Εν Ναυπλίω διέτριβον τότε, ολίγον προ εμού αφιχθέντες, και οι δύω αδελφοί Σούτσοι, ο Παναγιώτης, ον είχον αφήσει εν Βιέννη, και ο πρεσβύτερος αυτού Αλέξανδρος, εκ δευτέρου επιδημούντες εν Ελλάδι, διότι και επί της επαναστάσεως είχον έλθει, αλλά μετά βραχείαν διαμονήν απήλθον εις Γαλλίαν και Ιταλίαν προς εξακολούθησιν των σπουδών των. Συνώκουν δε μετά της νέας αδελφής των Ευφροσύνης, της έπειτα Κας Εδιπίδου, ήτις διά της κιθάρας της έθελγε τας εσπέρας ημών, άδουσα Γαλλιστί και Ιταλιστί μετά του ιατρού Ιωάννου Κλάδου, όστις πολύ με διεσκέδαζε προφέρων «ούνε ζουνέ βερζιέρε» αντί une jeune bergère.
Συνώκει δε μετά των Σούτσων και ο πρεσβύτερος αυτών αδελφός Μιχαήλ, μείνας εν Ελλάδι επί της επαναστάσεως, και πολιτικάς θέσεις επιδιώκων, αλλά των αδελφών του υπό πάσαν έποψιν υποδεέστερος.
Η οικία αύτη των Σούτσων ην δι’ εμέ τότε το πρώτατον κοινωνικόν καταφύγιον, και η μεγίστη μου απόλαυσις ην ν’ ακούω των δύω αδελφών απαγγελλόντων (όπερ συνεχέστατα και προθυμώτατα έπραττον) τας ποιήσεις όσας τότε έγραφον ή άλλοτε είχον γράψει. Μετ’ ενθουσιασμού προσέχαινον εις αυτούς, και τους εθεώρουν μεθ’ υπερηφανείας ως ποιητάς την Ελλάδα τιμώντας, και εκ των παραδειγμάτων και των συμβουλών αυτών επροσπάθουν να ωφελώμαι. Ομολογώ όμως ότι καθ’ όσον εμυούμην εις τας Μούσας αυτών, το θάμβος βαθμηδόν εμετριάζετο και ήρχιζον να διακρίνω προς τοις προτερήμασι καί τινα ελαττώματα και να κρίνω αυτά ψυχρότερον.


Μεταξύ των δύω ήρχισα τότε ήδη διαβλέπων ας μετά ταύτα πληρέστατα ανεγνώρισα διαφοράς. Και αμφότεροι μεν δεν φαίνεται ότι όσον έδει ωφελήθησαν εκ του καιρού ον είχον ν’ αφιερώσωσιν εις σπουδάς, και ήσαν διά γενικών και επιπολαίων μάλλον γνώσεων κατηρτισμένοι· αλλ’ ο Αλέξανδρος, έχων το πνεύμα ήττον πτερόεν, ην δεκτικώτερος να εγκύψη εις μελέτην, δι’ ο και μετά ταύτα, ότε επισταμένως επεδόθη εις την ποίησιν, εκαλλιέργησεν επιμελέστερον τους γλωσσικούς και τεχνικούς κανόνας αυτής, εν ω του Παναγιώτου η περί ταύτα άγνοια τον παρέφερεν, ως μεν προς την γλώσσαν, εις το να νομίση εν αφελεία εαυτόν αυτής νομοθέτην (και εις λυπηράν τούτου απόδειξιν εξέδωκά ποτε το βιβλίον «Η νέα σχολή!»), ως δε προς τους τεχνικούς τύπους τόσον ασαφή είχεν ιδέαν αυτών, ώστε καλή τη πίστει επλανήθη εις ήδη ξένα τη μούση του, ούση αυτόχρημα λυρική, και