ΔΙΚΟΠΗ ΛΑΛΙΑ

Στον Μάρκο Μέσκο

Η πατρίδα μου γλώσσα δεν έχει∙
λουλούδια άχρωμα, δέντρα άοσμα,
πέτρες που μουλιάζουν στον καιρό,
στην υγρασία των αιώνων.

Μια δίκοπη λαλιά,
ένας γενναιόδωρος αντικατοπτρισμός
την πόρτα θ’ άνοιγε στο φως της ιστορίας.
Η άνοιξη, ανυπόμονη,
θα ‘βαζε στην τράπεζα των συναλλαγών και των υποτιμήσεων
την ανιδιοτελή της ανθοφορία,
το βλέμμα περιμένοντας
και το χέρι που θα διέτρεχε τον κυματισμό του ενθουσιασμού.

Η γλώσσα μου πατρίδα δεν έχει∙
με κουπιά λιμνάζει σπασμένα,
με τα όνειρα δεμένα πλαγιάζει.

 

*

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

 

Φωτογραφίες γύρω σου παλιές φυτρώνουν
στις γωνίες, στους τοίχους, στα συρτάρια.
Μια νοσταλγία σαν υδρατμός κολλάει στο δέρμα
τα μάτια σου θολώνει και θαρρείς πως
ονειρεύεσαι την παιδική σου ηλικία.

Σκουπίζεις το τζάμι και περνάς στα χρόνια,
αμούστακος, παρθένος και αφίλητος.
Μιλάς πολύ με τη μνήμη και τη θερμοκρασία
με την αφή σου διατηρείς.

Όλα παλιά μα τόσο νέος γεύεσαι τον χρόνο,
που άλλοι για σένα αποταμίευσαν.

Ήρθε ο καιρός να βγεις απ’ τις φωτογραφίες,
να κατοικήσεις έξω απ’ το πλάνο,
εσύ ο απλανής να πλανηθείς στο χώρο,
όπου οι πλάνητες χαράζουν άλλους δρόμους.

 

 

*

 

ΤΟ ΦΩΣ ΤΡΟΜΑΓΜΕΝΟ

Τη δομή του κρυστάλλου ανάσκαψες.
Το φως τρομαγμένο
το λαβύρινθο που αντίκρισε
προσπαθεί να διαβεί.

Να ‘ναι αυτό που το τρόμαξε
η τ’ ανάδελφο μέλλον του
σ’ έναν κύκνειο τόπο;

 

 

*

Ο ΜΑΝΤΣΕΣΤΕΡ ΚΑΙ Ο ΣΕΦΕΡΗΣ

Στον Βασίλη Παπά

Για το Μάντσεστερ,έλεγες, των Βαλκανίων
καθώς ο άνθρακας λευκός
τις τουρμπίνες κινεί των κλωστοϋφαντουργείων :
από το αερόστατο γοητευτικό πανόραμα
της βιομηχανικής επανάστασης.

Ο Σεφέρης ,με το τραίνο περνώντας
δεν έσπασε το δίχτυ του ορίζοντα
ενός τόπου κλειστού όλο βουνά,
μόνο στο χάρτη χάραζε διακεκομμένες
τις διπλωματικές γραμμές του:
αποσιωπητικά για του ημερολογίου τα φύλλα.

 

 

*

ΣΤΟΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΠΑΣΜΟ

Όταν αρχίζει ο κύκλος να στενεύει
ο λαιμός υπομένει την έξοδο του λυγμού
ώσπου να γίνει κύκνος.
Συνεχίζεται η περιδίνηση στο κουκούλι
μέχρι το τέλος –,
τις μεταπτώσεις διαγράφει ανυποψίαστα
εν είδη περιστεράς στον αέρα.

Ενώπιος ενωπίω θα λύσω τη σιωπή
εκβάλλοντας ό,τι κρατούσα
στην κοίτη του δικού σου ποταμού.

Τότε στον τελευταίο σπασμό θα φύγω
φορώντας το πρόσωπό σου,
σαν κλέφτης που φορά τη μάσκα
για να συνεχίσει υπεράνω υποψίας
το έργο του.

 

 

*

ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΘΕΛΩ

Τη νύχτα θέλω,
θέλω ν αρνηθώ τις απεχθείς συναλλαγές,
κάτω απ’ την ανελέητη φωτοχυσία
ν ‘ αλλάξω χρώμα στο χρήμα.

Τη νύχτα θέλω ,
θέλω ν’ ανταλλάξω το φιλί και το χάδι
μ’ ένα ποτήρι νερό
ανάσταση μετά τ’ άνυδρα όνειρα –
(Τους εφιάλτες ήθελα να πω και το βραχνά).
Μα πού η πηγή και πού η βρύση;

Τη νύχτα θέλω δεν θέλω
θα γυρνώ στο πλάι,
θα ζαρώνω σαν έμβρυο
τον ομφάλιο λώρο μου στο χέρι κρατώντας.

 

 

 

*********************

Ο Θοδωρής Σαρηγκιόλης γεννήθηκε στην Έδεσσα το 1956. Σπούδασε οικονομικά στην Α.Β.Σ.Θ. (Πανεπιστήμιο Μακεδονίας). Εργασίες του έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά «Εντευκτήριο», «Νέα Πορεία», «ΠεριΩδικό», «Κλεψύδρα», «Επί Τροχάδην» και «Παρέμβαση». Έχουν μελοποιηθεί στίχοι του, αλλά παραμένουν ανέκδοτοι. Ζει στην Έδεσσα και εργάζεται στην τοπική αυτοδιοίκηση