Αφήγηση στον Σπύρο Αραβανή

 

Η παρουσία της στα ελληνικά γράμματα και στη δισκογραφία ακριβοθώρητη όπως και η ίδια. Μια θεατρική προσωπικότητα, το αισθάνεσαι από την αύρα και τις θεατρικές της σπουδές και συνεργασίες, άκρως «ατμοσφαιρική» και «συναισθηματική» όπως οι στίχοι της. Η αδελφή του ποιητή και στιχουργού Μάνου Ελευθερίου μάς αφηγείται τη ζωή της στην πρώτη «συνέντευξή» της αν και τριάντα και πλεόν χρόνια από την πρώτη επίσημη εμφάνιση στο χώρο του «λόγου»…

 

Η παιδική ηλικία στη Σύρο

 

Γεννήθηκα στην Ερμούπολη, στις 25 Ιανουαρίου 1940. Έζησα δύσκολα παιδικά χρόνια λόγω του πολέμου. Ο παππούς μου είχε ένα καφενείο όπου δούλευαν η μητέρα και η γιαγιά μου. Εγώ ήμουν το δεύτερο παιδί της οικογένειας. Πρώτος ήταν ο Μάνος και μετά από έμενα ο αδελφός μου, Στέλιος -ο οποίος δεν ζει πια- και η αδελφή μου, Λιλή. Από τη Συρο φύγαμε βίαια όταν ήμουν δεκατριών χρόνων και ήρθαμε στην Αθήνα με τη μητέρα μας.

Δεν είχα σχέση ούτε με τη λογοτεχνία ούτε με το θέατρο τότε. Μόνο στο σχολείο, στη Σύρο, όταν απήγγειλα ποιήματα έκλαιγαν. Και μια φορά που ήρθα με την μητέρα μου στην Αθήνα για να πάρει δίπλωμα ραπτικής και μείναμε στην πλατεία Κουμουνδόυρου σε μια θεια μου, κάποιες πολύ κομψές και μορφωμένες κυρίες που έμεναν δίπλα μας, είπαν στη μητέρα μου «τι ωραίο κοριτσάκι. Να την κάνετε ηθοποιό!».

Η μόνη θεατρική παράσταση που είχα παρακολουθήσει παιδί στη Σύρο ήταν ένας θίασος βαριετέ με τις αδελφές Αρμάου. Έμεναν μάλιστα δυο θεατρίνες στη γειτονιά μας. Τις έβλεπα με εκείνα τα πασούμια, με τις κρέμες που γυαλίζαν τα πρόσωπά τους, τις θαύμαζα! Σκεφτόμασταν με τον Μάνο το πώς θα πάμε στο θέατρο. Το βράδυ το σκάμε από το σπίτι και πάμε. Περιμέναμε να μπουνε όλοι και ψάχνουμε να βρούμε κάποιους ανθρώπους, έναν άντρα και μια γυναίκα ώστε να παμε από πίσω τους και να φανούμε παιδιά τους. Τι παιδιά βέβαια τότε, με εκείνα τα φτωχά μας ρουχαλάκαι, αδυνατισμένα, με λεπτά ποδαράκια… Τελικά μπήκαμε μέσα και είδαμε την παράσταση.

Μια άλλη φορά θυμάμαι οτι το σκάσαμε με τον Μάνο και πήγαμε στη θάλασσα. Τότε δεν μας άφηναν να πάμε πουθενά. Μπαίνουμε στη θάλασσα και ένα τσέρκι του έσκισε το πόδι και το αίμα έτρεχε ποτάμι. Στο δρόμο της επιστροφής κάναμε τάματα για να μη μας δείρουνε. Φάγαμε βέβαια πολύ ξύλο. Αυτό το περιστατικό το έχω γράψει σε ένα ποιήμά μου:

 

Το παιδικό τραύμα / Από τσέρκι – στη θάλασσα / Άρχισε ξαφνικά να αιμορραγεί / Το αίμα κεφαλάκια καρφίτσας / Ένα ένα και κοντά κοντά / Σαν τα κεριά / Που παίρνουν φως το ένα απ’ τ’ άλλο / Έδωσαν μορφή / Σ’ ένα αιμάτινο κόσμημα / Στο γόνατό σου.

