Ποίηση

Δεν ξέρω αν η γη γυρίζει …

Δεν ξέρω αν η γη γυρίζει,
Εξαρτάται από το αν χωρά η λέξη στην γραμμή.
Δεν ξέρω να υπήρξαν η γιαγιά με τον παππού μου
Πίθηκοι, αφού δεν ξέρω αν θέλω γλυκό ή αλμυρό.
Ξέρω όμως ότι θέλω να βράσω και θέλω ο ήλιος
Και η φλέβα του χεριού μου να ενωθούν από το ίδιο τρέμουλο.
Θέλω όμως η αχτίδα τʼ αστεριού να φιλήσει την αχτίδα του ματιού μου,
Όπως το ελάφι την ελαφίνα (ω, πόσο όμορφα είναι τα μάτια τους!».
Θέλω όμως όταν τρέμω εγώ, το γενικό τρέμουλο να ενωθεί με την οικουμένη.
Και θέλω να πιστέψω ότι υπάρχει κάτι που θα απομείνει
Όταν την πλεξούδα της αγαπημένης θα την αντικαταστήσει, για παράδειγμα, ο χρόνος.
Θέλω να βγάλω τις παρενθέσεις του κοινού πολλαπλασιαστή, που ενώνει εμένα, τον Ήλιο, τον ουρανό, και την σκόνη των διαμαντιών.

1909

Σαν πεθαίνουν τʼ άλογα – αναπνέουν,

Σαν πεθαίνουν τʼ άλογα – αναπνέουν,
Σαν πεθαίνουν τα χορτάρια – ξεραίνονται,
Σαν πεθαίνουν οι ήλιοι – σβήνουν
Σαν πεθαίνουν οι άνθρωποι – τραγούδια τραγουδούν.

1912

Των γαλάζιων αρκούδων την μέρα

Των γαλάζιων αρκούδων την μέρα ,
Που στα ήρεμα ματοτσίνορα τρέχουν,
Θα προβλέψω μέσα το γαλανό νερό
Στην κούπα των ματιών την εντολή για να ξυπνήσω.

Στο ασημένιο κουτάλι των τεντωμένων ματιών
Με τράβηξε η θάλασσα και το πουλί της καταιγίδας •
Και στο ανταριασμένο πέλαγος, βλέπω, την ιπτάμενη Ρους
Ανάμεσα σε βλεφαρίδες άγνωστες να πετάει.

Θαλασσινός ο άνεμος έσκισε τα πανιά
Στʼ ανταριασμένο τα ʽριξε νερό,
Και μέσα στην απελπισιά μιαν αστραπή αστράφτει
Μα ο καιρός της άνοιξης ο δρόμος μας πια ήταν.

1919

Τα κορίτσια που περπατούν …

Τα κορίτσια που περπατούν
Με τις μπότες των μαύρων ματιών
Στα λουλούδια της καρδιάς μου.
Τα κορίτσια, που άφησαν το δόρυ
Στη λίμνη των βλεφαρίδων τους.
Τα κορίτσια που πλένουν τα πόδια
Στη λίμνη των λέξεων μου.

1921

Εγώ και η Ρωσία

Η Ρωσία έδωσε σε χιλιάδες χιλιάδων την ελευθερία.
Έργο καλό! Θα το θυμούνται για πολύ.
Έβγαλα την πουκαμίσα,
Και κάθε ουρανοξύστης καθρέφτης των μαλλιών μου,
Κάθε σχισμή
Της πόλης του κορμιού
Έχει στρωθεί με χαλιά και κόκκινα τσίτια.
Πολίτισσες και πολίτες
Σʼ εμένα – στο κράτος
Βόστρυχοι με χιλιάδες μάτια συγκεντρώθηκαν στα παράθυρα.
Όλγες και Ίγκορ,
Δίχως εντολή,
Χαίρονταν τον ήλιο και κοιτούσαν μέσα από το δέρμα.
Έπεσε η φυλακή της πουκαμίσας!
Εγώ απλά έβγαλα την πουκαμίσα –
Πρόσφερα στον ήλιο των λαών Εμένα!
Γυμνός στάθηκα δίπλα στην θάλασσα.
Έτσι χάρισα στους λαούς την ελευθερία,
Στις μάζες το λιόκαμα.