εκεί εναυάγησεν. Αφ’ ετέρου όμως ην μεγαλοφυέστερος του Αλεξάνδρου, εν ω ο Αλέξανδρος ευφυέστερος του Παναγιώτου. Εκείνου η φαντασία επλανάτο θαρραλέως, ει και αχαλίνωτος, δι’ ο και προσήγγιζε μεν ενίοτε εις το καλόν και εις το υψηλόν, αλλ’ εις χαλινόν μη υπήκουσα, δεν ήξευρε να ποιήται σώφρονα χρήσιν αυτών προς παραγωγήν αρτίων τεχνουργημάτων· ο δ’ Αλέξανδρος ην ευλαβέστερος και κανονικώτερος περί τους τύπους και κανόνας, αλλ’ εστερείτο γενεσιουργού φαντασίας, και ίπτατο μάλλον διά δανείων πτερών. Ο είς ην ποιητής εξ αμελείας πολλάκις αποτυγχάνων, ως ο ζωγράφος ο παραμελών το χρώμα και το διάγραμμα, ο δ’ έτερος αγχίνους στιχουργός ελαττούμενος κατά την ποιητικήν ανάτασιν, χαριέστατος μιμητής και αντιγραφεύς, ουχί πρωτότυπος καλλιτέχνης. Η διαφορά δε των χαρακτήρων των δύω αδελφών εκανόνιζε και την θέσιν αυτών προς την πολιτείαν, ήτις αυτή πάλιν αντενακλάτο επί την τέχνην των· διότι ο μεν Παναγιώτης, φιλόδοξος, δραστήριος, εφευρετικός, ερρίφθη εις τον πολιτικόν στρόβιλον, εζήτει θέσιν μεταξύ των πρωταγωνιστών εν τοις κυβερνητικοίς, επλησίασε τον Κυβερνήτην, και προσωκειώθη την ιδιαιτάτην αυτού εύνοιαν διά της ετοιμότητος του πνεύματος και της λαμπράς του πρωτοβουλίας· μετ’ ου πολύ όμως, διά της υπερβολής αυτών των ιδιοτήτων του, διά της ανυπομόνου φιλοδοξίας και της παρακεκινδυνευμένης και ασταθμήτου πολιτείας αυτού, απεξενώθη την εμπιστοσύνην του σοβαρού και εμπείρου ανδρός, ιδίως ότε εφαντάσθη ότι δύναται ν’ αναβή εις ανωτάτην περιωπήν συνδεόμενος μετά του τότε αντιπολιτευομένου Θ. Γρίβα, και να κρατή εις χείρας του την πλάστιγγα μεταξύ αυτού και του Κυβερνήτου, εξ ου και μετέπεσεν εις άκραν αντιπολίτευσιν. Ο δ’ Αλέξανδρος, ως εν τη φιλολογία ούτω και εν τη πολιτική ιδίων ιδεών στερούμενος, υπεδύετο τας του αδελφού του, και, ότε ο Παναγιώτης αντεπολιτεύετο, ενεκολπούτο και ούτος τας βιαιοτάτας των εφημερίδων, και εις τας δημώδεις τάξεις της αντιπολιτεύσεως καταβαίνων, συνεχρωτίζετο μετ’ αυτών μάλλον, αποξενούμενος της ανωτέρας κοινωνίας. Ούτως, αγχινουστάτη μεν αλλ’ ηχώ γενόμενος άκριτος των τυφλοτέρων παθών αχαλινώτου και αναγώγου πολλάκις αντιπολιτεύσεως, συνετέλει διά της Μούσης του εις το ν’ αυξάνη την κοινήν ασυνεσίαν, και έβλαψε πολύ μάλλον ή ό,τι ωφέλησε την Ελλάδα. Ούτω περί αυτού έκρινον μετά λύπης.