(Το παιδικό τραύμα)

 

Το έργο του Μάνου μου αρέσει πολύ. Εγώ τον καταλαβαίνω περισσότερο από τους άλλους, βλέπω τι υπάρχει κάτω από τους στίχους του, όλη μας η παιδική ηλικία και η ζωή που ζήσαμε.

 

 

 

Τα χρόνια στην Αθήνα

 

Όταν ήρθαμε στην Αθήνα, τον πρώτο χρόνο δεν πήγα στο σχολείο γιατί έπρεπε να μένω στο σπίτι να προσέχω τα δυο μικρότερα αδέλφια μου αλλα΄και επειδή ο πατέρας μου ήθελε να γίνω ράφτρα. Στη γειτονιά μας όμως έμενε ένας παπάς από την Κρήτη και κάποια φορά ήρθε στο σπίτι μου και με ρώτησε αν ξέρω να γράφω γιατί δεν είχε τα γυαλιά του μαζί. Του έγραψα αυτά που ήθελε και εντυπωσιάστηκε από την καλλιγραφία μου κι με ρώτησε αν πηγαίνω σχολείο. Εγώ του απάντησα «όχι«. Έτσι, όταν μετα από λίγο καιρό συναντήθηκε με τη μητέρα μου της είπε οτι «κάνουνε έγκλημα» που δεν με αφήνουν να πάω στο σχολείο. Τελικά γράψαμε γράμμα στον πατέρα μου για να με αφήσει και με τα πολλά παρακάλια με άφησε να πηγαίνω σχολείο. Ήμουν καλή μαθήτρια χωρίς να διαβάζω πολύ. Σε κάποια ποίηματα του Ρίτσου που υπήρχε σε ένα βιβλίο χρωστώ και την πολιτικοποίησή μου. Όταν τα διάβασα τρελάθηκα. Για αυτό και μέχρι σήμερα όταν ακούω να λένε κάτι αρνητικό για τον Ρίτσο, στενοχωριέμαι πάρα πολύ.

 

 

Οι σπουδές στη Σχολή του Κουν

 

Τελειώνοντας το σχολείο, δεν είχα αποφασίσει με τι θα ασχοληθώ, δεν ήξερα τι να κάνω. Ωσπου μια μέρα γνώρισα τον Χρήστο Μπίστη, ένα πολύ μορφωμένο παιδί, φίλος του Μάνου, του Σπύρου Βραχωρίτη, του Φίλιππου Βλάχου, αυτοί ήταν μια παρέα. Ερχεται, λοιπόν, μια μέρα στο σπίτι και με βλέπει. «Α», λέει στον Μάνο, «αυτή πρέπει να γίνει ηθοποιός, πρέπει να πάει στον Κουν». Με ρώτησε αν μου αρέσει το θέατρο και αν έχω δει παραστάσεις. Ειχαμε δει με τον Μάνο μια παράσταση στην Αθήνα, «Το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ» με την Αντιγόνη Βαλάκου και είχα ενθουσιαστεί. Μου πρότεινε να δώσω εξετάσεις στη σχολή του Κουν και να με μελετήσει αυτός. Έτσι μου έδωσε να διαβάσω την «Οφηλία» του Σαίξπηρ και το «Απολείπειν ο θεός Αντώνιον» του Καβάφη και μου έκανε μαθήματα για το πώς να το πω. Όταν ήρθε η μέρα των εξετάσεων ήρθε να με πάρει για να με πάει στη σχολή ο Φαίδωνας Γεωργίτσης, φίλος της παρέας του Μάνου. Πάω να κατέβω τα σκαλιά του σπιτιού και χτυπάω, γέμισα αίματα στο πόδι. Σηκωτή με πήγε μέχρι τη στάση ο Φαίδωνας για να πάρουμε το λεωφορείο να πάμε. Όταν μπήκα στην αίθουσα των εξετάσεων υπήρχε μια καρέκλα, αλλά κανείς δεν μου είπε να κάτσω. Έτρεμαν τα γονατά μου από το αγχος και πόναγα από το ατύχημα που είχα. Τελικά κάθισα και απέναντί μου ήταν ο Κουν, ο Λαζάνης, ο Πλωρίτης, ο Χατζημάρκος και ο Σιδέρης. Ο Κουν μου έκανε νεύμα να αρχίσουμε. Είπα ό,τι είχα να πω και έφυγα. Κανείς δεν μου μίλησε. Βγήκαν τα αποτελέσματα και είχα περάσει με υποτροφία. Κι έτσι πήγα στη σχολή.

