Ο Μάνος Κατράκης  εδώ

 

Τα 4 + 1 Χορικά ή Ιντερμέδια παρεμβάλλονται μεταξύ των επιμέρους πράξεων της γνωστής πεντάπρακτης τραγωδίας του Κρητικού Αναγεννησιακού Θεάτρου, που γράφτηκε μεταξύ των ετών 1595–1600, και η οποία άσκησε μεγάλη επίδραση στην κατοπινή εξέλιξη της νεοελληνικής δραματουργίας. Οι λέξεις με πλάγια γραφή παραπέμπουν σε γλωσσάρι στο τέλος των Χορικών. Χρησιμοποιήθηκε η έκδοση του έργου που έγινε το 1988, με την επιμέλεια της αγαστής συνεργασίας των Στ. Αλεξίου και Μ. Αποσκίτη. Ο Χορός συγκροτείται από κορίτσια, από τα οποία το ένα –στο τέλος ή πριν την αρχή της επόμενης πράξης– ξεχωρίζει και λέει «ετούτα τα βέρσα»:

Χορικό Α΄ / Του Έρωτα

Έρωτα, που συχνά σʼ τσι πλια μεγάλους
κι όμορφους λογισμούς κατοικημένος
βρίσκεσαι, τσι μικρούς μισώντας τσʼ άλλους•

κʼ έτσι ʼσαι δυνατός και μπορεμένος,
και τόσην χάρην έχου τʼ άρματά σου,
που βγαίνεις πάντα μʼ όλους κερδεμένος•

μάλλιος τόσα ʼνʼ τα βρόχια τα δικά σου
γλυκιά, και μετʼ αυτό τόση έχου χάρη,
πʼ όποιο κι αν εμπερδέσα ευχαριστά σου.

Κι άγριος ως θέλει να ʼναι και λιοντάρι
πάσα κιανείς, συμπέφτει μετά σένα
και πεθυμά πληγή από σε να πάρει.

Κι όχι οι αθρώποι μόνο γνωρισμένα
σʼ έχουσι τι μπορείς και πόσα ξάζεις,
μα τα βερτόνια αυτά τʼ ακονισμένα

στον ουρανό, όντα θέλεις, ανεβάζεις
μʼ αποκοτιά και δύναμη μεγάλη,
και την καρδιά του Ζευ την ίδια σφάζεις•

και τόση παιδωμή και τόση ζάλη
του δίδεις, απʼ αφήνει το θρονί του
κʼ έρχεται εδώ στη γη με πρόσοψη άλλη.

Για χάρη σου ο γιαλός μες στο καυκί του
στέκει κʼ η γης για σένα δε γυρίζει,
και μιαν οδό ουρανός κρατεί δική του.

Για σένα πάσα φύτρο πρασινίζει,
πάσα δεντρό πληθαίνει και ξαπλώνει,
κι αθούς και πωρικά μασε χαρίζει.

Δάσος, τόσʼ άγριο ζο ποθές δε χώνει,
γη ψάριν ο γιαλός, τη δύναμή σου
να μη γροικού κι αυτά να τα πληγώνει.

Στω γυναικώ τʼ αμμάτια το θρονί σου κρατείς,
κʼ εκ τα χιονάτα κι όμορφά τως
προσώπατα πληθαίνει η μπόρεσή σου.

Στα χρουσωμένα κείνα τα μαλλιά τως,
στα δροσερά τως στήθη τʼ ασημένια,
στα κοραλένια χείλη τα γλυκιά τως,

πετέσαι ολημερνίς και μαραμένα
τα μέλη να θωρείς συχνιά σʼ αρέσει,
τʼ αμμάτια ταπεινά κι ανακλαημένα•

για να μπορούσι στο ʼστερο όσοι κλαίσι
για κόρης ομορφιά κι αναστενάζου,
περίσσα αδικοκρίτη να σε λέσι,

κι εκείνη τη χαρά που δοκιμάζου
του πόθου, πλια γλυκειά και πλια δροσάτη
και πλια χαριτωμένη να λογιάζου.

Για κείνο του Πανάρετου γεμάτη
πάντα ʼχες την καρδιά καημούς και βάρη
και πάντα ταπεινός στη γη επορπάτει.

