VI

Πασπαλισμένη από ζάχαρη είσαι
μέλι στα βαθουλά σου
και τραγανή στ’αυτιά, στις ρόγες και στα γόνατα.
Γλυκιά ωστόσο να σε πω δε γίνεται
με τόσες πίκρες της αγάπης σου.

Καλύτερα απόψε μακριά να μείνω
το καθημερινό το τέλος να μη βλέπω –
ο έρωτάς σου με πατά στο στήθος
και ροζ αρχάγγελος μου παίρνει την ψυχή
φεύγεις και χύνεται το σώμα μου στους δρόμους
σα λαϊκό τραγούδι γλυκερό
που δεν αφήνει πίσω του
ίχνος πολιτισμού.

VIII

Νάυλον πνεύμα
φτωχομπινέ του έρωτα,
ποιητή άχρηστε.
Τι ελπίζεις. Θαρρείς
πως έτσι θα σου ανοιχτούν τα πόδια της;

Πάρε δυο τούμπες πρώτα
βάτραχε της ασφάλτου
κι ανάμεσα στων φορτηγών τις ρόδες ακροβάτησε
μετά σα δίφραγγο τινάξου στον αέρα –
αν βγει κορώνα θα χάσεις το κεφάλι
αν έρθουν γράμματα
ο έρωτάς σου μες στις λέξεις
θα εκφυλίζεται.

IX

Κι εγώ που σε περίμενα
ολόκληρη νύχτα κρεμασμένος
από τα κάγκελα της πολυκατοικίας.

Εκεί με πήρε ο ύπνος
κι έκπληκτος πρωϊνιάτικα σηκώθηκα
μέσα σε ακαταστασία απαράδεκτη-

δυο προφυλακτικά λευκά στο πλάι
ένα μικρό μαχαίρι
που χρησιμοποιούν οι αντρές για τις φλέβες τους
κι ένα κουβάρι σπέρμα κατακίτρινο
νεκρό από την τελευταία έκτρωσή μας.

X

Τέλος καλό όλα καλά –
εσύ σε άλλη αγκαλιά να ξερογλέιφεσαι
κι εγώ σακκούλα πλαστικιά
σε σὐρματα ηλεκτρικού πιασμένος.

Έλαβε τέλος το μακροχρόνιο ρομάντζο
ακούσαμε σωρό τραγούδια λαϊκά
χιλιάδες στήσεις απολαύσαμε
το χάρο δυο ή τρεις φορές αντικρύσαμε
επτά ημέρες τη βδομάδα εργασία
την όγδοη μέρα
παρασκευάζαμε
χαϊμαλιά, σκονάκια, αλοιφές, γητέματα
μαύρες μαγείες, φίλτρα ερωτικά
φάσματα σκοτεινά, του νου απάτες
να μη μας βρει ο χωρισμός.

Ευχαριστίες στον Γιώργο Μίχο για την παραχώρηση του υλικού.