Οἰ λεοπαρδάλεις

Τρυπώσαμε ὅλοι στὰ σπίτια μας ἔντρομοι
ὅταν φάνηκαν οἱ λεοπαρδάλεις στὴν πόλη.
Ἀγριεμμένες, διψασμένες γιὰ αἷμα, κοιτάζανε
μὲ μάτι θολὸ τὶς κατάκλειστες πόρτες –
μὴ ξεμυτίση κανένας, νὰ τὸν ξεσκίσουν.

Σιγὰ-σιγὰ ὅμως,
θέλεις τὸ κρέας –
πού κρεμότανε ἄφθονο στὰ τσιγκέλια
τῶν παρατημένων κρεοπωλείων
καὶ καταπράυνε τὴν ἀρχαία,
τὴν ἀχόρταγη πεῖνα τους –
θέλεις οἱ ὡραῖες λιακάδες τῆς πόλης μας –
πού τὶς χαιρόντουσαν, χουζουρεύοντας,
ξάπλα στὴ μέση τῶν ἔρημων δρόμων –,
οἱ λεοπαρδάλεις ἀρχίσανε,
ὅσο νάναι, νὰ ἡμερεύουν.

Ξεθαρρέψανε κάνας-δύο, τὶς πλησιάσανε,
τὶς ταΐσανε μὲ λιχουδιές, ποὺ φυλάγαν,
γιὰ τέτοιες ὧρες ἀνάγκης, στὸ σπίτι.
Οἱ λεοπαρδάλεις τὶς φάγανε –
γλείψαν καὶ τὸ μουσούδι τους,
τεντωθήκανε.


«Φανερό», εἶπε κάποιος,
«δὲν θὰ φᾶνε κʼ ἐμᾶς, ἅμα ξέρουν
πῶς θὰ τοὺς ρίχνουμε λιχουδιές.»
Ἔτσι, σὲ λίγο καιρό, ξεθαρρέψαμε ὅλοι•
ἀνοίξαμε πόρτες καὶ παράθυρα διάπλατα,
κυκλοφορούσαμε στοὺς δρόμους καὶ στὶς πλατεῖες,
ἄνθρωποι καὶ λεοπαρδάλεις ἀνάκατα.
Ἀπʼ τὸ τομάρι πιὰ μόνο μᾶς ξεχώριζες.
Βέβαια, παραμερίζαμε μὲ σέβας στὸ διάβα τους,
τοὺς προσφέραμε τὰ καλύτερα κρέατα,
τὶς ἐκλεκτότερες ποικιλίες ἀλλαντικῶν,
δηλώναμε, φωναχτά, ὁ ἕνας στὸν ἄλλο,
πῶς ὡραιότερα ζῶα ἀπὸ αὐτά,
ποῦ ἡ παρουσία τοὺς τιμοῦσε τὴν πόλη μας,
δὲν εἴχαμε ξαναδῆ στὴ ζωή μας!.

Μερικοί, μία φορά, παραπαίρνοντας θάρρος,
καθὼς βλέπανε τὶς λεοπαρδάλεις νὰ μπαταλεύουν –
ἀπʼ τὸ πολὺ φαΐ ποὺ τοὺς ρίχναμε,
τὴ λιακάδα, τὴν ξάπλα καὶ τὸ χουζούρι –
φαντάστηκαν πὼς θάταν βολετὸ νὰ τὶς διώξουν.
Μὰ οἱ λεοπαρδάλεις τοὺς κάνανε χίλια κομμάτια,
πρὶν προλάβουν νʼ ἁπλώσουν χέρι ἀπάνω τους.

Ἀπὸ τότε, τὸ βάλαμε καλὰ στὸ μυαλό μας,
τὸ τυπώσαμε σʼ ὅλα τὰ βιβλία ζωολογίας,
τὸ ἀποστηθίζουμε κάθε μέρα σὰν προσευχή:
«Δὲν πειράζουν οἱ λεοπαρδάλεις,
ἂν δὲν τίς πειράξης•
μὴν τὶς πειράζης,
γιὰ νὰ μὴ σέ πειράξουν.»
Ὅλοι πιά, πρόθυμα κʼ εὐσυνείδητα, τὶς ταΐζουμε,
πρόθυμα κʼ εὐσυνείδητά τους φέρνουμε λιχουδιὲς –
κι ὅσοι ἔχουνε χέρι ἁπαλὸ κι ἐπιδέξιο
τοὺς χαϊδεύουν τὴ ράχη ἢ τὸ μουσούδι.

