Μιχάλης Γελασάκης, «Πόσο «”Εναντίον”»;

 

Η πρώτη σκέψη για κάποιον που αποκηρύσσει ένα κρατικό βραβείο είναι θετική και ακολουθούν τα «Μπράβο!», «Πες τα ρε φίλε!», «Τι σπουδαίος άνθρωπος!,» «Πόσο υπεράνω», «Τι σημαντικός καλλιτέχνης» κτλ. Πολλές φορές όντως τέτοιου είδους εκφράσεις και επιθετικοί προσδιορισμοί αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα. Άλλες φορές πάλι, πέφτουμε θύματα ενός ωραία συσκευασμένου λαϊκισμού και μιας υποβόσκουσας ματαιοδοξίας. Χρήσιμο θα ήταν λοιπόν να ανοίξει ένας διάλογος και μια κατάθεση απόψεων περί άρνησης βραβείων.

Σίγουρα ως κίνηση έχει να δηλώσει κάτι. Άλλες φορές συγκεκριμένο και άλλες όχι τόσο, αλλά πάντα έχει κάτι να πει. Σηκώνει με έναν θορυβώδη τρόπο μια ασπίδα απέναντι σε αυτόν που δίνει το βραβείο και σε ό,τι εκείνος έμμεσα ή άμεσα συμβολίζει. Αυτή η ασπίδα όμως, έχει νόημα όταν στην έχει παραχωρήσει ο απέναντι και μάλιστα ο ίδιος σου έχει δείξει το δρόμο για τις Θερμοπύλες;

Είναι σημαντικό λοιπόν το κίνητρο με το οποίο απορρίπτει κανείς ένα κρατικό βραβείο. Το κάνει για να συμβαδίσει με το έργο του που είναι καταγγελτικό ως προς το κράτος. Το κάνει για να είναι συνεπής απέναντι στα λόγια του τα προηγούμενα χρόνια ή μήπως το κάνει για να πέσει ηρωικά κρατώντας την ασπίδα που λέγαμε πριν γνωρίζοντας εκ των προτέρων τη θέση που θα στηθεί ο ανδριάντας;

Όσοι έφτασαν μέχρι την πηγή των κρατικών βραβείων πιθανώς γνωρίζουν καλά ότι η άρνησή τους φέρνει ακόμα μεγαλύτερη δημοσιότητα, αποδοχή και δημοφιλία. Άλλωστε ιστορικά το ενδιαφέρον κέντρισαν περισσότερο αυτοί που αρνήθηκαν ένα βραβείο, παρά εκείνοι που το παρέλαβαν με τα βαΐων και κλάδων.

Και από τη στιγμή που κάποιος μαθαίνει ότι θα είναι προτεινόμενος για ένα βραβείο, αν έχει αποφασίσει ότι δεν θα το παραλάβει σε περίπτωση που το κερδίσει γιατί δεν ζητάει να αποσυρθεί η συμμετοχή του από πριν; Ή γιατί από τη στιγμή που δηλώνει ότι δεν έχει ανάγκη το χρηματικό έπαθλο που συνοδεύει το βραβείο δεν το προσφέρει σε κάποιον άλλο που το έχει ανάγκη; Κάτι που πιθανότατα θα ενίσχυε τον συμβολισμό της κίνησής του. Μήπως γιατί θέλει να το κερδίσει μόνο και μόνο για να αρνηθεί;

 

Μάλιστα, όταν κάποιος φροντίζει για την δημοσιότητά του, δίνει συνεντεύξεις κτλ κτλ γιατί ξαφνικά τον ενοχλεί ένα κρατικό βραβείο; Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει την έντονη συμβολική της σημασία μια άρνηση τη στιγμή που ο πνευματικός κόσμος φαίνεται μουδιασμένος και βαθειά καταθλιπτικός. Ούτε η αποδοχή ή η άρνηση ενός βραβείου κάνει κάποιον σημαντικότερο ή λιγότερο σημαντικό από πριν όσον αφορά το καλλιτεχνικό του έργο. Η κίνηση της άρνησης, παρά τις ενστάσεις που μπορεί να έχεις κάποιος -που πιθανότατα είναι αρκετές- μπορεί να είναι μια αφετηρία για παραδειγματισμό. Σε αντίθεση με άλλους ποιητές που έχουν στηρίξει πολιτικά, πρόσωπα τύπου Ψινάκη.