Μου άρεσε πάρα πολύ το θέατρο. Ο Κουν μου είχε και ιδιαίτερη αδυναμία. Ως δάσκαλος ήταν φοβερός. Δεν έλεγε πολλά. Ο τρόπος όμως που σε κοίταζε είτε σε ενθάρρυνε είτε σου έδειχνε πως χρειάζεσαι ακόμα δουλειά. Όποτε ερχόταν στο μάθημα απαραιτήτως θα με σήκωνε στο κομμάτι που μου είχε δώσει να μελετήσω. Αυτά όμως δημιουργούν και αντιζηλίες…Θυμάμαι που μια κοπέλα μου είχε πει οτι δεν καπνίζω -ήμουν η μόνη τότε που δεν κάπνιζα- για να με συμπαθούν οι καθηγητές…Για αυτό και εγώ πήγα και πήρα τρια πακέτα «Άρωμα» τη μάρκα που κάπνιζε ο Κουν (και που όλοι στη σχολή κάπνιζαν) και από τότε άρχισα το τσιγάρο. Χρόνια έκανα για να το συνηθίσω και τώρα δεν μπορώ να το κόψω.

 

 

 

 

Στη Σχολή φοίτησα για τρία χρόνια από όπου και αποφοίτησα. Στα πλαίσια της Σχολής δεν έπαιξα σε καμία παράσταση. Ήταν περίεργα τα πράγματα….Μετά όμως την αποφοίτησή μου ήθελα να φύγω να πάω στο Λονδίνο, ήμουν πολύ στενοχωρημένη. Πού να πάω όμως; Με τι χρήματα να σπουδάσω; Μια μέρα πέρασα μπροστά από τη Στοά του Ορφέα και είδα τον Κουν που καθόταν σε μια καρέκλα. Με βλέπει σκεπτικη και μου λέει να πάμε κάτω, στο θέατρο. Μου έδωσε να διαβάσω τη «Σόνια» από τον «Θείο Βάνια» το έργο που θα ανέβαζαν, Διάβασα τρεμάμενη και εκεί που διαβαζα εμφανίστηκε ένας ηθοποιός και συνεργάτης του Κουν. Το αποτέλεσμα ήταν ο ρόλος να δωθεί σε κάποια άλλη ηθοποιό…

Δεν αναζήτησα περίσσότερο την τύχη μου στο θέατρο γιατί είμαι και εγώ λίγο περίεργη. Θέλω να μου προσφέρεται απλόχερα το οτιδήποτε. Ποτέ δεν απαίτησα κάτι από πουθενά. Πήγα ωστόσο για λίγο στο Θέατρο του Διαμαντόπουλου όμως δεν προχώρησα ούτε εκεί. Παρ’ολαυτά συνεργάστηκα με κάποιους θιάσους και έκανα ορισμένες περιοδείες, έπαιξα και σε δύο παιδικά θεατρικά έργα, όμως δεν ήταν αυτό που ήθελα, δεν είχα ονειρευτεί έτσι το θέατρο.

