Έγινα γράμμα και ψιλή: Γιώργος Καλοζώης

Η εποχή μας χαρακτηρίζεται, πέρα από την οικονομική κρίση και το πολιτικό αδιέξοδο, από την κατάρρευση του αυτονόητου. Όλοι μας βιώνουμε οδυνηρά πάνω στο πετσί μας, την απώλεια νοήματος, την κατάργηση των σταθερών στόχων και των απλών βεβαιοτήτων στην καθημερινή μας ζωή. Δεν μπορούμε καν να συνεννοηθούμε μεταξύ μας για πολύ απλά πράγματα: να σχεδιάσουμε το αύριο-δεν λέω για το μέλλον- και είμαστε αναγκασμένοι να τα «φέρνουμε απλώς βόλτα», όπως μπορούμε και με όση ηθική βούληση και υπαρξιακά αποθέματα διαθέτει ο καθένας μας.
Όλα αυτά τα στοιχεία, δεν τα αναφέρω ως επίδοξος πολιτικός αναλυτής, αλλά ως αναγνώστης της «Κλίσης του ρήματος» του Γιώργου Καλοζώη.

Αποτελούν κατά την άποψή μου, τον ορίζοντα μέσα στον οποίο κινείται το «εγώ» που μιλάει μέσα στα ποιήματα της συλλογής: αυτή την κατάργηση του αυτονόητου στην επικοινωνία μας, που μας αφαιρεί την ιδιότητα του «ανθρώπινου» λόγου κι όταν χάνουμε το λόγο δεν έχουμε τίποτα πια το «ανθρώπινο», είμαστε άρρωστα γκνου και μόνον. Το αυτονόητο που ίσχυε για τις ποιητικές συλλογές-σας το υπενθυμίζω, γιατί οι περισσότεροι από εσάς, το γνωρίζετε- ήταν το εξής απλό εργαλείο κριτικής: μια καλοξυσμένη άκρη μολυβιού. Το αυτονόητο ήταν πως έβρισκες κάποιους στίχους να υπογραμμίσεις με το μολύβι σου. Το συγκεκριμένο βιβλίο, σας το ξεφυλλίζω από εδώ, με «ανάγκασε» να το μολυβώσω από την αρχή μέχρι το τέλος. Δεν υπάρχει σχεδόν σελίδα που να μην βρήκα έναν αξιομνημόνευτο στίχο, μια πρωτότυπη εικόνα: οι πολυβλέφαρες καμήλες, οι κάβουρες με τις στιλπνές πανοπλίες, ο ξιφήρης καρκίνος, η καλοσύνη των δέντρων, οι μηροί των φρούτων, οι σπονδυλικές στήλες των φωνών, το φόβο περιτυλιγμένο σε άλλους φόβους σαν το κρεμμύδι, μέχρι που ο λαγός να φιλήσει το σκύλο στο στόμα, παράθυρο χάδι προς τον άλλο άνθρωπο, της αγάπης δίχως τράνζιτ δίχως καμιά χειραποσκευή, τα ποτάμια που πιάστηκαν σε ποταμοπαγίδες, πετούν τα πουλιά ή τα στάχυα, ρίξε μου είπε κουκουνάρια στη φωτιά νʼ ακούσεις τους φίλους σου, ένα μπιλάκι στρογγυλό μέσα στη μύτη του γιου σου η πατρότητα, ένα αργαλειό για να παράγω νήματα και νοήματα…
Το αυτονόητο ήταν πως η δουλειά του ποιητή είναι να παράγει ακριβώς «νήματα και νοήματα». Δουλειά του ποιητή είναι να βάζει τα λόγια στο στόμα των ανθρώπων, τη στιγμή που τα έχουμε ανάγκη, να μας δίνει τις λέξεις για τη χαρά, τη θλίψη, το θρήνο, την ευτυχία: να μας βοηθήσει να εκφέρουμε μια ερωτική εξομολόγηση, να εκφράσουμε το πένθος μας για τον προσφιλή μας νεκρό, να χαρούμε την ομορφιά ενός πολύχρωμου απογεύματος καθώς γυρίζουμε ή πηγαίνουμε προς το Σούνιο μια οποιαδήποτε καθημερινή μέρα του Ιουνίου. «Θέλησα να δω το αόρατο, νʼ ακούσω το ανήκουστο» μας λέει εδώ ο ποιητής Γιώργος Καλοζώης «πέρα από αυτό που λέγεται, πέρα από την εμπειρία (κάτι σαν μετωνυμία), πως υπάρχουν πράγματα και ιδέες ακαταχώριστες κι έγινα γράμμα και ψιλή».
Το αυτονόητο που επαναφέρει στην ποίηση ο Γιώργος Καλοζώης είναι το νήμα, τον πήχη αν θέλετε που έθεσε ο Πάουλ Τσέλαν, όταν έσπασε το στίχο σε λέξεις (το ποίημα το είχαν σπάσει σε στίχους οι ποιητές της προηγούμενης γενιάς), καταλήγοντας πολλές φορές στην «αλεξία» (ψυχαναλυτικός όρος που δηλώνει την αδυναμία έκφρασης των συναισθημάτων), την πλήρη κατάργηση του νοήματος και κατʼ επέκταση την αφασία του λόγου (είτε πρόκειται για τον ποιητικό, το φιλοσοφικό, τον εικαστικό, είτε ακόμη περισσότερο δυστυχώς για τον πολιτικό λόγο). Αυτό που βιώνουμε σήμερα, μετά τον Πάουλ Τσέλαν, δεν είναι η «έρημη χώρα του Έλιοτ», είναι η διάλυση του λόγου στα εξόν συνετέθη. Το στοίχημα πλέον είναι να εκφέρουμε το λόγο από την αρχή: να γίνουμε γράμματα και ψιλές, ρήματα και κύρια ουσιαστικά. Να επανεφεύρουμε αν θέλετε την «κλίση του ρήματος». Το αυτονόητο είναι να γνωρίζουμε τον ορίζοντα αναμονής της τέχνης που υπηρετούμε: ποια είναι τα μεγέθη, πόσο ψηλά έχει τεθεί ο πήχης, ποιο είναι το νήμα που πρέπει να κόψουμε. Εκεί συναντηθήκαμε με τον Γιώργο Καλοζώη, έναν ποιητή που έχει συνείδηση μέσα σε ποια όρια κινείται σήμερα η γραφή, και πιο είναι το στοίχημα της ποίησης σήμερα.
Αυτό το «αυτονόητο» έχει γίνει τόσο δυσεύρετο στις μέρες μας, που πρέπει να το εφεύρουμε από την αρχή. Ο καθένας από τη θέση στην οποία έχει ταχθεί και με όσα ψυχικά αποθέματα διαθέτει. Ιδού πεδίον αγώνα λαμπρού, στο οποίο ίσως μαζί με λίγους άλλους διακρίνεται ο Γιώργος Καλοζώης. Γιατί όσο παράξενο κι αν σας φαίνεται «κανείς δεν σκέφτηκε νʼ ανοίξει μια εγκυκλοπαίδεια στο λήμμα κήπος».
Σας ευχαριστώ όλους για την προσοχή σας. Αν μου επιτρέπετε θα κλείσω διαβάζοντας το ποίημα «η άκρη του κόσμου»:

