Woman in Sale (ή αλλιώς χιονάτη)

Και οι επτά με διεκδίκησαν
από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο.
Αφέθηκα
-άλλο που δεν ήθελα!
σε ορέξεις λάγνες
σε επιθυμίες τεμαχισμένες
την δική μου την κράτησα καλά φυλαγμένη ωστόσο.
Με διεκδίκησαν και οι επτά
από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο.
Μετρούσα
-ανάγκη βλέπετε!
λαχτάρας πόντους
μοναξιάς μήκη
και πήρα κοντές ξεφτισμένες λινάτσες
παραμυθιών που κανείς πια δεν διαβάζει.
Προσύμφωνα γάμου, γάμου προσύμφωνα
παράφωνα ερώτων.

Ξεπουλήθηκα
από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο
κι ας με διεκδικούσαν σαν γίγαντες.

Μα να μην προσέξω πώς ήταν νάνοι!

Θεσσαλονίκη, Οκτώβρης 2011/biennale

Woman in red (ή αλλιώς κοκκινοσκουφίτσα)

Το έλεγα!
Από την πρώτη κιόλας πινελιά το έλεγα.
Δεν μου πάει το κόκκινο

με τέτοια σκουριά τόσων σελίδων πάνω μου
από πάππου προς πάππου η ιστορία
το κόκκινο δεν μου ταιριάζει.

Βάλε λίγο λευκό
να μην ξεχωρίζω στο πράσινο του δάσους
ούτε το δισκάκι μου με τα φρούτα
ούτε η κάπα μου. Κυρίως αυτή
λευκή να την κάνεις
νʼανεμίζει στου λευκού το τίποτα
μιας σελίδας δίχως μαμάδες και πεθερές.

Τους παλιούς τους λύκους εξάλλου τους σιχάθηκα
με την δήθεν φοβέρα τους και τα δόντια μασέλα
με κούρασαν τα γαμψά νύχια και η βραχνή φωνή.

Ναι! χίλιες φορές να χάνομαι
σε άχρωμους ιστότοπους νέου παραμυθιού
με δάση καλώδια κι ήχους ηλεκτρονικούς
να πηδώ από το ένα chatroom στο άλλο
δίχως κλειδιά και πόρτες ξύλινες
να βλέπω μέσα από την κλειδαρότρυπα του FB στιγμές αγνώστων
νʼαπλώνομαι στον καναπέ μου δίχως λύκους και αρπακτικά…

Λευκό, χίλιες φορές λευκό του πάγου
του γλυπτού
να μην δίνω στόχο
να βλέπω να μην με βλέπουν
να σχολιάζω να τους μπλοκάρω
μόνη
μόνη
μόνη
μόνη

(με μόνη συντροφιά την νέα μου κάπα…
που από εμένα την ίδια με προστατεύει!)

Θεσσαλονίκη, Οκτώβρης 2011/biennale

Woman in sleep (ή αλλιώς κοιμωμένη)

Ένα δύο τρία τέσσερα πέντε έξι επτά οκτώ εννέα
δέκα φτου και βγαίνω…

αλλά όλο και το ανέβαλα
όλο και γραπωνόμουν στον κορμό του δέντρου
σε αβέβαιες κινήσεις της ψυχής
στο αβέβαιο τέλος ναρκοληπτικού παραμυθιού.

Εφηβεία, ξενύχτια, έρωτες, συμβίωση, παντρειά, παιδί,
σπίτια, αυτοκίνητα, δάνεια, διαζύγιο, συναντήσεις φίλων
ξανά παιδί, δουλειά, ανεργία, ξανά δουλειά τετράωρο,

γέρασα πια… Ένα δύο τρία τέσσερα πέντε έξι επτά οκτώ εννέα
δέκα φτου και βγαίνω…

αλλά όλο και μπέρδευα την σειρά των αριθμών
μια ύπνο μια ξύπνιο, μια εδώ μια εκεί, μια πάνω μια κάτω
ζαλίστηκα από το σκαμπανέβασμα, βρες τον πρίγκιπα,
σε βρήκε η κακιά μάγισσα, έπεσα και εγώ να κοιμηθώ
μπας και ησυχάσω…

πώς περάσαν 100 χρόνια!
Ένα δύο τρία τέσσερα πέντε έξι επτά οκτώ εννέα
δέκα φτου και βγαίνω…

Όχι δεν βγαίνω!
Εδώ θα κάτσω,
πάνω στον τοίχο με το μέτωπο κολλημένο σαν σʼ εξώφυλλο βιβλίου.
Δεν βγαίνω σου λέω!
Αρκετά κοιμήθηκα τόσα χρόνια
τώρα θέλω
να μετρώ
να μετρώ
να μετρώ

μέχρι να κοιμίσω
τους παραμυθάδες όλου του κόσμου!

Θεσσαλονίκη, Οκτώβρης 2011/biennale

τρία ολοκαίνουργια ποιήματα μου
Που έλαβαν χώρα στο από κοινού Project που παρουσιάστηκε στην Biennale Νέων Μεσογείου
Από τις 25 έως και 28 Οκτωβρίου στο bar/bistrot “coq au zen”.