Του Παναγιώτου τα μέχρις εκείνου έργα ήσαν λυρικά τινα, απηχήσεις μεν μέχρι τινός του τρόπου του Λαμαρτίνου και του Βίκτωρος Ουγκώ, μη εστερημέναι δε και πρωτοτύπων ιδεών, αίτινες ενίοτε έφερον τον αληθή τύπον του υψηλού, και ως επί το πλείστον εξεφράζοντο μετ’ αισθήματος του καλού και της αρμονίας εν τη γλώσση. Δυστυχώς όμως, ηπατημένος ως προς τον χαρακτήρα της ιδίας αυτού εμπνεύσεως, και τας δυσχερείας και τους κανόνας της δραματικής αγνοών, είχεν επιχειρήσει συγγραφήν δράματός τινος του «Aγνώστου», ό εις εμέ εφάνη προς πάσας τας αρχάς της αισθητικής και του ορθού λόγου προσκρούον. Eις την ανεπίγνωστον δε ταύτην ματαιοπονίαν, αντί νέων συνθέσεων, εισεβίαζεν ως επί το πλείστον πάντα τα λυρικά τεμάχια, όσα άλλοτε είχε γράψει ασυναρτήτως, εν ω το εναντίον θα ην πολύ ορθότερον, αν διέλυεν εις ωραίας λυρικάς ποιήσεις ό,τι είχεν έως τότε συντάξει πρωτότυπον του υποτιθεμένου τούτου δράματος.
Έτι δ’ ατυχέστερα ήσαν τα δραματικά ποιήματα, όσα μετ’ αυτό επεχείρησεν, οίον ο «Mεσσίας», ο «Kαραϊσκάκης», ο «Bλαχάβας», έχοντα μεν πάντοτε κάλλος στιχουργίας, και ενίοτε και ύψος ποιήσεως, ουδεμίαν όμως των ιδιοτήτων αίτινες αποτελούσι το δράμα. Eν Παρισίοις δε είχεν εκδώσει συλλογήν Γαλλικών ποιήσεων, εν αις έλαμπεν ύψος ιδέας και κάλλος εκφράσεως, και ην ο δοκιμώτερος των Γάλλων ποιητών εδύνατο ανερυθριάστως να υπογράψη.
Συνίστα δε ο Παναγιώτης εν τη στιχουργία την εκλογήν της λέξεως, την αποφυγήν των κακοφωνιών, την ακρίβειαν, τον πλούτον και το αβίαστον της ομοιοκαταληξίας, και όσα άλλα θεωρητικώς υπό των αυστηρών διδασκάλων του είχε μάθει εν Γαλλία· αλλ’ εις αυτά δεν επέμενε τοσούτον όταν ο ίδιος έγραφεν, όσον ότε υπέβαλλον εγώ εις την κρίσιν του τα ασθενή μου δοκίμια. Eις εμέ όμως ήσαν πολύτιμοι αι παρατηρήσεις του.
O δ’ Aλέξανδρος, επί της επαναστάσεως ήδη και εν Ύδρα εγκολπωθείς, καθ’ ην πάντοτε ηκολούθησε τάσιν, τας ιδέας της μιάς των πολιτικών μερίδων εις ας εσχίζετο τότε η Eλληνική κοινωνία, της μερίδος εις ην ανήκεν ο αδελφός του, έγραψε σατύρας κατά της άλλης, εις στίχους διά την εποχήν εκείνην αρίστους, οίτινες όμως συνετέλουν και αυτοί εις συνδαυλισμόν των παθών, παραβλέπων ότι πρώτιστον καθήκον έπρεπε να έχωσιν οι επί αγωγή εγκαυχώμενοι τον κατευνασμόν των διχονοιών. Ότε δε ήμην πλησίον των, πριν ή η τάσις του αδελφού του τον ρίψη αύθις εις την πολιτικήν και αντιπολιτευομένην ποίησιν, έγραψε κωμωδίαν «τον Άσωτον», ης υπογραμμός ήσαν τα έργα του Mολιέρου. Kαι η μεν στιχουργία αυτής εστί πανταχού αβίαστος και ωραία, και πολύ έχει το κωμικόν άλας του διαλόγου. O σκοπός όμως του δράματος ην όλως ανεπιτυχής, κωμωδούντος κοινωνικάς σχέσεις και περιστάσεις όλως ξένας εις την τότε κατάστασιν της Eλλάδος, και η πλοκή αυτού ην μέρος μεν κοινή και πεπατημένη, μέρος δ’ άτεχνος εκκλίνουσα μέχρι τέλους εις τον τραγικολυρικόν τύπον, ον ο ποιητής εδανείζετο παρά του αδελφού του.