 

 

Τα χρόνια στο εξωτερικό

 

Γύρω στα είκοσι πέντε μου χρόνια έφυγα για Λονδίνο, λίγο πριν τη Χούντα. Είχα ανακατευτεί με μια παρέα Αριστερών, μεγαλύτεροι από εμένα και είπαν οτι πρέπει να φύγουμε. Στο Λονδίνο δημιουργήθηκε ένας θίασος. Ήταν ο Μεμάς Σταύρου, ο Τίμος Περλέγκας, ο Φάνης Χηνάς (υπέροχος ηθοποιός και καλό παιδί που πέθανε πρόωρα) και άλλοι οι οποίοι ήρθαν και με βρήκαν για να συμμετάσχω και εγώ. Κάναμε μια περιοδεία στη Δυτική Γερμανία και στη Σοβιετική Ένωση. Όταν όμως γυρίσαμε στο Λονδίνο δεν μας δεχόντουσαν λόγω της δικτατορίας και έτσι πήγαμε στο Παρίσι. Εκεί έμεινα μέχρι την Μεταπολίτευση. Δούλευα ως παραδουλεύτρα. Είχα τότε και το γιο μου μωρό και τον έπαιρνα μαζί μου στο σπίτι όπου δούλευα. Μέναμε τρεις άνθρωποι σε ένα δωμάτιο και άπλωνα τα ρούχα μέσα στο δωμάτιο. Όταν το παιδί μεγάλωσε λίγο βρήκα έναν σταθμό και τον άφηνα γιατί η κυρία στην οποία δούλευα δεν τον ήθελε στο σπίτι. Είχε ένα σκυλάκι και έλεγε οτι αυτό ζηλεύει το γιο μου…

Στη γειτονιά όπου έμενα, ήταν και το σπίτι του Βασίλη Διαμαντόπουλου. Επειδή ήθελε να ανεβάσει την «Αντιγόνη» ήρθε και με βρήκε και μου ζήτησε να συμμετάσχω στην παράσταση. Θα υποδυόμουν την Αντιγόνη που μιλά αρχαία ελληνικά ενώ θα υπήρχε και μια άλλη Γαλλίδα ηθοποιός που θα τα έλεγε στα γαλλικά. Η παράσταση ανέβηκε και ήρθαν όλες οι προσωπικότητες του Παρισιού, ο Σατρ, η Μποβουάρ κ.ά. Όταν προβλήθηκαν αποσπάσματα στη γαλλική τηλεόραση ήμουν στο σπίτι όπου δούλευα. Είχα ήδη προσφέρει τον καφέ στην κυρία του σπιτιού και εκείνη καθώς έβλεπε τηλεόραση με είδε να παίζω…

Δεν έγραφα τίποτα τότε. Συνεχώς όμως σκεφτόμουνα και κρατούσα σημειώσεις. Δεν ήμουν όμως ποτέ φιλόδοξη ούτε είχα καμία μανία. Ήταν όμως και η ίδια η ζωή που δεν με άφηνε. Επίσης, είχα και δυο μεγάλα «εμπόδια». Από τη μια μεριά ήταν ο Μάνος που τον θαύμαζα και τον θαυμάζω και από την άλλη ήταν ο άντρας μου ο οποίος έγραφε θεατρικά..

Όταν ο γιος μου μεγάλωσε έπρεπε να αποφασίσω αν θα παραμείνω στο εξωτερικό ή θα γυρίσω στην Ελλάδα. Τελικά λόγω του παιδιού επέστρεψα. Αν ήμουν μόνη μου θα έμενα στη Γαλλία. Δεν ήξερα όμως αν θα έπρεπε να στερήσω από το παιδί την παρουσία του εκεί όπου θα επρεπε να είναι, δηλαδή, στη χώρα του, την Ελλάδα. Έτσι επέστρεψα την Μεταπολίτευση. Άρχισα να κάνω διορθώσεις στη Γνώση όπου δούλευε και ο Μάνος. Μετά πήγα στην Καθημερινή όπου επίσης δούλευα ως διορθώτρια.

