Οι καλύτεροι της ράτσας μας
Οι καλύτεροι της ράτσας μας γίνονται φονιάδες
Ακολουθούν σε απόσταση ασφαλείας
                                             οι ποιητές
                                             οι παραμυθάδες
                                             οι τερατολόγοι γενικώς
Μερικές χιλιάδες έτη φωτός πιο πέρα
Πλατσουρίζουν αγέλαστοι κι ανόρεχτοι
Στα στάσιμα νερά της μετριότητας
Οι όμηροι του φόβου

 

Θέλω να γνωρίσω όλους αυτούς που σκύβουν

Θέλω να γνωρίσω όλους αυτούς που σκύβουν
Πάνω από ένα καθαρό κομμάτι χαρτί
Μέσα σε βρόμικες διαλυμένες κάμαρες
Γεμάτοι οργή κι απόγνωση
Αποφασισμένοι ωστόσο
Να το λεκιάσουν με λέξεις
βρόμικες λέξεις
άγιες λέξεις
λέξεις κλειδιά
ιδέες φαντάσματα
λυτρωτικές φράσεις

Θέλω να γνωρίσω όλους αυτούς τους μανιακούς του λόγου

Να γλείψω το μελάνι από τα δάχτυλα τους
Να φιλήσω τα παραμορφωμένα τους μέτωπα
Να συμμαζέψω τις τσαλακωμένες τους ονειρώξεις
Να διορθώσω τα ορθογραφικά λάθη του έρωτα τους
Να τους καθησυχάσω
Να τους πείσω πως δε χρειαζόμαστε άλλο αίμα γι’ απόψε
Πως χορτάσαμε
Κι ύστερα να τους βάλω στο κρεβάτι
Και να τους νανουρίσω

 

Μητέρα θλίψη

Φανερώσου
Με τα σκοτάδια σου να χαμογελούν
Την πέτρινη αγκαλιά σου να ορέγεται ακόμη
Στρατιές μοναχικών δημίων
Τους πειρατές των εφτά σκουπιδότοπων
Με τις λιγδιάρικες στολές τους
Να λαμπυρίζουν
Στη διάταξη των μικρών και των μεγάλων φαλλών
Αναλογίσου όλους εμάς
Που καρτερούμε τυλιγμένοι σε μολυσμένες ρόμπες
Με παντόφλες και κέρατα
Ρίχνοντας χαμόγελα νάρκες στους καχύποπτους γείτονες
Όλους εμάς
Που φτυαρίζουμε αποκαμωμένοι το σκοτάδι
Με υπεριώδη βλέμματα
Και στρώνουμε δείπνα συντροφικά
Και μοιραζόμαστε ψίχουλα μπαγιάτικιας δόξας
Και μουχλιασμένους μύθους
Αναλογίσου μας και φανερώσου
Με το επίσημο σου ένδυμα
Με τα δόντια σου τα κοφτερά τα δίκαια
Ροκάνισε το θάνατο
Που καρφιτσώθηκε στα κόκαλα μας
Και ξαναβάφτισέ μας γιους σου
Φανερώσου
Μητέρα θλίψη
Δεν την αντέχουμε πια
Τόση ορφάνια

 

 Η εποχή των σκιών

Είμαστε εδώ
Χωρίς να είμαστε
Αναπνέουμε
Περπατάμε
Μισούμε
Αγαπάμε
Αγοράζουμε
Πουλάμε
Μόνο και μόνο
Για να δικαιολογούμε
Την απουσία μας
Πώς μπορεί να ονομάζεται
Ένας κόσμος
Φτιαγμένος από σκιές
Ανύπαρκτων σωμάτων
Οι καθρέφτες αποτυπώνουν
Εντυπώσεις δυνατών ψευδαισθήσεων πόνου
Είμαστε όλοι
Ασθενικά αιμορραγούντα φαντάσματα
Μάταια προσπαθούμε ν’ αφήσουμε τα χνάρια μας
Για την εποχή των πραγμάτων
Που θα ακολουθήσει
Τη δικιά μας εποχή των σκιών

 *

Ο χαμένος καιρός δε χάνεται
Οι ώρες που σκοτώνουμε επιζούν
Κάποιος θεός τις συμμαζεύει
Ζητά πίστη για λύτρα
Και μεις πληρώνουμε

Όλα τελικά
Επιστρέφουν σε μας

Τα δάκρυα σαν εξατμίζονται δε χάνονται
Η θλίψη που σκορπάμε επιζεί
Κάποιος θεός τη συγκεντρώνει
Ζητά δύναμη για λύτρα
Και μεις πληρώνουμε

Όλα τελικά
Επιστρέφουν σε μας

Τα όνειρα που εγκαταλείψαμε
Τα λόγια που δεν είπαμε
Τα απραγματοποίητα θαύματα
Οι γιορτές που αναβλήθηκαν
Οι αστερισμοί που αγνοήθηκαν
Τα ταξίδια που ακυρώθηκαν
Δεν χάθηκαν
Κάποιος θεός τα φροντίζει

Όλα τελικά

 

 

Μπαλωμένες απόχες

Θα ‘ρθουν καιροί
Που ακόμη και τα βαλσαμωμένα πουλιά
Θα ανοίξουν
Τις φτερούγες τους
Και θα αποχωρήσουν περήφανα
από τις βιτρίνες μας.
Και εμείς
Οι δήθεν ζωντανοί και παντοδύναμοι
Πιο ηττημένοι από ποτέ
Θα τα κυνηγάμε ασθμαίνοντας
Και θα ανεμίζουν στον αέρα
Ανήμπορες
Οι μπαλωμένες μας απόχες

*

Αληθινό είναι ό,τι σπαταλιέται
δίχως εμφανείς λόγους
Ό,τι εκφσενδονίζεται στο μηδέν
δίχως ουρές και ίχνη
Ό,τι υπάρχει από σύμπωση
δίχως να καυχίεται γι’αυτό
δίχως να νοιάζεται αν θα μπορεί
για πάντα να μη καυχιέται γι’αυτό

 

*

Ήρθαν τα τριαντάφυλλα κι οι πρόσχαρες μέρες
Οι πόρτες δεν τρίζουν κι αδίκως οι λεπίδες προσμένουν ακόνισμα
Το μαύρο πλάι στο κόκκινο δίχως δεύτερες σκέψεις
       αρμονία μοναχά τίποτ’ άλλο
Οι φλόγες το κακό σπέρμα κι η οδύνη εγκλείστηκαν διά παντός
       σε στοιχειωμένους καταψύκτες
Η μέρα ευλογεί τη νύχτα και κείνη μπρος της υποκλίνεται
      εξαγνισμένη
Ήρθαν τα τριαντάφυλλα κι οι πρόσχαρες μέρες
Ηδονικά οι λεπτοδείκτες ολιγωρούν εντός μας
Μονάχα οι άγιοι φτιάχνουν ουρές έξω απ’ τα φαρμακεία
Υπνοστεντόν-Ταβόρ-Υπνοστεντόν
Τώρα φλυαρούν για το δικαίωμα στον ύπνο

 

 

Από τις ποιητικές συλλογές:»Σάλια, μισόλογα και τρύπιοι στίχοι», εκδ. Λιβάνη, 1995 και «Πώς τολμάς και νοσταλγείς τσόγλανε», εκδ. Λιβάνη 1999