Εδώ ο Τζέιμς Τζόις διαβάζει ένα απόσπασμα απ’ τους Φίνεγκαν

Γρηγόρης Μπέκος : Η «Αγρύπνια των Φίνεγκαν» κατά τον Ελευθέριο Ανευλαβή
Ο γνωστός γιατρός μετέφρασε το ιδιαίτερο βιβλίο του Τζέιμς Τζόις

Σε μια παραδοσιακή ιρλανδική μπαλάντα ένας χτίστης, ονόματι Τιμ Φίννεγκαν, προσπαθεί ν’ ανέβει μεθυσμένος σε μια σκάλα. Μοιραία όμως πέφτει, χτυπά στο κεφάλι του και πεθαίνει. Υστερα, συγγενείς και φίλοι τον βάζουν στο νεκροκρέβατο και αρχίζουν να τον θρηνούν. Δεδομένου ότι ο Τιμ ήταν δεινός πότης του έβαλαν ένα μπουκάλι ουίσκι στο προσκέφαλο και ένα βαρέλι μπύρα στα πόδια για να τον τιμήσουν.

Ετσι τον μοιρολόγησαν, έτσι ξαγρύπνησαν γι’ αυτόν. Κάποια στιγμή όμως οι παριστάμενοι «ήλθανε στα χέρια». Κάποιος εκσφενδόνισε το μπουκάλι με το ουίσκι (στα ιρλανδικά σημαίνει «νερό της ζωής») σε κάποιον άλλο. Μια σταγόνα ουίσκι έπεσε απροσδόκητα στα χείλη του πεθαμένου. Ο Τιμ αγαλλίασε και σηκώθηκε, ζωντάνεψε! Τότε οι συγγενείς και οι φίλοι του, θορυβημένοι καθώς ήταν, του είπαν ότι καλά ήταν εκεί, ότι έπρεπε να μείνει εκεί, να μη σηκωθεί.

«Πάνω σ’ αυτή τη μπαλάντα βασίστηκε ο Τζόις για να στήσει το έργο του «Η Αγρύπνια των Φίννεγκαν»» είπε στο «Βήμα» ο Ελευθέριος Ανευλαβής που μετέφρασε στα ελληνικά το πιο αμφίσημο έργο του Τζέιμς Τζόις, το περίφημο «Finnegans Wake». Είναι η πρώτη φορά που εκδίδεται στη γλώσσα μας ολοκληρωμένη μια μετάφραση του βιβλίου (αποσπάσματα του οποίου επιχείρησαν να μεταφράσουν κατά το παρελθόν και άλλοι όπως η ποιήτρια Μαντώ Αραβαντινού). Θα διαβάσουμε προσεχώς (μέσα στο 2012) αυτή τη σημαντικότατη έκδοση σε «φιννεγκανικά ελληνικά» από τις εκδόσεις της «Εστίας».

Ο μεγάλος ιρλανδός συγγραφέας, που αφαίρεσε την απόστροφο από τον τίτλο της μπαλάντας, έγραφε αυτό το βιβλίο επί δεκαεπτά χρόνια στο Παρίσι και το εξέδωσε τελικά το 1939, δυο χρόνια πριν τον θάνατό του. «Λένε ότι είναι σκοτεινό. Το συγκρίνουν φυσικά με τον Οδυσσέα αλλά εκεί η δράση ήταν το περισσότερο την ημέρα και η δράση στο καινούργιο μου έργο λαμβάνει χώρα κυρίως τη νύχτα. Είναι φυσικό τα πράγματα να μην φαίνονται τόσο καθαρά τη νύχτα. Ετσι δεν είναι;» διαβάζουμε στην εξαιρετική βιογραφία του συγγραφέα που έγραψε ο Ρίτσαρντ Ελμαν (Scripta, 2005).