 

 

 

Τα πρώτα βιβλία και η ζωή στην Ελλάδα

 

Το 1978 κυκλοφόρησε το πρώτο μου ποιητικό βιβλίο από τον Κέδρο. Ήρθε μια μέρα στο σπίτι ένας φίλος του Μάνου και δικός μου, ο Ανδρέας Κύτσος Μυλωνάς. Με ρώτησε «αφού δεν παίζεις στο θέατρο, δεν γράφεις τίποτα;» «Μπα» του απαντώ. «Κι αυτά εκεί τι είναι;» Είχε δει τα σημειώματα και τα χαρτιά που είχα. «Α», λέω «τίποτα, για να περνά η ώρα». «Για να δω» μου λέει. Πήρε τα χαρτιά και τα διάβασε και φαίνεται οτι του άρεσαν. Με ρώτησε αν έχω κι άλλα και αφού πήρε μερικά τα πήγε στον Κέδρο χωρίς να μου πει τίποτα. Κάποια μέρα με πήρε στο τηλέφωνο η Μάρω Δούκα από τον Κέδρο και με ρώτησε «τι τίτλο θα βάλετε στο βιβλίο;». Εγώ ξαφνιάστηκα και της είπα οτι θα τους τηλεφωνήσω. Δεν ήξερα τι τίτλο να βάλω, δεν είχα και καιρό για να ψάξω οπότε μετά από λίγη ώρα πήρα τηλέφωνο και τους είπα για τίτλο «Μια γυναίκα». Η πρώτη κριτική που διάβασα για βιβλίο μου ήταν από τον Τάσο Λειβαδίτη, στην εφημερίδα «Αυγή».

 

 

Στον Κέδρο βγήκε και το δεύτερο βιβλίο μου, οι «Ωδίνες«, το 1982. Το 1990 κυκλοφόρησε η ποιητική μου συλλογή «Αργά το απόγευμα» (εκδ. Καστανιώτης), έξι χρόνια μετά το βιβλίο «Από τότε» (εκδ.Πλανόδιον) και από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη το «Θα καπνίζω» (2004) και «Άδεια θέση» (2011). Επίσης έγραψα και ένα παιδικό βιβλίο, που έχει τη δομή θεατρικού έργου με τον τίτλο «Όταν μιλώ με τα παιχνίδια μου».

 

 

Το 1982 έπαιξα σε μια παράσταση του ιδιοφυούς Σπύρου Βραχωρίτη, στον «Ματωμένο Γάμο». Είχε δημιουργήσει μια ομάδα στο Βόλο, τη «Θεατρική Λέση Βόλου» και παίξαμε στο Χαλάνδρι. Εγώ υποδύθηκα τη μάνα. Δεν είχα ντυθεί ως «γριά», όπως συνήθως παρουσιάζεται, καθώς η «μάνα» στο έργο ήταν νέα όπως και εγώ. Ήμουν στην αρχή ντυμένη μες τα κόκκινα και τα γαλάζια. Για να αρχίσω να λέω τους θρήνους μου ανέβαινα ξυπόλητη μια κορυφή περνώντας μέσα από αγκάθια και αγριόχορτα. Και ύστερα κατέβαινα κάτω. Ο Κουν είχε δει σκηνές από αυτή την παράσταση για αυτό και μου πρότεινε να παίξω στον «Ήχο του όπλου», στην τελευταία παράσταση που σκηνοθέτησε. Έπαιξα για τρεις σεζόν στην παράσταση. Τον πρώτο καιρό που κάναμε πρόβα, όταν ημουν στη σκηνή, σταματούσε και μου έλεγε: «Μα γιατί; Γιατί δεν έκανες θέατρο; Γιατί δεν έμεινες εδώ; Στα τελευταία του, όταν κάναμε την τελική πρόβα, ρωτούσε τον Αρμένη από το νοσοκομείο όπου βρισκόταν «Πώς ήταν η Αγγελική;». Αυτό είχε κάνει εντύπωση στον Αρμένη και σε μένα φυσικά.