 

Προφανώς και είναι σημαντικό οι πράξεις κάποιου να έχουν συνέπεια ως προς τα λόγια του (βλ. ποίημα «Εναντίον» Διαγώνιος αρ. 1, Ιανουάριος – Απρίλιος 1979). Πώς όμως από τη μια αποκηρύσσεις ένα κρατικό βραβείο και το χρηματικό του έπαθλο αποστρεφόμενος το κράτος και τους συμβολισμούς του και από την άλλη έχεις υπάρξει υπάλληλος δημοτικής βιβλιοθήκης, εμφανίζεσαι επανειλημμένα στην κρατική τηλεόραση ή λίγο καιρό πριν δέχεσαι να γίνεις επίτιμος διδάκτορας ενός ελληνικού πανεπιστημίου, το οποίο είναι ένα κρατικό ίδρυμα; Κι ας έχεις δηλώσει ότι: «Ίσως και να αυτοαναιρούμαι δεχόμενος τη διάκριση αυτή – καθώς έχω αρνηθεί άλλες παρόμοιες στο παρελθόν – αλλά η συγκεκριμένη, έρχεται από τη σχολή μου. Τουλάχιστον είμαι σίγουρος ότι όλοι αυτοί που με πρότειναν με αγαπούν και με εκτιμούν. Να κάτσω τώρα να τους κογονιάρω;»

 

Πως φτάνει κάποιος, κατά τα άλλα πολύ σπουδαίος (με καμία δόση ειρωνείας), όπως ο Ντίνος Χριστιαννόπουλος μέχρι τις υποψηφιότητες κρατικών βραβείων χωρίς να έχει κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση καθόλη τη διάρκεια της δημιουργικής του πορείας; (μια άλλη κουβέντα επίσης μεγάλη είναι ποιοι αποφασίζουν για αυτά τα βραβεία και με ποια κριτήρια) Με ποιο κριτήριο άραγε γινόταν οι δημοσιεύσεις που πέρναγαν απ’ το χέρι του; Με το ίδιο μ’ εκείνο που απορρίπτει τη «σκαρταδούρα» όπως έχει δηλώσει; Βέβαια, αν διάβαζε ένα τέτοιο κείμενο σαν κι αυτό το πιο πιθανό ήταν να έλεγε: «Του κώλου να εννιάμερα! Ποιος νομίζεις ότι είσαι εσύ και γράφεις τέτοιες μαλακίες;». Και πως όταν έχεις αυτοπροσδιοριστεί ως ένας από μεγαλύτερους Έλληνες ποιητές την ώρα που στο αναγνωρίζουν αυτό οι άλλοι να μην το δέχεσαι και να τους περιφρονείς όταν μάλιστα εμφανίζεσαι στο Μέγαρο Μουσικής, έχεις εκδώσει αρκετές φορές cd με τα ποιήματά σου, κυκλοφορεί δίσκος «ο Ντίνος Χριστιαννόπουλος τραγουδάει τα τραγούδια του» και έργα σου με τη μορφή cd έχουν κυκλοφορήσει σε Κυριακάτικες εφημερίδες.

 

Γιατί είστε εναντίον των βραβεύσεων τον ρώτησε στον Αθήνα 9,84 στις 23 Ιανουαρίου 2012 η δημοσιογράφος Βάνα Λυκομήτρου: «Είμαι εναντίον κάθε μορφής βραβείου, διότι το βραβείο αποτελεί μια φαινομενικά δικαίωση, αλλά ουσιαστικά μια μείωση. Με μειώνουν αυτοί που με βραβεύουν, διότι είναι σαν να παραδέχομαι αφεντικά και εγώ δεν δέχομαι αφεντικά».

 

Για να θέσεις εαυτόν υπεράνω σημαίνει ότι δέχεσαι πως οι άλλοι σε ξεχωρίζουν και σε τιμούν και εσύ είσαι ένα βήμα πιο πέρα και πιο πάνω από αυτό. Να δέχεσαι δηλαδή ότι είσαι το επίκεντρο μιας κολακευτικής αντιμετώπισης και λειτουργείς με τον αέρα της αυθεντίας. Και στην τελική γιατί να παραλάβεις ένα βραβείο αφού δεν είσαι κατώτερος από κανέναν και έχεις βγάλει σκάρτη την μισή ελληνική ποίηση.
Γιατί όταν αρνείται κάποιος ένα κρατικό βραβείο έχει την αξία του ο τρόπος που το κάνει.

 

Δεν υπάρχει διάθεση υπόδειξης του σωστού και του λανθασμένου. Άλλωστε δεν το επιτρέπουν οι συνθήκες. Απλώς μπαίνουν στο τραπέζι ερωτήματα προς συζήτηση με αφορμή την άρνηση του μεγάλου κρατικού βραβείου γραμμάτων από τον Ντίνο Χριστιαννόπουλο για το σύνολο του έργου του.