Τώρα επειδή τον έκαμες να πάρει
τέτοια άξα πλερωμή στη δούλεψή του,
τέτοιο άξο θησαυρό, τέτοιο λογάρι,

κάμε, παρακαλώ σε, τη δική του
κόρη να του φυλάσσεις σαν τυχαίνει,
κʼ εις κίντυνο μη βάλεις τη ζωή του.

Τούτη την προξενιά την πρικαμένη
φοβούμαι δυνατά, πολλά τρομάσσω,
κι όλη γροικώ η καρδιά μου και λιγαίνει,

τα μέλη μου χωρίζου κι όψη αλάσσω
κʼ εις χίλια μέρη ο νους μου διασκορπάται,
σα να ʼμου βραδιασμένη σʼ άγριο δάσο,

μην την αποδεχτεί, μην πει φοβάται
το βασιλιό που θε να την παντρέψει,
γιατί μεγάλο πράμα ευθύς γεννάται.

Τούτη την τύχην, Έρωτα, να στρέψει
ξοπίσω την κακή, χάρη του δώσε,
και πλιο ουρανός κιαμιά μηδέν του πέψει,

σα θέλει, δυσκολιά, παρακαλώ σε.

Χορικό Β΄ / Του Χρυσού Αιώνα

Ω πλήσα καλορίζικη και πλήσα
χαριτωμένη τύχη των αθρώπω,
όπου στον κόσμο τούτο άλλοτε ήσα•

τότες, όντεν η γης με δίχως κόπο,
με διχωστάς πληγή να γνώθει ακόμη,
τα πωρικά τση εγέννα σʼ κάθε τόπο•

και τόσοι βασιλιάδες, τόσοι νόμοι,
τόσα άρματα δεν ήσανε σιμά τως,
τόσοι άδικοι πολέμοι, τόσοι τρόμοι!

Κοινή είχασι τη γην ανάμεσά τως
και τόσην αναγάλλιαση εγροικούσα
κʼ έτσι ήτονε πολλή η καλομοιριά τως,

που τον καιρό εκείνο ονοματούσα
χρουσό με πάσα δίκιο, κι όλοι ομάδι
συχνά τον ουρανό ευχαριστούσα.

Γιατί δεν ήτο ετότες εκ τον Άδη
στον κόσμο η Περηφάνεση ερχωμένη,
βλάψιμο τσʼ ίδιας φύσης και σκοτάδι.

Πόση καλομοιριά δοκιμασμένη,
πόση καλή καρδιά, πόση γλυκότη
στη γην είχα οι αθρώποι γνωρισμένη!

Χαρά στα γερατειά, χαρά στη νιότη,
δίχως την οχθρεμένη αυτή τη φτώση,
γεμάτη από φαρμάκι και πρικότη!

Χαρά στην κόρη κείνη όπου ʼχε σώσει
χαριτωμένου νιου, του λογισμού τση
και τση καρδιάς τση τα κλειδιά να δώσει•

γιατί με δίχως φόβο του κυρού τση,
λεύτερη και λυτή από πάσα δέση,
ταίρι έμενε ζιμιό τʼ αγαφτικού τση.

Το ʼθελε πάσα εις, το ʼχε τʼ αρέσει,
πάσα καρδιάς το ζήτα, κʼ είχε χάρη
να ʼχει, δίχως καιρός να μπει στη μέση•

δίχως περίσσους κόπους, δίχως βάρη,
κʼ από δροσές κι ανάπαψες γεμάτο
πάντα ʼτονε του πόθου το δοξάρι.

Μʼ απείς απού τον Άδη εβγήκε κάτω
τούτʼ η Περηφανειά η ασβολωμένη,
βρύσες τʼ αμμάτια εμείνα των κλαημάτω•

γιατί, με τση τιμής περιντυμένη
τʼ όνομα πορπατεί και βασανίζει
πλια από θανατικό την οικουμένη.

Τη θάλασσα περνά, τη γη χωρίζει,
σʼ τσʼ αθρώπους διαφορές και μάχες φέρνει
κι όλο τον κόσμο ομάδι αναμιγίζει•

τη λευτεριά σκλαβώνει κι όλες παίρνει
τσʼ ανάπαψες του πόθου κι όπου βάλει
τα πόδια τση, ζηλειές και πάθη σπέρνει.

Τούτη, καθώς θωρώ, πολλά μεγάλη
σύγχυση θα σκορπίσει ανάμεσά μας
κι αναμιγή πολλή και πρίκα πάλι•

γιατί το νου κρατεί του βασιλιά μας
τόσα περιπλεμένο, απού στανιώς τση
ʼνούς βασιλιού θα δώσει την κερά μας.