Ο Ελευθέριος Ανευλαβής, τον οποίο οι περισσότεροι γνωρίσαμε μέσα από ορισμένες εκρηκτικές τηλεοπτικές εμφανίσεις, εξηγείται εξ αρχής. «Δεν είμαι επαγγελματίας μεταφραστής. Γιατρός είμαι. Δηλώνω όμως ερασιτέχνης (εραστής της τέχνης) μεταφραστής. Η ιατρική είναι η σύζυγός μου και η λογοτεχνία η ερωμένη μου. Το έργο αυτό με γοήτευσε εξαιτίας της σημειολογικής του διάστασης. Η σημειολογική του συνάρτηση, για να το πω καθαρά, εκτείνεται στο άπειρο, μπορεί ο καθένας να δώσει όσες ερμηνείες θέλει» τόνισε για την πρώτη του απόπειρα να μεταφράσει ένα λογοτεχνικό κείμενο μνημειώδους δυσκολίας.

Στις 628 σελίδες του βιβλίου όλα συμβαίνουν σε μια νύχτα. «Το έργο αυτό επί της ουσίας ούτε διαβάζεται, ούτε μεταφράζεται. Αλλωστε ούτε στο πρωτότυπο έχει διαβαστεί πολύ, απλώς πολλοί το έχουν αγοράσει» εξήγησε ο ίδιος που αφιέρωσε επτά χρόνια σκληρής δουλειάς «με πολύ κόπο και αγάπη» για να το «μεταφέρει» στην ελληνική γλώσσα και να το προσαρμόσει -όσο το δυνατόν επαρκέστερα – στο δικά μας πολιτισμικά συμφραζόμενα. Οπλα του, η «ατέλειωτη βιβλιογραφία» που διάβασε σχετικά με το έργο, οι αρχαίοι έλληνες φιλόσοφοι και επιφανείς θεωρητικοί της λογοτεχνίας όπως ο Τζορτζ Στάινερ.

Η πρώτη του επαφή με το κείμενο ήταν το 1975 όταν ακόμα βρισκόταν στην Αμερική. Είχε ήδη διαβάσει τον «Οδυσσέα». «Η γλώσσα του κειμένου είναι ιδιότυπη, ιδιόμορφη, μοναδική. Οι Φίννεγκαν μιλούν τα φιννεγκανικά (finneganish) του Τζόις. Μια γλώσσα επινοημένη, κατασκευασμένη με λέξεις ετεροσύνθετες, πορτμαντό: «δύο έννοιες πακεταρισμένες μέσα σε μια λέξη», όπως λέει ο Χάμπτι Ντάμπτι στην Αλίκη, στο «Μέσα στον Καθρέφτη» του Λιούις Κάρολ. Γλώσσα κατασκευασμένη με αναγραμματισμούς, λογοπαίγνια, αντιμεταθέσεις, λιπογραμματισμούς, ονοματοποιίες, συγκοπές, μεταθέσεις, νεολογισμούς» υπογράμμισε ο μεταφραστής για τη χαοτική γλώσσα του πρωτότυπου.

Οπως έχει γράψει ο Ουμπέρτο Εκο πρόκειται για μια γλώσσα «πέρα από τα σύνορα του αντιληπτού, πέρα από τις δυνατότητες της επικοινωνίας. Ο κόσμος της Αγρύπνιας, πολύγλωσσος, πολύσημος και αμφίσημος, αποκτά τόσα νοήματα όσα και οι γλώσσες που τον μιλούν. Και υπάρχουν πάνω από 60 γλώσσες μέσα στο κείμενο του Τζόις» συνέχισε ο Ελευθέριος Ανευλαβής που είχε δημοσιεύσει κατά το παρελθόν μεταφρασμένα αποσπάσματα του έργου στο λογοτεχνικό περιοδικό «Νέα Εστία».

Στην Αγρύπνια των Φίννεγκαν «μια καινούργια γλώσσα έχει επινοηθεί που μιλά το υποσυνείδητο» είπε ο ίδιος και «επί της ουσίας το βιβλίο είναι μια πανανθρώπινη ονειρική συνθήκη που αφορά όλους μας, παρελθόντες, ζώντες και όσους ακόμα έλθουν μελλοντικά». Το έργο είναι μια τομή ανάμεσα στον μοντερνισμό και τον μεταμοντερνισμό. «Νόημα στο έργο δεν υφίσταται, όπως ακριβώς και στη ζωή αν το σκεφτείτε».