 

 

Δείτε εδώ τον Ντίνο Χριστιανόπουλο (1991)

http://www.youtube.com/watch?v=SphlpGtAHik&feature=player_embedded

 

 

 

 

Δημήτριος Μουζάκης, «Βίος Βραβείωτος»

 
Το κείμενο αυτό δε θα το έγραφα αν οι υπεράνω δεν υπήρχαν˙ υπάρχουν, όμως, και μʼ εκνευρίζουν αρκετά ώστε να επιθυμώ τα πράγματα στη θέση τους. Μιλώντας για πράγματα, αναφέρομαι στην ανάδειξη και δη την ανάδειξη του λογοτέχνη ως προσωπική επιδίωξη και δυνάμει πραγματικότητα. Την πραγματική θέση της λογοτεχνικής αναδείξεως μέσα στον ηθικό κόσμο θα τη διερευνήσουμε στις αράδες που ακολουθούν.
Οι υπεράνω ισχυρίζονται ότι μια γνησίως ποιητική στάση δε συνάδει με την επιδίωξη της διάκρισης. Ταυτίζουν, καθώς φαίνεται, τη διάθεση αναδείξεως με τη ματαιοδοξία. Όποιος θέλει να ξεχωρίσει, λοιπόν, είναι ματαιόδοξος. Στον αντίποδα, όποιος λειτουργεί πέρα από κάθε τέτοια φιλοδοξία, είναι σεμνός, ταπεινός, άξιος. Για όνομα του Θεού και της Παναγίας, λέω εγώ. Για όνομα του Θεού και της Παναγίας.
Μόνο εξ απύθμενης ηλιθιότητας ή κάποιας, ίσως, ψυχολογικής ανισορροπίας δεν μπορεί νους να αναγνωρίσει την εντελώς φυσιολογική τάση για κοινωνική αποδοχή. Η ανάγκη μας να είμαστε οργανικά τοποθετημένοι στο σύνολο απολαμβάνοντας του σεβασμού των υπολοίπων προκύπτει φυσικά σαν εκ γονιδίων εκπορευόμενη, εκτείνεται, δε, εξίσου φυσικά ως τη φιλοδοξία για ανέλιξη, αναγνώριση, επιτυχία. Οι υπεράνω εξορύσσουν τη ματαιοδοξία από αυτήν ακριβώς την ανάγκη- τοιουτοτρόπως τη δαιμονοποιούν. Αυτή, όμως, δεν είναι παρά μια αυθαίρετη δαιμονοποίηση, όσο ηχηρά κι αν διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους οι ταπεινοί εμπρός στους φιλόδοξους.
Δε θέλω να παρεξηθώ: δεν έχω πρόβλημα με τη δαιμονοποίηση. Να διαμονοποιηθούν καταστάσεις, συναισθήματα, τάσεις και ένστικτα, να κλείσουμε, αν μπορούμε, το διάβολο στο μπουκάλι, αλλά να υπάρχει λόγος: να πρόκειται πράγματι για το διάβολο, όχι για έναν άκακο χωρικό. Δε λέω, λοιπόν, να μην εξορυχθεί η ματαιοδοξία. Να εξορυχθεί χίλιες φορές, νʼ αφεθεί ενώπιον όλων στο φως και να λάμψει σε βάθος. Δεν υπάρχει, όμως, ματαιοδοξία ούτε στην ανάγκη για αποδοχή ούτε στην απόλαυση της αναγνωρίσεως της εργασίας μας ούτε, βέβαια, στη φιλοδοξία μας για το αριστείο.
Η ματαιοδοξία ρέει αλλού. Όταν, λοιπόν, κάποιος θεοποιήσει το χρήμα και μετέλθει όλων των δοκιμασμένων και αδοκίμαστων τρόπων για να το σωρεύσει, τότε ναι, μπορούμε να μιλήσουμε για ματαιοδοξία. Το αντικείμενο της επιδίωξής του αναβλύζει ματαιότητα μʼ έναν τρόπο που δεν απαιτεί πολλές αποδεικτικές εξισώσεις. Δεν είναι η ανάγκη του παραδόπιστου να τον αγαπούν, να τον αναγνωρίζουν, να τον σέβονται που τον καθιστά ματαιόδοξο, αλλά ο τρόπος που διάλεξε να ικανοποιήσει, μεταξύ άλλων, την ανάγκη αυτή: ο πλούτος. Και ναι, κάποιος που καταστρατηγεί κάθε έννοια άγραφου δικαίου για να πλουτίσει (κι είναι συνήθης τρόπος πλουτισμού η πόρωση) χαίρει απολαύσεων και ηδονών παρόλη τη ματαιοδοξία και την ανηθικότητά του, δίχως να φταίει σε τίποτα η όποια έμφυτη τάση του να «τον δείχνουν με το δάχτυλο».
