Απολογία

Πνιχτός λυγμός ακούγεται
απ΄το βαθύ σκοτάδι
Αν όμως άτυχη σταθείς εσύ θα τον ακούσεις
από τα σπλάχνα της νυχτιάς
νύχια θα ξεπροβάλλουν
Αν όμως ένοχη βρεθείς στο δέρμα
θα τα νιώσεις
Πια να ξεφύγεις δεν μπορείς
σαν δουν την κούφια μήτρα
Σπαράζεις δάκρυα
εσύ
σώπα και μη φωνάζεις
Ντύθηκε
η σάρκα σου ενοχή
και μάταια ουρλιάζεις
Δεν είμαι η Μήδεια
εγώ
Εγώ
είμαι μια στείρα

 

***********

 

 

Αράχνη

Σιωπηλά
υφαίνει νήμα της απουσίας
Aιώνιο χρόνο
δίχτυ σαθρό
το αθόρυβο χνάρι
παγιδεύει
Μέλλον, παρόν και παρελθόν
έντομα βαλσαμωμένα
πάνω στην αόρατη κλωστή
Φευ!
Με της πρώτης πνοής
το τίναγμα
ορμά η αφθαρσία.

 

*************

 

Εραστές

 
Φιλιά του ανέμου τύλιξαν τη φλόγα με αγωνία
και το κερί εσπάραξε καθώς τα δάκρυα γεννούσε

Βουή μακρόσυρτη μες στο δωμάτιο σίμωσε
και ξέπνοα βόγκηξε η σιγαλιά, υγρασία.

Αποκοιμήθηκε η σιωπή στη σάρκα του κρεβατιού
κι ο ψίθυρος πέπλο λευκό στα πορφυρά μαλλιά της

Κρυφά σμίγει με τον ήλιο η αυγή στο παραθύρι το βουβό
κι η πρώτη δροσιά σταλάζει από τη παλάμη του χεριού.

 

************* 

 
Ευρυδίκη
Παλίρροια απόψε

στάζει αίμα

η σάρκα απ’τα χείλια

μες στην σπηλιά αναστεναγμοί

βρυχάται η αϋπνία

Άηχες νότες

σαν όρμησαν

σκόνης κύμα

την πένθιμη σκιά

ν’αντικρύσουν

Γοά η καλλιβλέφαρος

στο αδάμαστο φανέρωμα

ψυχή στο γύψο

ακίνητη

αιώνια να κρύβεται

στην αγκαλιά

της όρφνης