1921

Άνθρωποι! Πάνω απʼ το παράθυρο μας …

Άνθρωποι! Πάνω απʼ το παράθυρο μας
Αύριο
Θα κρεμάσουμε ένα κόκκινο χαλί,
Όπου θα είναι τα ονόματα του Πλάτωνα και του Πουγκατσόφ.
Προφήτες, τραγουδιστές και μάντισσες!
Με τα μάτια των μεγάλων λιμών,
Θα κοιτάζουμε το χαλί
Για να μην κάνει λάθος η πλειοψηφία!

1921

Ρους, είσαι ένα φιλί στην παγωνιά!

Ρους, είσαι ένα φιλί στην παγωνιά!
Της νύχτας λαμπιρίζουν τα δρομάκια.
Τα χείλη λάμψη μπλε έχουν της αστραπής,
Λαμποκοπούν εκείνος και εκείνη.
Την νύχτα πετά η αστραπή
Από το χάδι των χειλιών του ζευγαριού.
Και πέφτει στα παλτό αστράφτοντας
Μιαν αστραπή δίχως αισθήματα.
Κι η νύχτα φέγγει έξυπνα και σκοτεινά.

Φθινόπωρο 1921

Ακόμη μια φορά, ακόμη μια φορά,

Ακόμη μια φορά, ακόμη μια φορά,
Εγώ για σας
Αστέρι είμαι.
Μεγάλη είναι του ναύτη η συμφορά
Που λάθος χάραξε πορεία
Μετρώντας λάθος των αστεριών την γωνία:
Στα βράχια θα γκρεμοτσακιστεί,
Και τους υφάλους.
Μεγάλη θα ʽναι και η δική σας συμφορά
Αν λάθος χαράξατε προς την δική μου την καρδιά πορεία:
Στα βράχια θα συντριβείτε
Και θα γελούν μʼ εσάς
Έτσι όπως εσείς
Γελούσατε με μένα.

Μάιος 1922

Διήγημα

Ο Κόλια* ήταν ένα όμορφο αγοράκι

Ο Κόλια ήταν ένα όμορφο αγοράκι. Λεπτά μαύρα φρύδια, τα οποία ορισμένες φορές έδειχναν τεράστια, άλλες πάλι σα συνηθισμένες φλέβες, γαλαζοπράσινα μάτια, πονηρό χαμόγελο σχηματισμένο στο στόμα και ένα χαρωπό εύθραυστο προσωπάκι, το οποίο άγγιζε η αναπνοή της υγείας.

Μεγάλωσε σε μονιασμένη οικογένεια • δεν ήξερε τι θα πει να φωνάζουν οι άλλοι ως απάντηση στις αταξίες ή τις σκανδαλιές του, όπως «παιδί μου, γιατί είσαι ανήσυχο;».

Στα μεγάλα του μάτια ταυτόχρονα πάλευαν ένα χλομό γαλανό χρώμα και ένα πράσινο, σαν να έπλεε ένα φύλλο κρίνου στη λίμνη.

Είχε επτά βιολιά κι ένα βιολί Σταντιβάριους. Το αγοράκι, όμως έδειχνε λίγο μελαγχολικό από την αφθονία αυτών των βιολιών. «Μόνο που είσαι λίγο αδύναμος», – του έλεγαν, χαμογελώντας, οι μεγαλύτεροι. Ήταν κοντό, αδύνατο και τρυφερό. Οι οικείοι του τον αποκαλούσαν σφίγγα, υποσχόμενοι ότι θα αλλάξει η διάθεσή του.