«Το όποιο νόημα καλείται να το δώσει ο αναγνώστης. Εχουμε να κάνουμε άλλωστε με μια ολόκληρη φιλοσοφία, την οποία ο καθένας μπορεί να τη δει πολιτισμικά, πολιτικά, θρησκευτικά, ακόμα και άσεμνα!» όπως λέει ο Ελευθέριος Ανευλαβής. «Το βιβλίο είναι εξόχως άσεμνο, έχει μια ανευλάβεια απέναντι σε πολλά αλλά πιο συγκεκριμένα στον κληρικαλισμό, ο Τζόις σε αυτό το έργο (όπως και στον Οδυσσέα άλλωστε) τα έχει βάλει με τον καθολικισμό του».

Τα πρόσωπα του βιβλίου είναι πάρα πολλά. Ωστόσο «υπό μία έννοια είναι το εξής ένα: εμείς. Οι κύριοι χαρακτήρες μεταλλάσσονται, μεταμορφώνονται συνεχώς. Ο ΝΟΚ (Να Ο Καθένας, από το «Here Comes Everybody»), είναι ο πατέρας που στην πραγματική του ζωή είναι ο Αγρυπναυτιάς (Earwicker) και έχει ένα σωρό άλλα ονόματα. Η σύζυγός του, η πολύ όμορφη Αννα Λίβια Πλούραμπελ (ΑΛΠ), είναι η ίδια ηζωή η γεωμητέρα μας, όπως λέει κάπου ο Τζόις, αλλά και ο ποταμός Λίφι του Δουβλίνου. Στο τέλος χύνεται μέσα στον ωκεανό πατέρα της και πεθαίνει».

«Επίσης στα βασικά πρόσωπα συγκαταλέγονται οι δυο δίδυμοι γιοι του πατριάρχη, επισήμως γνωστοί ως Σεμ και Σον, οι οποίοι εκφράζουν μονίμως την αντίθεση αλλά ταυτοχρόνως συντίθενται στο πρόσωπο του πατέρα. Έπειτα είναι και η Ισσι, η Ιζαμπέλ, η κόρη που μιλάει με τον καθρέφτη της και εκεί μέσα αναπτύσσει μια άλλη προσωπικότητα. Επιπλέον έχουμε δώδεκα πελάτες της ταβέρνας του Αγρυπναυτιά που γίνονται κάποια στιγμή το δικαστήριο του και τέσσερις άνδρες, τους ΜαΜαΛουΓια (Mamalujo), τους τέσσερις Ευαγγελιστές δηλαδή (Ματθαίος, Μάρκος, Λουκάς, Ιωάννης) που γράφουν ένα μεγάλο έργο για την Ιρλανδία και μετατρέπονται και αυτοί σε κριτές του πατέρα. Στο βιβλίο έχουμε, κοντολογίς, να κάνουμε με ολόκληρο τον κόσμο» κατέληξε.

Το εγχείρημα ήταν δύσκολο αλλά είχε αρκετή πίστη από την πλευρά του. «Ηταν μια εναλλαγή καλών και κακών στιγμών. Οι καλύτερες ήταν αυτές που μπορούσα να καταλάβω αυτό που έγραφε ο Τζόις και οι χειρότερες ήταν όταν προσπαθούσα να το κάνω αυτό». Ο ίδιος περιμένει την καλόπιστη κριτική. «Η μετάφραση είναι μια διακινδύνευση. Η κριτική βέβαια θα είναι αποδεκτή αλλά φοβάμαι ότι ενδεχομένως να υπάρξουν και κριτικές που δεν θα έχουν κατανοήσει αρκετά τον μόχθο αυτού του εγχειρήματος. Αυτό θα πρέπει να σκεφτεί ο καθένας πριν το απορρίψει πλήρως αν το απορρίψει» κατέληξε ο Ελευθέριος Ανευλαβής.