Κι αν ουρανός τη σήμερο βουηθός τση
για χάρη του δε θέλει τσʼ απομείνει,
τυφλό και σκοτεινό θωρώ το φως τση.

Ζευ, τσʼ οφθαλμούς σου γύρισε σʼ εκείνη,
δε τη λυπητερά, παρακαλώ σε,
κʼ εκείνον απού ταίρι της εγίνη

χάρη να μην τση βλάψουσι τση δώσε.

Χορικό Γ΄ / Του Πλούτου

Του πλούτου αχορταγιά, τση δόξας πείνα,
του χρουσαφιού ακριβειά καταραμένη,
πόσα για σας κορμιά νεκρά απομείνα,

πόσοι άδικοι πολέμοι σηκωμένοι,
πόσες συχνιές μαλιές συναφορμά σας
γροικούνται ολημερνίς στην οικουμένη!

Στον Άδην ας βουλήσει τʼ όνομά σας
κι όξω στη γη μην έβγει να παιδέψει
νου πλιον αθρωπινόν η ατυχιά σας.

Γιατί, ως θωρώ, από κει σας είχε πέψει
κιανείς στον κόσμο δαίμονας να ʼρθήτε,
τσʼ αθρώπους μετά σας να φαρμακέψει.

Τη λύπηση μισάτε, και κρατείτε
μακρά τη δικιοσύνη ξορισμένη,
κι ουδέ πρεπό μήδʼ όμορφο θωρείτε.

Για σας οι ουρανοί ʼναι σφαλισμένοι
κʼ εδώ στον κόσμο κάτω δε μπορούσι
να στέκουν οι αθρώποι αναπαημένοι•

με τσʼ αδερφούς τʼ αδέρφια πολεμούσι
κι οι φίλοι τσι φιλιές τωνε απαρνούνται
και τα παιδιά τον κύρη τως μισούσι.

Του πόθου τα χαρίσματα χαλνούνται
συχνιά συναφορμά σας, γιαύτος τόσοι
γροικούνται στεναγμοί σʼ δυο πʼ αγαπούνται.

Φτωχειά χαριτωμένη, και με πόση
γλυκότη προσκαλείς και σιργουλίζεις
στην κλίνη σου τον ύπνο να σιμώσει!

Πόσες πολλές ανάπαψες χαρίζεις
δυο αγαφτικώ πιστώ, και πόσα πλήσα
το νου και την καρδιά τωνε δροσίζεις!

«Τούτος δεν είναι ωσάν εμένα ίσα»,
δε λέσιν οι φτωχοί, «το νιον αυτόνο
μεγάλοι βασιλιοί δεν εγεννήσα».

Μα κείνο απʼ αρεσκειά και πόθος μόνο
τσʼ όρεξης προξενά και τση καρδιάς τως,
ζητού γιαμιά και παίρνου δίχως πόνο.

Τόσες δεν είνʼ ζηλειές ανάμεσά τως
γη λογισμοί ψηλοί να πολεμούσι
μέσα στη λόχη να ʼχου τα κορμιά τως.

Δεμένη μʼ αλυσίδες δεν κρατούσι
τη γλώσσα, μα το θέλουσιν αλλήλως
μʼ αγάπη και με σπλάχνος το ζητούσι.

Πλούτη καταραμένα, ποιος σας φίλος
με ξένους, μʼ εδικούς, με την καρδιά του
δεν είναι λυσσασμένος κι άγριος σκύλος;

Πότε ένας ακριβός την πεθυμιά του
χορταίνει με τα πλούτη; Πότες; Κάνει
τέλος ποτέ στην τόση αχορταγιά του;

Με δίκιον ουρανός, με δίκιο πιάνει
τόσο πολύ θυμόν αντίδικά τως,
κʼ εις πλήσες παιδωμές ζιμιό τσι βάνει:

Τα πλούτη τα μεγάλα, η βασιλειά τως,
κʼ οι δόξες κʼ οι τιμές τωνε οι περίσσες
χάνουνται και σκορπού με τα κορμιά τως.

Χίλια μεγάλα πάθη, χίλιες κρίσες,
πριν κατεβού στον Άδη δοκιμάζου,
κάνοντας τσʼ οφθαλμούς κλαημάτω βρύσες.