 

 

Η συνεργασία με τον Θεοδωράκη και τους άλλους συνθέτες

 

Η συνεργασία με τον Μίκη Θεοδωράκη ξεκίνησε από δική του πρωτοβουλία. Έψαχνε στίχους και του πρότειναν εμένα καθώς εκείνο το καλοκαίρι είχα γράψει διακόσια τραγούδια. Σφουγγάριζα σταματούσα και έγραφα. Ταίζα το παιδί, σταματούσα και έγραφα. Με πήρε στο τηλεφωνο και μου λέει: «Είμαι ο Μίκης Θεοδωράκης. Έμαθα οτι γράφεις στίχους για τραγούδια» Του απάντησα οτι αυτά τα γράφω για να παίζω, δεν είναι τίποτα. «Θα ήθελα να δω μερικά, τι σε πειράζει». Επέμενε. Του πήγα μερικά. Την άλλη μέρα, πρωί πρωί στις οκτώ, μόλις είχα γυρίσει από το σχολείο που είχα πάει το παιδί χτυπάει το τηλέφωνο: «Μικής εδώ. Άκου, μην το κλείνεις. Και με έβαλε να ακούσω το πρώτο τραγούδι: «Πίσω απ΄ τα μάτια μου έζησα και από τον κόσμο μακριά»…Έτσι, κυκοφόρησαν οι «Χαιρετισμοί».

 

 

 

 

 

Από τους στίχους που του έδωσα τότε προέκυψε και ολόκληρος ο δίσκος «Φαίδρα, Τραγούδια Αγάπης» ο οποίος βγήκε το 1985. Τα τραγούδια τα βρήκα αρκετά λυρικά και έπρεπε να περάσει καιρός για να τα αποδεκτώ.

 

 

 

 

Τα τραγούδια με τον Μαρκόπουλο, στο δίσκο του «Ορίζοντες», 1981, και με τον Ανδριόπουλο , στο δίσκο «Τα λόγια της αγάπης«, 1989, έχουν κυκλοφορήσει με αρκετά αλλαγμένους τους στίχους σε σχέση με αυτούς που τους είχα δώσει κι αυτό έγινε εν αγνοία μου. Αντίθετα ο Θεοδωράκης δεν άλλαξε ούτε ένα «και»… Ήθελαν και άλλοι συνθέτες να συνεργαστούμε όπως ο Νότης Μαυρουδης όμως δεν ήθελα πια να συνεργαστώ. Θυμάμαι κι έναν φίλο μου ποιητή ο οποίος όταν κυκλοφόρησαν τα τραγούδια μού είχε πει: «Αγγελική, δεν κάνει να γράφεις τραγούδια. Αυτό θα κάνει κακό στην ποίησή σου». Μετά από λίγο καιρό άρχισαν να κυκλοφορούν τραγούδια με δικούς του στίχους…

 

 

 

 

Γενικά, είμαι περίεργη στο θέμα της μουσικής. Δύσκολα ακούω μουσική ενώ πάντα μέσα μου υπάρχει μι μελωδία είτε από κάποιο κλασικό κομμάτι είτε από κάποιο τραγούδι.. Στο Παρίσι, θυμάμαι, για μήνες άκουγα τις σονάτες του Σοπέν. Μου αρέσουν πολύ και τα ρεμπέτικα.

