έπιπλα με σεντόνια
ελπίζω στο λίγο φως
στις αλύγιστες σκιές τους
μπρος στα ποιήματα.