Φιλόγονε, τα πλήσα σου σπουδάζου κρίματα
σʼ τσʼ ουρανούς να σε παιδέψου και
γδίκια αντίδικά σου μόνο κράζου.

Γλήγορα, σα θωρώ, θα σʼ αντιμέψου
τα ʼχεις στον κόσμο τούτο καμωμένα,
γλήγορα παιδωμή θε να σου πέψου.

Τούτα τʼ αρπαξιμιά, τα ματωμένα
πλούτη κʼ η βασιλειά σου δε μπορούσι
όφελος να σου δώσουσι κιανένα.

Μα σʼ τούτο σου το κίντυνο θωρούσι
τʼ αμμάτια μου, ωχ οϊμέ, και την κερά μου,
και κλάηματα περίσσα κυματούσι.

Σʼ τούτα τα παρακάλια τα κλιτά μου
λυπητερά τʼ αμμάτια σου ας στραφούσι,
και κείνα απού δειλιά μέσα η καρδιά μου

σʼ τούτο το σπίτι, Ζευ, μηδέ γενούσι.

Χορικό Δ΄ / Του Ήλιου

Ακτίνα τʼ ουρανού χαριτωμένη,
απού με τη φωτιά σου τη μεγάλη
σʼ όλη χαρίζεις φως την οικουμένη•

τον ουρανό στολίζεις σʼ μια κʼ εις άλλη
μερά κι όλη τη γη η πορπατηξά σου,
δίχως ποτέ τη στράτα τση να σφάλει.

Κι όντε μασε μακραίνεις τη θωριά σου,
με χιόνια και βροχές τη γη ποτίζεις,
για να μπορού να ζιου τα πλάσματά σου.

Και πάλι σα σιμώσεις κι αρχινίζεις
τα χιόνια να σκορπάς και να ζεσταίνεις
τον κόσμο, όλη τη γη μʼ αθούς γεμίζεις•

τα φύτρα αναγαλλιάς, καρπούς πληθαίνεις,
μεστώνεις πωρικά, γεννάς λιθάρια
πολλώ λογιώ, κʼ εις δόξα πάντα μένεις.

Διαμάντε και ρουμπί, μαργαριτάρια
κι όλες τες άλλες τζόγιες μοναχός σου
πώς κάνεις όλοι βλέπουμε καθάρια.

Τα δε θωρεί στη γη ποτέ το φως σου,
μα βρίσκουνται στα βάθη φυλαμένα,
κι όσα κι αν είναι ομπρός των αμματιών σου,

γη εσύ τα κάνεις όλα γη από σένα
θρέφουνται και κρατιούνται και πληθαίνου,
και να χαθεί ποτέ μπορεί κιανένα;

Ήλιε μου φωτερέ, του περασμένου
καιρού τα πάθη που ʼχαμε θυμούμαι
κι ολόκρυα τα μέλη μου απομένου.

Τσι ποταμούς πως είδαμε μπορούμε,
σʼ τούτους τους δόλιους τόπους τσʼ εδικού μας,
να κυματίσουν αίματα να πούμε.

Τριγύρω στα τειχιά ʼχαμε τσʼ οχθρούς μας
κι ούδε κιαμιά άλλη ολπίδα απόμενέ μας,
στη μάχη την πολλή του βασιλιού μας.

Μα των θεών η χάρη εβουήθησέ μας
κʼ ενού μας στρατηγού χέρα αντρωμένη
κι απού τη μάχη αυτήν ελύτρωσέ μας.

Ώφου πρικειά του μοίρα ασβολωμένη,
τι τόξιζε τσʼ οχθρούς μας να κερδέσει
κʼ εκείνος τσʼ ερωτιάς σκλάβος να γένει;

Στον πόθο τση κεράς μας είχε πέσει,
κι όντε κρατιέτο πλια χαριτωμένος,
σʼ άμετρης λόχης έπεσε τη μέση.

Τώρα στη φυλακή καδενωμένος,
θάνατο εκ το θυμό του βασιλιά μας
σκληρότατο ανιμένει ο πρικαμένος.

Ήλιε μου, το λοιπό στα κλάηματά μας
λυπητερό το φως σου ας σκοτεινιάσει,
γη σʼ άλλα μέρη στείλε το μακρά μας.

Νέφος σκοτεινιασμένο ας σε σκεπάσει,
κι αστροπελέκι ας πέσει θυμωμένο
και τούτο το παλάτι ας χαλάσει.

