ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Ποιήματα και τραγούδια
μέσα στο σκοτάδι
μέσα στη νύχτα
μέσα στη μοναξιά

……………………………….

Στο παιχνίδι του ανάμματος
εσύ ήσουν το σπίρτο

τρίφτηκες πάνω μου
κι ολόκληρος
πήρα φωτιά

…………………………………

Ήπιαμε όλο το κρασί
ακούσαμε και τα τραγούδια

τώρα που τέλειωσε το γλέντι
ας σηκωθούμε απʼ το τραπέζι

…………………………………

Γκιγιώμ Απολλιναίρ

– 9 πόρτες έχει το κορμί σου
κι εγώ κατάφερα
όλες να τις ανοίξω ,
έλεγε ο Guillaume Apollinaire
στη μούσα του Λουίζα

ο φλογερός ποιητής
είχε μπερδέψει
τις πόρτες με τα παράθυρα

…………………………………………

< < Kάθομαι πάνω
σε σβησμένο μαγκάλι >>
μου λες και όλο τρίβεσαι
στα γόνατά μου

Πώς να φουντώσω μαζί σου ;
έχεις πολλά κιλά
κι απαίσιο χαραχτήρα
με ιδιοτροπίες
και παραξενιές

ψάξε να βρεις αλλού
μια πρόθυμη
γερή καρέκλα

………………………………………….

Η φθαρμένη πανσιόν
δίπλα στη θάλασσα
παρατημένη
σχεδόν ετοιμόρροπη
κι όμως ακόμα έχει πελάτες

Λίγα ζευγάρια κοιμούνται
στα παλιά κρεβάτια
ακούν τα κύματα
κι απολαμβάνουν το τοπίο

και οι παλιοί έρωτες ξαναζούν
ζωντανεύουν μέσα στο τρίξιμο
του γερασμένου ξύλου

…………………………………………

Σχέδιο του Δημοσίου

< < Όσοι μπαίνουν σε εργασιακή εφεδρεία
πρώτα θα λαμβάνουν το 60% του μισθού τους
και μετά θα απολύονται >>

Όμως εσύ αμέσως
μου έδωσες απολυτήριο
χωρίς ένα μικρό ποσοστό
της παλιάς σου αγάπης

……………………………………………

Σε γκρέμισαν Columbia
και τώρα γέμισε μπάζα
το ένδοξο οικόπεδό σου

Σπάσαν τʼ αγάλματα
των παλιών τραγουδιστών

κι αυτοί φαντάσματα
γυρίζουν κάθε βράδυ
στα γύρω στενά

συνέχεια τραγουδούν
πικρά ρεμπέτικα

………………………………………

Χωρίς σκεπή
το φορτηγάκι του τσιγγάνου
κουβαλά μεγάλες γλάστρες
στο πανηγύρι του χωριού

τριγύρω ξεραΐλα
το σαράβαλο τρέχει γρήγορα

ανεμίζουν ψηλά
φύλλα και κλαδιά

ένα δασάκι ταξιδεύει
στην εθνική οδό

…………………………………….

Πάνω σε ψιλό κλαδί
της πορτοκαλιάς
κάθισε το πουλί
κι εκείνο λύγισε

……………………………………..

Ο Γιαπωνέζοι γλεντούν
με φίνα χαϊκού
κι εσύ μʼ ένα τετράστιχο
απόψε μερακλώνεις

……………………………………

ΟΔΟΣ ΠΛΟΥΤΩΝΟΣ

Κοίτα να δεις
μέρος που βρήκαν
για νʼ αγοράσουν μεζονέτα

Γωνία Πλούτωνος και Άδη

……………………………..

Mαύρες πουτάνες
μες στο σκοτάδι
της οδού Πατησίων

Φτηνά κορίτσια
φερμένα απʼ την Αφρική
γυρνούν στη μαύρη νύχτα

Κι απέναντι ο Άγιος Λουκάς
μαύρος κι αυτός
απʼ το πολύ καυσαέριο

………………………………………

Ρεμπέτικα
δημοτικά τραγούδια
της πόλης
και του λιμανιού

είσαστε τσακισμένες βάρκες
με σκισμένα πανιά

……………………………………

Ιπτάμενη κατσαρίδα

Σαν μικρό πουλί
πετούσε ανέμελα
μέσα στο δωμάτιο

όμως την πέτυχε η παντοφλιά
και βρόντηξε στο μάρμαρο
η χρυσή της πανοπλία

μετά καινούργιες παντοφλιές
την κάναν λιώμα

………………………………………

Έβαλα το χέρι μου στην τσέπη
για να βγάλω το μικρό μπεγλέρι

κι ο κουτσός που ζητιάνευε
ριγμένος στο πεζοδρόμιο
νόμισε πως θα του έριχνα
τον οβολό μου

………………………………………

Μαθουσάλας

-Κάθε 10 χρόνια και γενιά ,
έλεγε ο ποιητής το 1999 ,
γέρος πια σωστός Μαθουσάλας

-ναι , είμαι παλιός
εγώ παρολίγο να μπω
στη γενιά του 30
πριν 69 ολόκληρα χρόνια
νέο παλληκάρι τότε βαθυστόχαστο
και βαρβάτο
αλλά κάποιοι της κλίκας
με εμπόδισαν
και με αποσιώπησαν
Όμως πια αυτούς κανείς δεν τους θυμάται
δικαιοσύνη

κι ύστερα κατοχή , κυνηγητά , εμφύλιος
σταμάτησα για λίγο τις προσπάθειες
κι έχασα 2 ολόκληρες γενιές

69 χρόνια κύλησαν σαν το ποτάμι
αλλά φαίνομαι πάντα νέος
90άρης βαρβάτος
κωτσονάτος

λέω να προσπαθήσω να εισχωρήσω
στην καινούργια γενιά του 90
ή τουλάχιστον στη γενιά του 80
ή έστω στου 70

χτυπώ δυνατά τις πόρτες
ελπίζω να μου τις ανοίξουν

……………………………………………..

Μεγάλο λάθος έκανες
αδέξια εμπρήστρια
Ήρθες μέσα στο καλοκαίρι
για να μου βάλεις φωτιά

μα τώρα καίγεται
και το δικό σου δάσος
γιατί ήσουν απρόσεχτη
κι ακούμπησαν τα δέντρα μας

Συνέχεια μου γυρεύεις πυροσβέστες
με νερά δροσερά

θέλεις να φέρνω μάνικες
να λιγοστεύουν οι φλόγες

………………………………………………

Κορυφή – κορφή

< < Σε μερικές λέξεις χάνεται ένα
φωνήεν ανάμεσα σε δυο σύμφωνα
Το φαινόμενο αυτό
ονομάζεται : συγκοπή >>

τέτοια έλεγε ο φιλόλογος
και χτυπούσε η καρδιά του
την ώρα που έκανε ιδιαίτερο
καθισμένος ανάμεσα
στις δυο προκλητικές μαθήτριες

………………………………………….

Μπουζούκι

Σαν άλογα τρέχουν γρήγορα
τα δάχτυλα του μπουζουκτσή
πάνω στα τάστα

κι αυτός είναι τόσο ταπεινός
μονάχα γαϊδουράκι
μπορεί να καβαλήσει

………………………………….

Πέθανε ο σιδεράς
και μόλις έφτασε στον Άδη
τον στρώσαν στη δουλειά

κι όλο κάνει service
στις θωρακισμένες πόρτες
και στις βαριές αμπάρες