Μια φορά, όταν περπατούσε σʼ εκείνη την ακτή, η οποία δεν υπάρχει πια, μουσκεμένος από τα κύματα μιας θαλασσοταραχής, κάποιος παρατηρητικός ναυτικός είπε σκεπτικός: «Μέρμηγκας και τζίτζικας» (ο δεύτερος ήμουν εγώ) • στην πραγματικότητα ήταν πολύ εργατικός σαν μυρμήγκι.

Στην Οδησσό, αυτό το περιστατικό συνέβη στην Οδησσό, πολλοί μετακόμισαν στην ακτή σε προχειροφτιαγμένα κουμάσια, τα οποία έφτιαχναν κατά μήκος των μονοπατιών, κερνώντας στην γιορτή το πλήθος με ακριβό τσάι και φτηνά κουλουράκια.

Σʼ αυτή τη μισοψαράδικη ζωή έβρισκαν κάτι το θαυμάσιο. Τα παιδιά με τα αδέξια πρησμένα χέρια τους σηκώνουν το μπερδεμένα στα φυτά της θάλασσας καλάμι. Άλλοι, έχοντας κουραστεί από τα μαθήματα, βλέπουν τον άξονα της ζωής στο πιάσιμο μικρών καβουριών, τα οποία κατά ομάδες περιφέρονταν στο νερό. Τα κύματα απομακρύνονται σαν ένα μελίσσι αισθημάτων από τους λουόμενους, στον καταπράσινο κήπο εβραίες κυκλοφορούν και ρίχνουν τα φλογερά και μελαγχολικά τους βλέμματα της φυλής τους. Οι μαύρες κόρες των ματιών και τα κατάλευκα μάτια τους είναι έκπληκτα, και δικαίως είναι υπερήφανες γιʼ αυτά.

Η τέχνη είναι άγριο θηρίο: διαλύει οικογένειες, τσακίζει την ζωή και την ψυχή. Μια ρωγμή σχίσματος χωρίζει την μια ψυχή από την άλλη και το πτώμα πηγαίνει προς τον πύργο, όπου οι κίρκοι της δόξας τσιμπολογούν το κάποτε ζωντανό άνθρωπο.

Η θύελλα, όταν από την κορυφή του ανεμόμυλου ρίχνει την σκεπή και με τριγμούς σπάζουν τα φτερά, τα δέντρα λυγίζουν προς μια πλευρά, και τα κλαδιά σφυρίζουν από την ένταση, τρέμουν τα γαϊδούρια όρθια, και γκαρίζοντας παραπονιάρικα, καλούν να τους ανοίξουν την πόρτα.

Φυσικά, ωστόσο, αυτή είναι μόνο μια επιτηδευμένη στην κατήφεια της μορφή.

1912 – 1913
* Ο Κόλια ήταν ο Νικολάι Νικολάγιεβιτς Ριαμπτσέφσκι (1896 – 1920), εξάδελφος του Χλέμπνικοφ, ταλαντούχος βιολιστής και εκκολαπτόμενος συνθέτης. Το διάστημα 1910 – 1910 ο Χλέμπνικοφ έζησε μαζί του στο Καζάν, το Κίεβο και την Οδησσό, ήταν καλός του φίλος και έχουν σωθεί αρκετές επιστολές του Χλέμπνικοφ προς αυτόν. (σ.τ.μ.)

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Βελιμίρ Χλέμπνικοφ (1885 – 1922) – το πρωτεϊκό πρόσωπο της Ρωσίας στην αυγή του 20ου αιώνα. Ο τραγικός ποιητής, ο τροβαδούρος των αστεριών, ο κοσμοναύτης του νέου γαλαξία της μνήμης. Ο Βελιμίρ Χλέμπνικοφ, περιπλανήθηκε σε σχολές φυσικών επιστημών και ορνιθολογίας, μα τον κέρδισε η ποίηση. Και έτσι, κέρδισε η ίδια η ποίηση. Στη σύντομη μα πλούσια σε έργο ζωή του, κατάφερε να αναδειχθεί πλοηγός του ατμόπλοιου του μοντερνισμού, να αλλάξει την ρωσική γλώσσα, να οδηγήσει την ρωσική ποίηση σε νέους ατραπούς.