Με χίλιες αστραπές το μανισμένο
κάμε το βασιλιά μας να τρομάξει,
να μη χαλάσει τέτοιο νιο αντρωμένο.

Με φοβερές βροντές κάνε νʼ αλλάξει
το λογισμό του τον κακό σʼ αγάπη
κι ως κύρης αγαθός τώρα να πράξει

σʼ αυτείνη κʼ εις εκείνο τον αζάπη.

Χορικό Ε΄ / Της Ματαιότητας

Ω, πόσα κακορίζικους, πόσα λολούς να κράζου
τυχαίνει κείνους απού εδώ κάτω στη γη λογιάζου
πως είναι καλορίζικοι κʼ εις τʼ άστρη πως πετούσι
για πλούτο, δόξες και τιμές απού σʼ αυτούς θωρούσι!
Γιατί όλες οι καλομοιριές του κόσμου και τα πλούτη
μια μόνο ασκιά ʼναι στη ζωή την πρικαμένη τούτη,
μια φουσκαλίδα του νερού, μια λάβρα που τελειώνει
τόσα γοργό όσο πλια ψηλά τσι λόχες τση σηκώνει.

Γλωσσάρι

Αγάπη: ειρήνη
Αζάπης: καημένος
Ακριβειά: φιλαργυρία
Ανιμένω: περιμένω
Αναμιγίζω: θορυβώ, ταράσσω
Αντίδικα: εναντίον
Αντιμεύγω: ανταμοιβή
Άξος: άξιος
Ασβολωμένος: σκοτεινός, δυστυχισμένος, καταραμένος
Ασκιά: σκιά
Βερτόνι: βέλος
Βλάψιμο: βλάβη
Γδίκια: εκδίκηση
Γη: ή
Γιαμιά: αμέσως, διά μιας
Γροικώ: αντιλαμβάνομαι, αισθάνομαι, ακούω
Διχωστάς: χωρίς
Ζιμιό(ν): αμέσως
Καδενωμένος: δεμένος με αλυσίδες
Καυκί: κοίλωμα
Κλιτός: σκυφτός, άκεφος
Λάβρα: έντονη ακτινοβολία θερμότητας από δυνατή φωτιά
Λογάρι: θησαυρός
Λογιάζω: σκέπτομαι, θεωρώ, υπολογίζω
Λόχη: γλώσσα φωτιάς
Μαλιά: μάλωμα, σύγκρουση
Μάλλιος: μάλλον
Ξάζω: αξίζω
Ομάδι: μαζί
Παιδωμή: βάσανο
Πλήσα: πολύ
Πλια, πλιον, πλιο: περισσότερο
Ποθές: κάπου, πουθενά
Πρεπό: σωστό
Σιργουλίζω: προσπαθώ να πείσω
Σπουδάζω: προσπαθώ
Στανιώς: παρά τη θέληση
Συμπέφτω: συντάσσομαι
Συναφορμά: εξαιτίας
Τζόγια: κόσμημα, πολύτιμος λίθος

Σχόλιο

Ελάχιστα στοιχεία είναι γνωστά για τον Γεώργιο Χορτάτση. Βέβαιη είναι η καταγωγή του από αστική οικογένεια του Ρέθυμνου, κατά πάσα πιθανότητα εύπορη• όπως επίσης και η συγγραφή άλλων δύο θεατρικών έργων: του ποιμενικού δράματος «Πανώρια» (ή «Γύπαρης») και της κωμωδίας «Κατσούρμπος». Υπάρχουν κάμποσες αμφιλεγόμενες απόψεις για το πότε γράφτηκαν αυτά τα δύο έργα, πριν ή μετά την «Ερωφίλη» – σίγουρα πάντως στο τέλος του 16ου και στις αρχές του 17ου αιώνα (1585–1604). Η συγκεκριμένη τραγωδία δεν προέκυψε από παρθενογένεση, μιας κι έχουν εντοπιστεί τα ιταλικά πρότυπά της. Εκείνο όμως που την ξεχωρίζει είναι, εκτός από την εξαιρετική πλοκή της, η γλώσσα που χρησιμοποιείται, μια ανάμειξη λόγιων και λαϊκών λέξεων. Προσωπικά θεωρώ την «Ερωφίλη» ανώτερη από τον «Ερωτόκριτο», για λόγους οικονομίας και διαχρονικής επικαιρότητας..