Ματαιοδοξία βρίσκουμε και στους λογοτέχνες. Ποιους, όμως; Όχι αυτούς, βέβαια, που θέλουν το έργο τους να διαβαστεί, να μιληθεί, να κριθεί. Τίποτα το μάταιο δε βρίσκω στην πλέον αυτονόητη επιδίωξη (ας την πούμε έκδοση) του παράγοντος έργου: το έργο του να καταναλωθεί. Βρίσκω, όμως, αηδιαστικούς πίδακες ματαιότητας και ματαιοδοξίας στους λογοτέχνες που στέλνουν έτοιμες-ετοίμων, δηλαδή, ερωτήσεων και απαντήσεων-συνεντεύξεις τους (μετά ηδυπαθών φωτογραφιών τους) στους δημοσιογράφους που τους ζητούν συνέντευξη. Βρίσκω τρομακτική ματαιοδοξία στους λογοτέχνες που παραγγέλνουν τα βραβεία τους σε κάλπικες επιτροπές κρίσεων. Βρίσκω αναιδή ματαιοδοξία στους λογοτέχνες που οργανώνουν το δημοσιογραφικό σύστημα γύρω από το όνομά τους εις τρόπον ώστε κάθε βήμα τους να αποθεώνεται από μια άθλια συνομοταξία αυλικών, δήθεν ιθυνόντων. Βρίσκω κατάπτυστη ματαιοδοξία στους λογοτέχνες που διεκδικούν την υστεροφημία τους ως απόρροια της διαπλοκής τους με κεκυρωμένους ακαδημαϊκούς, παντοδύναμους εμπόρους, βουλευτές και υπουργούς.
Στην τιμή, την ικανοποίηση και την περηφάνια, ανακεφαλαιώνοντας, που διαπερνούν το λογοτέχνη καθώς εκείνος παρακολουθεί (ορέγεται, ονειρεύεται, ζει ή φαντάζεται) την αναγνώριση του έργου του δε βρίσκω τίποτε το περισσότερο επιλήψιμο από την τιμή, την ικανοποίηση και την περηφάνια που διαπερνούν τον πατέρα που μαθαίνει ότι ο γιος του αρίστευσε στο σχολείο ή την τιμή, την ικανοποίηση και την περηφάνια που διαπερνούν τον επιστήμονα ο οποίος παρακολουθεί το προϊόν του μόχθου του να προστατεύει την υγεία των ανθρώπων ή να βελτιώνει την ποιότητα ζωής τους. Για ποιο πράγμα προσπαθούν οι υπεράνω να μας πείσουν; Ότι ο περήφανος πατέρας ή ο περήφανος επιστήμονας ή ο περήφανος λογοτέχνης οφείλουν κατά κάποια ηθική επιταγή να νιώσουν αδιαφορία ή αποτροπιασμό; Δεν είμαστε καλά. Όχι, κύριοι, κανείς δεν πρέπει να ντρέπεται επειδή πέτυχε, όταν αυτό που πέτυχε είναι σπουδαίο. Γνησίως, εξάλλου, ποιητική στάση δεν επισημαίνω σε όσους χλευάζουν την τιμή που αποδίδεται στο έργο τους ή, γενικώς, την τιμή που αποδίδεται στο έργο οιουδήποτε- μάλλον μια κακώς νοούμενη ιδιορρυθμία επισημαίνω σε αυτές τις περιπτώσεις, μια κάποια, ίσως, συναισθηματική ένδεια, μιαν όζουσα μιζέρια ή μια παθολογική αντικοινωνικότητα. Γνησίως ποιητική στάση, εστιάζοντας στα λογοτεχνικά, εντοπίζω σε όσους επιθυμούν (και παρεμβαίνουν προς την κατεύθυνση αυτή) να ξεχωρίσει το άριστο˙ ένα άριστο που είναι αδύνατον να προκύψει εκ μιλημένων επιτροπών ή υποδείξεων εμπόρων ή ετοίμων συνεντεύξεων-μετά ηδυπαθών φωτογραφιών-που στέλνονται προς δημοσίευση σε κεκυρωμένα έντυπα. Οι άνθρωποι είναι εκείνοι που θα αναδείξουν το άριστο ως το ποίημα που τους εμβαπτίζει στο κάλλος και όχι ως το ποίημα που κάποιος μιλημένος φύτεψε στο σχολικό τους βιβλίο- και γιʼ αυτό πρέπει επειγόντως να ξυπνήσουν από τη βρώση της προκατασκευασμένης εποχής τους.