Κʼ οἱ λεοπαρδάλεις – ποιὸς θὰ τὸ πίστευε; –
τρίβονται λιγωμένες ἀπάνω τους,
ἀφήνοντας μικρὰ μουγκρητὰ εὐχαρίστησης.
Αὐτὸς – καταλήξαμε- – εἶναι ὁ τρόπος
γιὰ νʼ ἀντιμετωπίζη κανεὶς τὶς λεοπαρδάλεις•
καὶ τὸν μαθαίνουμε τώρα καὶ στὰ παιδιά μας,
γιὰ νὰ τὸν μάθουν κι αὐτὰ
στὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν τους:
νὰ τὰ μάθουν νʼ ἀγαποῦν τὶς λεοπαρδάλεις,
νὰ σέβωνται τὶς λεοπαρδάλεις,
νὰ ταΐζουνε τὶς λεοπαρδάλεις,
ἀφοῦ γιὰ πάντα, ὅπως ξέρουμε, θάναι –
ἔξω ἀπὸ κακὸ ἢ ἀρρώστεια! –
οἱ λεοπαρδάλεις ἀφέντες στὴν πόλη μας.

***

Εν Έτει 2000

Όταν μεγάλωσε, έμαθε
πως ο πατέρας του
ήταν κι αυτός,
«τη νύχτα εκείνη»,
στο Πολυτεχνείο.
Η θεία του η Λιλή,
ο θείος του ο Μιχάλης,
ήταν κι αυτοί,
«τη νύχτα εκείνη»,
στο Πολυτεχνείο.
Όλοι οι γνωστοί του μπαμπά,
όλες οι γνωστές της μαμάς,
ήταν κι αυτοί,
«τη νύχτα εκείνη»,
στο Πολυτεχνείο…
Τώρα, κάθε πρωί,
καθώς κατηφορίζει την οδό Πατησίων
κι αντικρύζει την καγκελλόπορτα
την κλεισμένη «εις μνήμην».
στριφογυρίζει στο νου του
η ίδια απορία:
«Πώς διάβολο χώρεσαν
όλοι αυτοί εδώ μέσα;…»

***

Σαν λιοντάρια

Σαν λιοντάρια
Εφτά χρόνια τους πολεμούσαμε.
Μέρα και νύχτα – Νύχτα και μέρα,
εφτά χρόνια τους πολεμούσαμε
Μόνο που εκείνοι που εναντίων τους πολεμούσαμε
δεν το είχανε καταλάβει πως πολεμούσαμε
Τέτοια ζώα που ήτανε,
Πως να το καταλάβουν

***

Ποιήματα Τελευταία και επιθανάτια

Τα επικειμενα

Επίκυνται ώρες οδυνηρές,
αναπότρεπτα γεγονότα που πλησιάζουν
με γοργό και ευκρινέστατο βήμα
Όμως προς το παρόν λάμπει ο Ήλιος
ενός θεσπέσιου Σεπτεμβρίου,
τον διαδέχονται διαυγείς συννεφιές
Ημέρες και νύχτες μακάριες
Ατάραχοι λοιπόν ας αφήσουμε
τα επικείμενα
να επίκεινται.

***

Μία Γυναίκα

Όλη μέρα φορούσε τη ρόμπα της
και έκανε διάφορες δουλειές του σπιτιού
Όμως σαν ήρθε ο καιρός να πεθάνει,
προσευχήθηκε με θέρμη στο Θεό
Να φορέσει ακόμη λίγο τη ρόμπα της
Να κάνει ακόμη λίγες δουλειές του σπιτιού

***

Αύριο

Τι ωραία φράση
“Αύριο που θα έχομε καιρό”
Αύριο που θα έχομε καιρό,
να τον ξοδέψομε σε έργα χαρμόσινα
Ελαφρά φρικίαση φέρνει
ηδονικής προσδοκίας στο σώμα
και πόσο πιο ωραία η φράση
αν αναλογιστείς πόσο λίγο
πόσο, γένει, φοβερά λίγο
καιρό έχομε

***

Καί πάλι

Ὡραῖα ἦταν, λοιπόν, ἐδῶ κάτω΄
νὰ ξανάρθωμε κάποτε.

Ὡραία ζωή,
ὡραῖα πρωϊνὰ κι ἀπογεύματα, ὡραῖα κορίτσια.

Κύριε, σοῦ χαρίζω τὴν αἰωνιότητα
γιὰ μία ἀκόμη ζωὴ στὸν ἴδιο πλανήτη.

Δείξου γιὰ μία φορὰ γενναιόδωρος΄
ξαναγέμισε ξέχειλο τὸ ποτήρι μου
πού κοντεύει ν’ ἀδειάσῃ.