ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΩΝ ΤΗΣ Β. ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ ΚΕΔΡΙΣΟΣ, 6 ΙΟΥΛΙΟΥ 2011, ΙΑΝΟΣ

Σʼ ΑΠΟΧΤΗΣΑ

Σʼ είδα απʼ τʼ αμπέλια νʼ ανεβαίνεις
τα κλήματα περίπαθα μπλεγμένα στις αχτίνες σου –
σʼ είδα από τα νερά τα κύματα να σε φθονούνε,
από της φυλακής το παραθύρι σου φώναξα το χαίρε,
από τους ώμους του έρωτα κι ανάμεσα από τα φιλιά,
πάνω από τους καπνούς της μάχης.

Στʼ αλήθεια ευτύχησα γιατί δεν έγινα
δούλος κι αφέντης κανενός,
σʼ απόχτησα ξέροντας πως ανήκεις
σʼ όλα τα μάτια που σε βλέπουν.

Ουρανία [1978]

ΚΥΚΛΟΣ

Όπως φύλλα θα πέσουμε απʼ τα δέντρα·
την άνθηση και τον καρπό εργαστήκαμε
καλέσαμε τον άνεμο και τη βροχή
το φως και της σκιάς το δίχτυ
την πυρκαγιά να συγκρατήσει,
στις εποχές εκθέσαμε τα μέτωπά μας.

Θλίψη καμιά. Όμως πολύ το πάθος
της προσφοράς, η δύναμή μας αναλώθηκε νωρίς
στα περίχωρα μείναμε.
Οι φύλαρχοι μας απομάκρυναν και η τάφρος.

Αλλά ίσως προνόμιο η ανωνυμία
κι η απουσία μας από την αγορά.
Στο στρόβιλο της ύλης θα υπάρχουμε
σαν ανεκπλήρωτη επιθυμία.
Η μουσική γεννάει τη μουσική.

Ευνοημένοι [1998]


ΤΗΝ ΑΡΜΟΝΙΑ ΖΗΤΩ

Την αρμονία νʼ ακούσω ζητώ
τη μουσική της γαλήνης
όπως απʼ τα λιβάδια ακούγεται
την ώρα που τʼ άστρα δακρύζουν
και την πρωινή πάχνη υφαίνουν.
Τότε αναδείχνεται του αγκαθιού το φύλλο
σαν ασημένιο κέντημα πάνω στο χώμα
η εύνοια τʼ ουρανού προσγειώνεται
και προστατεύει τον ύπνο του σπόρου.
Άγια τα γήινα, μα εγώ έχω κινήσει
για των ερωτημάτων τους κόσμους,
διάλειμμα στη θλίψη η περιέργειά μου.

Ανία της έντασης
πλήξη των σχέσεων και πλήξη της μοναξιάς
να ξεφύγω θέλω και να φύγω ακμαία,
με τη γύρη των άστρων νʼ αφομοιωθώ.
Νεφέλη πάνω απʼ το κάστρο αυτό να με σηκώσει.

Ουρανία [1978]

ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΕΜΑΣ

Ας έχουμε επίγνωση της ανεπάρκειάς μας
Ας μην ταυτίζουμε το γήρας μας με αυτό
του Κόσμου
Μην όλα τα μετράμε με τα μέτρα μας

Γεγονός πως φεύγουμε αδικαίωτοι
Όμως οι δρόμοι καθόλου δεν τελειώνουν
Τα οράματα θα συνεχίσουν την τροχιά τους
κι οι εξεγέρσεις αλλεπάλληλες
σαν τις εκρήξεις του άστρου της ημέρας
αέναα θα ξεσπούν

Όλα θα οικοδομούνται και χωρίς εμάς
Όλα θα βαίνουν στην αρχή τους και
στο τέλος τους
Χωρίς εμάς

Μειλίγματα [1990]

ΤΗΝ ΕΥΝΟΙΑ ΣΟΥ ΜΟΥ ΧΑΡΙΣΕΣ

Την εύνοιά σου μου χάρισες ουρανία*
Μʼ αγαπήσαν.
Μʼ αγαπήσαν περισσότερο
παρά που εκτίμησαν τα έργα
και τη θνητή μουσική μου,
δίκαια με κατάταξαν, ας είναι ευλογημένοι.
Με ζέσταναν με της καρδιάς τα χέρια
δε μουʼ στειλαν τα προσκυνήματά τους
με φθόνο για το μερίδιό μου στην αθανασία.

