(Πατήστε στην εικόνα για μεγέθυνση)

[Από το προσωπικό αρχείο του Μάνου Ελευθερίου]

 

Κώστας Μίχος, «644 Τ.Τ.Π.- Αύγουστος ’62 ( παρά την Ελληνο- Γοιυγκ. μεθόριον)»

( Του Γιώργου Τσιρόγκα)

Το τραίνο των 12, το AUSTRIA’ EXPRESS θαρρώ,
σφύριζε… μιά, δυό, τρεις, ίσως τέσσαρες φορές μέσα στη νύχτα…
όταν έμπαινε στο θάλαμο ο “Γραφεύς της ημερισίας Διαταγής”
-Σέρνοντας μιαν απορία…
κάτι…
σαν αποτυχημένο “Επ’ ώμου”
ή τραγούδι.

Ο ” Γραφεύς της Ημερισίας Διαταγής”
με τα βαρειά βλέφαρα
και τα εικοσιτρία χρόνια.
Με το πακέτο των τσιγάρων στο χέρι
…σαν πρόφαση
ή αιτιολογικό αιτήσεως.

Ο Γραφεύς της Ημερισίας Διαταγής
με παγωμένο το χαμόγελο στα χείλη,
και το πεντακάθαρο,
το “αστράπτον”, το “τέλειον” όπλο,
(όπως έλεγε ο λοχαγός…)
-Σαρκαστικό προσωπείο στην αδιακρισία μας-

…( Κείνη την εποχή η μανία του Βαρδάρη έδιωχνε τα σύννεφα.
Κι ήταν ακόμη Αύγουστος μήνας…)

(… Ο Αύγουστος του Γραφέα της Ημερισίας Διαταγής
έλεγαν οι φιλολογίζοντες του 644 Τ. Τ. Π.)

(Από τη συλλογή «Κβάντα και Αβαρή Ρευστά» Θεσαλονίκη 1969, 199 αντίτυπα εκτός εμπορίου, πηγή: http://giorgosmixos.blogspot.gr/2009/08/blog-post_6947.html)

 

***

 

Μάνος Ελευθερίου, «Κώστας Μίχος (1938-1974)»

Κώστα Μίχο γιατί κρύβεις τ’ όνομά σου;
Στα καφενεία που συχνάζεις δεν κατοικούν οι παντοκράτορες
Κώστας Καρυωτάκης γράφει κι η ταυτότητά σου,
πρίγκηπας επάγγελμα, πρίγκηπας για τη γενιά σου.
Παραμονεύουν οι φασίστες με τους ψευδομάρτυρες.

Κώστα Μίχο, σε ποιόν κρύβεις τ’ όνομά σου;
Μες στα ένδοξα Παρίσια δεν κερδίζεις τον παράδεισο.
Τη ξυραφιά του Ρεμπώ τη σκεπάζουν τα μαλλιά σου,
δεν φτάνουν όλα τα νερά της γης να πλύνουν το άγαλμά σου,
μια νεκροψία,-κι ύστερα το γαλανό πουκάμισο.

Κώστα Μίχο, μη μου κρύβεις τ΄όνομά σου.
Ένα κλαδάκι ουρανός ήταν μονάχα ο κλήρος σου.
Στις λοταρίες των ποιητών μια βρύση έλαχε στη μοιρασιά σου.
Της ζητιανιάς η φιλία ισορροπεί τη ζυγαριά σου,
στιχάκια ψίχουλα, μετάληψη και μύρο σου.
Κώστα Μίχο, μη μου κρύβεις τ’ όνομά σου.

 

****

Ο Κώστας Μίχος (Μιχαλόπουλος) γεννήθηκε το 1938 και αυτοκτόνησε το 1974. Εξέδωσε δυο ποιητικές συλλογές και δυο θεατρικά μονόπρακτα ανέβασε η Μαριέττα Ριάλδη με το θιάσό της.