 

 

Αντί επιλόγου*

 

Ήρθε η ώρα που φοβόμουν. Δεν ξέρω τι να πω. Προτιμώ να ακούω παρά να μιλάω. Είναι η πρώτη φορά που γίνεται παρουσίαση βιβλίου μου και επειδή έχω κάνει θέατρο -ως ηθοποιός- εκεί λες τα λόγια που άλλοι έχουν γράψει. Εδώ τώρα με τα ποιήματα είναι διαφορετικά. Τι θα μπορούσα να πω εγώ για κάτι που ή ίδια έγραψα.
Έχω μια αγωνία που δεν μπορώ να ονομάσω. Πάντως, απ’ την αρχή και για μεγάλο διάστημα όλα τα άρχιζα για να γράψω πεζό λόγο και κατέληγαν σε ποιήματα και τα άφηνα έτσι. Δεν θέλουν να πάνε παραπέρα, σκεφτόμουν. Βέβαια κι αυτό το λίγο, το μικρό, το δούλευα ώσπου το ίδιο πάλι έλεγε «σταμάτα, ως εδώ». Άλλωστε οι λέξεις βρίσκουν μόνες τους τη σειρά τους.
Η καθημερινότητα με απορρόφησε πολύ στη ζωή μου. Δηλαδή, η πρακτική της. Είναι σπουδαίο να έχει κανείς πέντε ώρες κάθε μέρα δικές του χωρίς να τον ενοχλήσει κανείς (ακόμη κι αν το θέλει». Δεν τις είχα. Δεν τις έχω. Δεν το αναλύω. Όπως και μια ασθένεια που ήρθε πριν από καιρό, δε διάβασα τίποτα γι’ αυτήν, δεν είδα ούτε μια εικόνα, για τα διάφορα όργανα, για την καρδιά, πώς δουλεύουν. Τίποτα. Δεν πήγε το μυαλό μου στο κακό…
Ίσως έπρεπε να μεγαλώσω τόσο για να πλησιάσω με λίγα ποιήματα τα παιδικά χρόνια. Τις αναμνήσεις. Κι αυτό σκέφτομαι είναι μάλλον καλο, και το να μεγαλώνει, δηλαδή, κανείς! Είναι σαν ένα πράγμα από καιρό χαμένο κι ένα πρωί βρίσκεται στη θέση του πιο καινούριο σαν κάποιος να το φρόντιζε για χρόνια. Κι έτσι ξανάρχονται πάλι όλοι οι χαμένοι φόβοι. Όλα που χάσαμε από τότε.
Γιατί νομίζω οτι οι στίχοι δεν είναι μόνο αισθήματα. Αυτά τα έχεις κανείς αρκετά νωρίς. Είναι εμπειρίες.
Για έναν στίχο πρέπει κανείς να έχει δει πολλές πόλεις, ανθρώπους και πράγματα. Πρέπει να μπορεί να στρέφει τη σκέψη του πίσω. Σε δρόμους, σε απροσδόκητες συναντήσεις και σε αποχωρισμούς που περιμέναμε. Σε αρρώστιες που αρχίζουν παράξενα με βαθιές και βαριές αλλαγές. Σε μέρες ταξιδιών. Να έχουμε αναμνήσεις από ερωτικές νύχτες. Από κραυγές ετοιμόγεννων γυναικών. Να έχει κανείς παρασταθεί σε ετοιμοθάνατους. Να έχει καθίσει κοντά σε νεκρούς. Κι όλα αυτά να γίνουν αίμα μέσα μας. Βλέμμα και χειρονομίες. Και να μη ξεχωρίζουν από μας τους ίδιους.
Τότε μπορεί να συμβεί σε μια σπάνια ώρα η πρώτη λέξη ενός στίχου.
Και οι δικές μου εμπειρίες, όλα που έζησα διασχίζουν τη μνήμη μου νύχτα-μέρα. Και τα αντικείμενα -κι αυτά- αιχαμλωτίζουν τις αναμνήσεις.
Και το πιο μικρό πράγμα
μπορεί να συλλάβει
τα μυστικά μιας ζωής.

Πάντως εγώ γράφω όπως νιώθω
γράφω για μένα
όπως καπνίζω
όπως κοιμάμαι

και για να καθησυχάζω την αγωνία μου. Θέλω να γράφω ποιήματα που ένιωσα εγώ προσωπικά. Αντλώ από τον εαυτό μου την περιγραφή των ΄χώρων που μου είναι οικείοι και αποτραβιέμαι στη μοναξιά (εκτεθειμένη σαν πόνος).

