Ακούστε τη Μελίνα Μερκούρη εδώ

 

Αγάπη που γινες δίκοπο μαχαίρι

Αγάπη που ‘γινες δίκοπο μαχαίρι
κάποτε μου ‘δινες, μόνο τη χαρά
μα τώρα πνίγεις τη χαρά στο δάκρυ
δε βρίσκω άκρη, δε βρίσκω γιατρειά

Φωτιές ανάβουνε μες στα δυο του μάτια
τ’ αστέρια σβήνουνε όταν με θωρεί
σβήστε τα φώτα σβήστε το φεγγάρι
σαν θα με πάρει τον πόνο μου μη δει

Άπονες εξουσίες

Μια νύχτα που βουλιάζανε
τα σπίτια μες στο χιόνι
καρδούλα μου
στον κάτω δρόμο του χωριού
καρδούλα μου
σκοτώσαν τον Αντώνη
Αντώνη μου

Μάνα σε ξεκληρίσανε
άπονες εξουσίες
ψυχή δε σου αφήσανε
μόνο φωτογραφίες

Ο ένας γιος της μπάρκαρε
κρυφά από τη Μεθώνη
καρδούλα μου
τον άλλο τον συλλάβανε
καρδούλα μου
γιατί ήταν γιος του Αντώνη
Αντώνη μου

Μάνα σε ξεκληρίσανε
άπονες εξουσίες
ψυχή δε σου αφήσανε
μόνο φωτογραφίες

Ένα Σαββάτο

Ένα Σαββάτο Σαββάτο την αυγή
ξεκίνησε η κραυγή
απ’ την Κερύνεια κι έφτασε
στον Πόντο και στη Σμύρνη

Ματώσανε οι θάλασσες
κι οι ουρανοί γεμίσαν
κόκκινα μισοφέγγαρα
πληγές που δεν εκλείσαν

Και ράγισαν τα μνήματα
τα δέντρα γονατίσαν
Χριστέ μου τόσα κρίματα
τα μάτια σου πώς τα ‘δανε
και δεν τα σταματήσαν
κόκκινα μισοφέγγαρα
πληγές που δεν εκλείσαν

Εφτά τραγούδια θα σου πω

Βγήκανε τ’ άστρα
κι οι κοπέλες με τ’ άσπρα
κατεβαίνουν στην κάτω γειτονιά.
Τα παλληκάρια
παρατάνε τα ζάρια
κι ανταμώνουν στου δρόμου τη γωνιά.

Στου Παραδείσου τα μπουζούκια θα με πας,
κι αφού χορέψουμε και πάψει ο σαματάς
εφτά τραγούδια θα σου πω, για να διαλέξεις το σκοπό,
για να μου πεις, για να σου πω το “Σ’ αγαπώ”.

Ο ήλιος κοίταξε τη γη

Ο ήλιος κοίταξε τη γη
απ’ το χρυσό του αμάξι
κι είπε σαν είδε τ’ άδικο
το δρόμο του ν’ αλλάξει.

Μα θα έρθει η μέρα, η μέρα η καλή
κι η χώρα θα γιορτάσει
θα πρασινίσουν τα βουνά
κι η γη θα ξεδιψάσει.

Σκοτείνιασε η ανατολή
πήρε φωτιά η δύση
τρέξαν τα νέφη στο βοριά
ρήμαξε όλη η φύση.

Και συ θα σέρνεις το χορό
σαν ξέγνοιαστη ελαφίνα
και θα μαζεύεις αγκαλιές
χαμόγελα και κρίνα.

Τα παραθύρια ορθάνοιχτα

Ποιος είν’ αυτός που τριγυρνά
τις νύχτες στα στενά
και που στο χέρι του κρατεί
βαγγέλιο και σπαθί

Τα παραθύρια ορθάνοιχτα
προσμένουν τα μεσάνυχτα
το παλληκάρι να φανεί
να μάθουν τ’ όνομά του

Αη-Γιώργη άλλοι τον είπανε
κι άλλοι Θανάση Διάκο
κι άλλοι παιδί πως ήτανε
των είκοσι και κάτω

Τα παραθύρια ορθάνοιχτα
προσμένουν τα μεσάνυχτα
το παλληκάρι να φανεί
να μάθουν τ’ όνομά του

Την είδα ξανά

Μου είπε θα φύγω, θα φύγω για λίγο
πηγαίνω σαν πέρσι σε κάποια εξοχή
μακριά σου το ξέρω πως πάντα υποφέρω
μα ας κάνουμε πάλι κι οι δυο υπομονή.

Την είδα ξανά στο δρόμο μια μέρα
και μια καλησπέρα δεν είπαμ’ οι δυο,
την είδα ξανά μα ήταν σαν ξένη
κι ας ήταν ντυμένη μες στ’ άσπρα όπως πριν.

Ξεκίνησε βράδυ μ’ ένα άσπρο καράβι
και ένα άσπρο θυμάμαι φορούσε παλτό
μου είπε τα λόγια π’ ακούν τα ρολόγια
σε κάθε λιμάνι σε κάθε σταθμό.