Οσοι έχετε πάντως ακόμα την απορία πρέπει να ξέρετε ότι «η μετάφραση της Αγρύπνιας των Φίννεγκαν και οι τηλεοπτικές μου εμφανίσεις, η δημόσια ας πούμε παρουσία μου, είναι αντιφατικά αλλά συνθέτουν εμένα».

http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=443395

Τζέημς Τζόϋς: Δυο αποσπάσματα σε μετάφραση Μαντώς Αραβαντινού

Έριν, Έριν, ξεχασιάρα, πορνεύτηκες ξεδιάντροπα μπρος στα μάτια μου… Έριν που με κατάντησες εμένα και τα λόγια μου παίγνιο μες στα παζάρια, μ’ έκανες εμένα, τον κύριό σου, δούλο των δούλων και ρεντίκολο του Γιουσουρούμ… όταν μπροστά τα μάτια μου… ξεφτίλα των σκυλιών… Γύρνα… Γύρνα πίσω, Μίλλυ… Μη με λησμόνει… Μη, γυναίκα της Μίλητος. Μπροστά στα μάτια μου γιατί; Γιατί, ανάθεμα, πήγες μ΄ εκείνον τον έμπορα της αλόης: και μέσα στην άγρια νύχτα μ’ απαρνήθηκες, μπρος σε Ινδούς και Ρωμαίους; Κι οι ξεσκισμένες θυγατέρες σου μοιράσθηκαν τα βρωμερά ηδονικά τους στρώματα! Γιατί με πότισες φαρμακωμένο γάλα; Έσβησες τον ήλιο και το φεγγάρι για πάντα από τα μάτια μου, αφήνοντάς με ολομόναχο με στους πικρούς δρόμους της πιο φαρμακωμένης νύχτας… Κι ούτε καν με φίλησες, λησμονιάρα Έριν…

*****

Άφθονα δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια του. Αυτός δεν είχε ποτέ του νιώσει κάτι τέτοια για μια γυναίκα. Όμως το καταλάβαινε, πως αυτό είναι, αυτό πρέπει να είναι ο έρωτας. Τα δάκρυα κυλούσαν ελεύθερα, και στο μισοσκόταδο της κάμαρας νόμιζε πως είδε τη μορφή ενός νέου αγοριού που στεκόταν κάτω από ένα μουσκεμένο δέντρο, που έσταζε βροχή. Άλλες μορφές περιτριγύριζαν το νέο αγόρι. Η ψυχή του είχε πλησιάσει τις περιοχές που μένουν τα ατέλειωτα πλήθη των νεκρών…. Οι εφημερίδες είχαν δίκιο, το χιόνι ήταν γενικό σ’ όλη την Ιρλανδία. Έπεφτε σ’ όλη τη σκοτεινή πεδιάδα, παντού, στους άδενδρους λόφους, έπεφτε μαλακά στα ανθρακωρυχεία του Άλλεν κι ακόμα δυτικότερα, έπεφτε πάνω στα σκοτεινά κι απείθαρχα κύματα του Σάννον. Έπεφτε ακόμα πάνω σ’ εκείνο το απομονωμένο κοιμητήρι, πάνω στο λόφο, εκεί που ήταν θαμμένος ο Μάικλ Φάρεϋ, μαζεμένο και πυκνό πάνω στους σταυρούς και τις ταφόπετρες , στα σιδερένια κάγκελα, στα ζαρωμένα χαμόκλαδα. Η ψυχή του λιγοθυμούσε καθώς άκουγε να πέφτει το χιόνι σιγά σιγά, να σκεπάζει το σύμπαν μαλακά, να σκεπάζει την Ιρλανδία… σαν να ‘ταν αυτή η τελευταία ώρα, το χιόνι έπεφτε μαλακά, πάνω από ζωντανούς και πεθαμένους.

Από το διήγημα “Οι Νεκροί” των Δουβλινέζων

περισσότερα για τη σημερινή μέρα εδώ