»Σ’εκείνο το σπίτι»

Να έρθει η μέρα αυτή που θα μπεις μες στο σπίτι εκείνο. 

Εκείνη η μέρα, πιο σημαντική θα είναι απ’την πρώτη μέρα που ‘χες μπει σ’εκείνο το σπίτι.

Και ‘γω θα προσέχω όπως όλες τις ενδιάμεσες μέρες.

Θα προσέξω πως αδιάκοπτα ερχόσουν να με προσέξεις ,

ίσως με διαφορά λίγων λεπτών,

ίσως μισής ώρας,

πάντα όμως στην ώρα σου.

 

»Νιότες»

Πώς κρέμονται οι κοτσίδες
ανέμελες νιότες
δεμένες με λάστιχα χρωματιστά.

Δεμένες οι νιότες
με ματωμένα γόνατα χάνονται στο παιχνίδι.

Τώρα μοιραίες, λυτές
χάνονται.

 

 

»Να ξημερώνει λευκό»

Στον κόρφο κρυφά 
φανέρωμα θεού
που πλύθηκε σε έλος λύπης ελλειπές.
Ύστερα χάθηκε το ξημέρωμα
στο τρίξιμο της πόρτας
που άνοιξε και μύρισαν δέσμες φωτός
στα βάζα.

Τα μάτια μου δεν είδανε 
ποιος πρόβαλε στην πόρτα.
Γρίλια μισάνοιχτη 
γρυλίσματα
που γέμισαν με φόβο τη φοβέρα.

Δέσμες ισχνές 
Οι δέσμιοι ισχυροί
Τις κόρες τους
δε χαιρέτησες στην πρώτη γνωριμία
Τώρα δένουν τα άκρα σου με μάτια κλειστά
σε τέσσερις γωνίες.

Ξάφνου έφεξε μπουκέτο από κρίνα
Ευώδιασε λευκό
Λύπη περίσσια ξέχειλη 
εξάγνισε το έλος
τα χείλη πια σα νούφαρα δε φτάνουν στον πυθμένα
η λίμνη μου κρυστάλλινη
στο πέρασμα ναρκίσσων.

 

»Κουτσό»

Φτερουγίζοντας τα ψαλίδια 
θα πετάξουμε 
το κουδούνι πριν χτυπήσει.
Σαν μάθουμε την έννοια της πρόσθεσης 
η ηχηρή βέργα θα σιωπήσει.
Με δυο πόδια θα διανύσουμε
γωνιά γωνιά την τάξη
άτακτα.
Μέχρι η αυλή να κλείσει
με επιβλητικές φωνές
σειρές από μονόπρακτα.
Αδειάζουν οι χελιδονοφωλιές
όταν καπνίζουνε τα σπίτια
την άνοιξη ταϊζουν οι μάνες στα σπουργίτια
και άλλοι ψάχνουν ακόμη τη ζέστη στο φευγιό.
Η παράδοση δε φτάνει τον καιρό
αμέτρητα διαλείμματα για μήλα και κουτσό.
κερδίζουμε και χάνουμε ζωές
περνάνε τα χρόνια
μετρώντας αντοχές.

 

»Συμπληγάδες του Στέρνου»

Άραγε ποιό χέρι σπρώχνει τη θάλασσα και προκαλεί το κύμα
που σκάει στο βράχο και ξεδιψάει το αφυδατωμένο δέρμα του;
Το χέρι σου μου έριχνε νερό 
ενώ στεκόμουν γυμνή κάτω απ’τα κεραμύδια σου.
Κυλούσε το νερό και έγλειφε ολάκερο το κορμί μου
τα κύματα σου σκάγανε στις Συμπληγάδες Πέτρες μου
που ανοιγό-κλειναν και βούλιαζαν αβέβαιους ταξιδιώτες
στο άγνωστό μου πέλαγο.
Χρόνια θαμμένοι θησαυροί και στοιχιωμένα πλοία
στα πιο βαθειά και απόκρυμνα.
Απ’τα στήθη μου ανάμεσα πέταξε το άσπρο σου περιστέρι
και ύστερα με προσπέρασες σαν μια ταχεία »Αργώ»
Σαν πεταλιοί,τα χείλη σου πάνω στα δύο μου βράχια
που μούγκριζαν με κάθε μου φύσημα
τους μάζεψε κάποιος ένα καλοκαίρι και έμειναν φιλήματα.
»Θα γυρίσω,δεν αργώ» και πέρασε το σκαρί σου ανέπαφο
ο ασπιδωτός μύθος μου τώρα πια νέφελο
οι δυο μου βράχοι ακίνητοι 
πληγή εκτεθημένη στην αλμύρα
πέρασμα ανώφελο.