Και τα ποιήματα- κι αυτά
όπως κι οι άνθρωποι
Έχουν την αύρα τους.
Τη δική τους αύρα.

 

* Το κείμενο αυτό διαβάστηκε στις 14 Οκτωβρίου 2011 στην αίθουσα των εκδηλώσεων «Γαβριηλίδη», για την παρουσίαση του βιβλίου, του τελευταίου, «Μια άδεια θέση».

 

*******************

Ποιήματά της από το Αρχείο του ΠΟΙΕΙΝ εδώ:

 

http://www.poiein.gr/archives/11925/index.html

http://www.poiein.gr/archives/937/index.html

***

Ενδεικτικά:

 

Πίσω από τα μάτια μου έζησα

Όπου κοιτάξω είναι σκοτεινά
κι ο ουρανός βαρύς σαν το μολύβι
οι λεωφόροι γίνανε στενά
κι η ερημιά το πρόσωπό της κρύβει.

Πίσω από τα μάτια μου έζησα
κι από τον κόσμο μακριά
τα βήματά μου μέτρησα
κι όλα σ’ ανηφοριά.

Το όνομά σου δεν μπορώ να πω
και τριγυρνούν μαύρα πουλιά κοντά μου
στα όνειρά μου θέλω να σε δω
κι οι πόρτες τ’ ουρανού κλείνουν μπροστά μου.

(Από το δίσκο «Χαιρετισμοί»)

 

*

Θέλω μια νύχτα

Θέλω μια νύχτα αχ, να μου χορέψεις
ένα ζεϊμπέκικο απ’ τα παλιά,
τ’ άσπρο πουκάμισό σου να φορέσεις
και να κοιτάζεις μέσα σου βαθιά.

Και θα ‘ναι σαν την αγρυπνία
σ’ ένα ξωκκλήσι πέρα μακρινό.
Θα αναστενάζει η Παναγία
γιατί είχε σαν και σέναν έναν γιο.

Λιγάκι πριν να κλείσουνε τα κέντρα
και θα ‘χουν μείνει μόνο λιγοστοί
αχ και κλαιν’ οι μόρτες και ραΐζει η πέτρα
κι εγώ θα κρέμομαι από μια κλωστή.

Και θα ‘ναι σαν την αγρυπνία
σ’ ένα ξωκλήσι πέρα μακρινό.
Θα αναστενάζει η Παναγία
γιατί είχε σαν και σέναν έναν γιο.

(Από το δίσκο: «Φαίδρα, Τραγούδια Αγάπης»)

*

Η άσπρη κόλλα είναι σάβανο.
Οι λέξεις πάνω της οι νεκροί μας.
Τα σώματά τους.
Χελιδόνια που πέθαναν από το κρύο
Πριν να προλάβουνε να αποδημήσουν.
Κι ύστερα γίνονται χάπια οι λέξεις.
Ποτέ δεν είναι τα σωστά. Γιατί ξεχνάς.
Και όλο τα αλλάζεις.
Και το γραφτό τρελό και αλλοπρόσαλλο
Σηκώνει αέρα φοβερό
Μπαίνουν οι κόχες του στα μάτια και τα σκίζουν.
Θυμάσαι.
Σκιές τα πρόσωπά σου περνούν και παρατάσσονται
Μέλη της αόρατης χορωδίας
Που έφερνες απʼ τους ναούς
Όταν αγρίευε το δέρμα σου.
Μετατοπίζονται αργά μέσα σʼ ομίχλη
Πληθαίνουνε και λιγοστεύουν χωρίς ήχο
Ώσπου να μείνει Ένα μόνο.
Αυτό που παραμέλησες

(Από τη συλλογή «Αργά το απόγευμα», 1990)

 

*****

Ά Δημοσίευση: Περιοδικό Μετρονόμος, τχ. 45