Μʼ αγκάλιασαν με τη ματιά τους,
αείμνηστοι μου ʼστειλαν αρώματα διαρκή,
αυτό ζητούσα –
Κι η φωνή μου είναι δικό τους δώρο.

* Επίθετο της Αφροδίτης.

Ουρανία [1978]

ΜΗ ΤΗ ΖΩΗ!

Των μαρτύρων το παράπονο πνέει ο αγέρας
που τους θερίσανε τα νιάτα τους μες στον Απρίλη.
Του Διάκου, ακούγεται το δίστιχο στη χλόη,
της Βάσως τʼ άθαφτο κορμί φωνάζει
για λίγο χώμα, αχ τι ντροπή, να φανερώνουν τώρα
λερά κόκαλα την περηφάνια και την ομορφιά της.
Βοά το αίμα τους και παραγγέλλει:
Μη τη Ζωή! Και Μη τα Νιάτα!
Μη, για τίποτα στον κόσμο!

«Για ιδές καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει…»
«Δέστε την ομορφιά μου αραχνιασμένα κόκαλα…»
«Κλαίνε τα δέντρα, κλαιν και τα κλαδιά
κλαίνε και τα λημέρια που λημέριαζα…»

Το λαγούτο [1971]
*

Τόσα γκρεμνά, με κρεμαστά νερά
για τέλος σίγουρο, αλλά δεν έπεσε καμιά
ο Λαοκράτης μόνο, εφτά χρονώ παιδί
παρμένος από κοχύλι που γυαλοκοπούσε
μέσʼ στο βυθό, ζαλίστηκε και χάθηκε.
Σμήνος μαύρο, τρέξαν οι μάνες να τον αναρπάσουν
μα κείνος πάει για του βυθού τα θαύματα.
Εδώ, μέσα στʼ αρμυρολούλουδα κοιμάται.

Αχ, πώς φυσάει μαγιάτικος ο μπάτης
λες θα τον ξυπνήσει κάθε χρόνο όπως φυσάει
με μια αναστάσιμη πνοή του
κι όπως το δικαιούται, τόσο άγουρος επέθανε
κι ανάβαθα τον έθαψαν στο κοκκινόχωμα.

* * *

Θάλασσας θάρρος δε μου ʼλειψες ποτέ
εσύ μου παραστάθηκες. Είχες τʼ αθάνατο αλάτι
μʼ εμπιστοσύνη σου ʼδινα τις πληγές μου.
Μέσʼ στους αφρούς σου εσαπουνίστηκα κι ανάπνευσα
κι αλάφρωσα απʼ το αίμα το πηχτό
μου ʼδωσες φύκια κι όστρακα να παίξω
τον αχινό περπάτησες ως τα ρηχά για να τον πάρω·
άμπωτη με συμπόνεσες
σπαρταριστό άφηνες το κεφαλόπουλο στην άμμο.

Θα μου τʼ αναγνωρίσεις που σε φώναξα με τʼ όνομά σου
χώμα φτενό, που σε τραγούδησα;
Σου ʼφερα σπόρους ήμερους, δεν άφησα
να σε παρασύρουν οι βροχές, σʼ υπερασπίστηκα
να μην αυξήσεις το γόητρο της πλημμυρίδας.
Θαλασσινέ κυπαρισσώνα αντάμειψέ με
πες μου πού τα ʼχεις τʼ άγουρά μου χρόνια.

– Ζητάς τʼ αδύνατα, τάζεις τʼ αδύνατα
Ζητάς τʼ αδύνατα, τάζεις τʼ αδύνατα
τʼ αδύνατα…

Δυο αποσπάσματα από την «Εκδρομή» [1973] :