Μπήκα μέσα σε δάσος
πιο πίσω ακολουθούσε η
αδελφή μου
πρόσεχε είπε μην απομακρυνθείς
μα ήδη ο αγέρας άλλαζε
ωσάν ζεστή του στόματος εκπνοή
μα και τα χρώματα σκοτείνιαζαν
ομοιόμορφα τα φύλλα πιο μεγάλα
τώρα απ’ ότι το πρωί άσθμαιναν
κι είχαμε φάει από τις
κερασιές πολύ καθότι νηστικοί
πρόσεχε είπε η αδελφή μου
μην πέσεις στα τέσσερα σαν ζώο
προσέχω είπα όμως η δυσπεψία
του εδάφους το φούσκωνε και το
ξεφούσκωνε κι ο φυσικός ο τάπης είχε
χιλιάδες μικροσκοπικές λεπτομέρειες
που έπρεπε να δω
τότε άκουσα άλλη φωνή από
μακριά και δάκρυα να παφλάζουν
κι ενώ φοβόμουν θέλησα να
δω το αόρατο να ακούσω το
ανήκουστο
πρόσεχε είπε η αδελφή μου
εγώ στα δύσκολα θα γίνω πεταλούδα
εσύ θα γίνεις τι
κι απόκριση δεν έδωσα γιατί
τους τρόπους τους ανθρώπινους τους
ξέχναγα
μπήκα μέσα στις λόχμες λωρίδες
τα ρούχα μου πιασμένα στις
βατομουριές
κι ούτε τα αίματα από τις
γρατσουνιές με πόναγαν ούτε
και στο παραμικρό εκρύωνα
εξαιτίας η έξαψη
τότε είδα την αδελφή μου
που σταθερά με ακολουθούσε
να γίνεται η πεταλούδα που
υποσχέθηκε και να πετά
τότε μπορεί και να εδάκρυσα
το χλωρό μου δάκρυ
εσκούπισα και κίνησα
να βρω αυτόν που με καλούσε
φυλακισμένος μέσα στις πέτρες
στα δέντρα με τις κουφάλες και τον άνεμο
κι είχα το φόβο μέσα μου
περιτυλιγμένο με άλλους φόβους
σαν το κρεμμύδι
κι όταν τον είδα ετρόμαξα
αλλά λιγότερο απ’ όσο προσδοκούσα
μέσα στα μάτια του
που ήταν η φύση όλη
είδα τον εαυτό μου ανυπεράσπιστο
μικρό παιδί και τον πατέρα
μου νέο και τον παππού μου
στην ηλικία που είμαι τώρα
όλους τους είχε καταβροχθίσει κι ήταν
η πάχνη του δάσους τα δάκρυά τους
κι ήταν ο πόνος να τους βλέπεις
ο πόνος που δεν άντεξε η αδελφή μου
κι έγινε χρυσαλλίδα
τότε ουρλιάζοντας με μια κραυγή
υπόκωφη σαν πέφτουν ενός
ορυχείου οι στοές του
είπα να γίνω ζώο εθέλω να μεταμορφωθώ
να ζω με άλματα και κρέας ωμό
ο θάνατος να με βρει μονάχα
μια στιγμή όχι συνέχεια όχι
καθημερινά και δεν επρόφτασα
να πω κι ωραίο τρίχωμα παχύμαλλο
με τύλιξε και νύχια εβλάστησαν στα
δάχτυλα απαίσια μοχθηρά