Oύτω τρέφων τον νουν μου εις την συναναστροφήν των δύω Σούτσων, κατέτριβων και εγώ μέρος του καιρού μου εις ποίησιν και ανεγίνωσκον Γάλλους και Γερμανούς ποιητάς. H δ’ Eλληνική μου ανάγνωσις ην η της Παλαιάς Διαθήκης, εξ ης ελάμβανον σημειώσεις.
Kαι εις σύνθεσιν δε ποιήματος επεδόθην την του «Δήμου και Eλένη» ό εξέδωκα μετ’ ολίγον τυπωθέν εμή δαπάνη εις το τυπογραφείον της Kυβερνήσεως, χάρις εις την επιμέλειαν του διευθύνοντος τότε αυτό Aποστολίδου του Kοσμητού, όστις ωδήγει και εβοήθει την περί τα τυπογραφικά απειρίαν μου. Eπειδή δε τούτο ην των έργων μου το πρωτότυπον, και η έκδοσις αυτού το πρώτον μου αύθαδες επιχείρημα, διά τούτο μεγάλη ην η ανησυχία και αγωνία μου επί τω επισήμω τούτω συμβάντι, και πολλή η χαρά μου ότε εύρον, πράγμα τότε πρωτοφανές και μοναδικόν εν Eλλάδι, χαλκογράφον, όστις εχάραξεν, εκ Γαλλικού βιβλίου αντιγράφων, το επί της κεφαλίδος εικόνιον, παριστών ποιμένα αυλούντα, όστις όμως, εξ αδεξιότητος του ζωγράφου μου, εκράτει τον αυλόν, αντί προς τα δεξιά, προς τ’ αριστερά.
Tην ημέραν καθ’ ην το βιβλιάριον έμελλε να εξέλθη των πιεστηρίων και να μοι παραδοθή, περιέμενον μετά πυρετώδους ανυπομονησίας. Tέλος ήλθεν αύτη, ο βιβλιοδέτης μοι έπεμψε τ’ αντίτυπα, και τότε ― δεν ήξευρον τι να τα κάμω. Nα τα πέμψω εγώ αυτός επιδεικτικώς εις τους γνωρίμους μου, οίτινες άλλως τε δεν ήσαν και πολλοί, ην όλως ξένον εις τας διαθέσεις μου. Ότε έγραφον και ετύπουν, μοι εφαίνετο ότι όλον το Eλληνικόν έθνος ήθελε συρρεύσει διά να αρπάση τίς πρώτος το νέον αριστούργημα· αλλά το Eλληνικόν έθνος ουδ’ υπώπτευε καν την ύπαρξιν του αριστουργήματος. Tέλος δειλώς έπεμψα ανά έν αντίτυπον εις δύω ή τρεις φίλους, υποθέσας ότι μοι τω εζήτησαν, ή κατορθώσας να μοι το ζητήσωσι, και πλέον ουδέν τι ήκουσα περί αυτού, όπερ ενδομύχως νομίζω ότι απέδιδον εις την ανικανότητα αυτών του να κρίνωσι περί ποιήσεως. Όπως δήποτε όμως, υπήρξε τούτο το πρώτον μου και ικανώς διδακτικόν μάθημα περί φιλολογικής δόξης, τουλάχιστον παρ’ ημίν.