 

»Το δείπνο»

Σαν ζώα γρυλίζοντας μυριστήκαμε καλά
 για να βρισκόμαστε στα δάση
 το κυνήγι δε μυριστήκαμε
 αυτό που ξεσκίζει τη σάρκα σου 
 για να τη φάει σε δείπνο με κεριά επίσημο.
 Σε δείπνα μυστικά έρχονται και πάμε
 με προθέσεις ντυμένες και δεμένες φιόγκο
 στα χέρια.
 Τα δώρα σας πάρτε τα πίσω
 και τους καλούς σας τρόπους
 βγάλτε τα γιορτινά σας ρούχα,αυτά της επισκέψεως
 βρωμίστε τ’αστραφτερά παπούτσια σας
 και βγείτε απ’τις πόρτες και απ΄τα παράθυρα
 Ας σβήσουν τα κεριά
 η σάρκα που με τέχνη μαγειρεύτηκε ας κρυώσει.
 Στο λαιμό έχω ένα κόμπο 
 ο οισοφάγος καταρέει 
 και πόσα πια να καταπιεί;
 Κενές μείναν οι θέσεις σας στο κυκλικό τραπέζι
 και οι όμορφοι φιόγκοι σας τώρα λυτοί
 Οι δρόμοι είν’ανοιχτοί
 και τα σκυλιά δεμένα
 με άκομψους κόμπους ναυτικούς 
 που θα’θελες να δέσουν τους ανθρώπους σου
 κοντά σαν μια πιστή παρέα 
 που έχει εξημερωθεί τώρα αιώνες
 να γλείφει τις πληγές σου και συ να τη χαϊδεύεις.
 Οι επισκέπτες διώχτηκαν 
 και τα κεριά εσβήσαν 
 η σάρκα που μαγείρεψες 
 το κόκκινο σου μήλο έφτυσε
 που φίμωσε το στόμα
 και ξέσκισε το χέρι σου που πήγε να τ’αγγίξει.
 Σε δείπνο συμφιλίωσης- αίμα μη χυθεί
 ας πιωθεί εις υγείαν.

 

»Εφιάλτης»

Ανέμιζαν οι τούφες των μαλλιών της.

Σεμνά ντυμένη ήταν.

Δυο χέρια βαριά της έκλεισαν το στόμα.

Εκείνος ο εφιάλτης αυτό που ήθελε το πήρε.

Αυτά παθαίνουν όσες έχουν προκλητικά όνειρα.

 

»Ρολόι Χειρός»

Δε θα του’χαν κλέψει τα χρόνια.
Όχι.
Θα τα ακουμπούσε τις νύχτες με μάτια κλειστά 
δίπλα στα γυαλιά,δίπλα στα ψεύτικα δόντια
Αβοήθητος και αληθινά λειψός
ελαφρόπετρα σε γαλάζιο με ζάρες.
Δε θα του’χαν κλέψει τα χρόνια.
Τα χρόνια εκείνα αντανάκλαση φωτός
λουρί τρύπιων επιλογών
λουρί σφιχτό όταν χανόταν ο σφυγμός.
Τώρα άδειος ο καρπός
μετρούν οι ώρες βήματα
οι εποχές ανάσες
Εφυγε σαν αυτόχειρας 
Πίστεψε χωρίς ρολόι χειρός
πως χρόνια είχε αργήσει.

 

 

Βιογραφικό

 
Σταυρούλα Παπαδάκη, φοιτήτρια Φιλοσοφικής Σχολής, 21 ετών,υπότροφος Ποιητικού Εργαστηρίου ¨Τάκης Σινόπουλος¨ , κειμενογράφος στο μηνιαίο διαδικτυακό περιοδικό » NΤΟΥέΝΤΕ» στο κομμάτι του Λόγου με τη στήλη » Ανθρώπολις». Αγάπη για την ανάγνωση ποίησης , για τη συγγραφή στίχων , αγάπη για τη μετάφραση του θανάτου μέσω αυτής σε έρωτα για ζωή, αγάπη για το παλιό , το αυθεντικό, τις ομορφιές της πόλης. Αυτήν την περίοδο ενασχόλησις με συγγραφή παραμυθιού για μεγάλους και μικρούς σχετικά με τον χρόνο. Φλερτ με το είδος του ποιητικού θεατρικού μονολόγου.

 

Εικόνα συνημμένη. » baselitzhand-the hand of god».