Την επόμενη μέρα άρχισε να βρέχει από το πρωί. Τα άσπρα τριαντάφυλλα είχαν σκύψει το λαιμό τους στο δήμιο, είχαν πέσει στα γόνατα πάνω στον κήπο με το τριφύλλι (το γκαζόν σιγά-σιγά είχε αρχίσει να αντικαθίσταται τόπους-τόπους). Κήπος περίφρακτος, με τον περίβολό του που τον είχαν καλύψει πλέον τα αναρριχώμενα: το ρυγχόσπερμα, τα γιασεμιά, οι αγγελικές, οι πικροδάφνες, τα ρόδα κοκτέιλ και οι ψηλές δάφνες με τα μικρά ανθάκια που στριφογύριζαν στον στοργικό μήνα Μάιο, με τους πλούσιους αέρηδες και τις χαμηλές για την εποχή θερμοκρασίες. Άρχισε πάλι να βρέχει λοιπόν, όπως το συνήθιζε φέτος κάθε μέρα.

Την προηγούμενη μέρα τα δάχτυλα του Γιάννη, που τόση ώρα κρατούσαν το τέμπο της κουβέντας μας, ξαφνικά έσφιξαν δυνατά το τιμόνι. Πάτησε απότομα φρένο, το δεξί χέρι ταυτόχρονα εκτινάχθηκε προς το στήθος μου, να με συγκρατήσει αν τυχόν έφευγα μπροστά. Έτσι κι αλλιώς δεν πηγαίναμε με μεγάλη ταχύτητα. Κάπου εκεί στην Πεύκη, μετά τον ηλεκτρικό της Κηφισιάς, στο σπίτι του Γιάννη Χρυσούλη, πηγαίναμε ή γυρίζαμε. Εκείνη τη μέρα, ο Γιάννης μού δίδαξε πώς να σταματάς τα γαυγίσματα ενός σκύλου που σε κυνηγάει. Κοκαλώνοντας το αυτοκίνητο, ο Γιάννης ανάγκασε τον σκύλο, που μας αλυχτούσε κι έτρεχε παράλληλα με μας στο διπλανό χωράφι, να σταματήσει απότομα το κυνηγητό του και τα γαυγίσματα.
«Όχι», είπε ο Γιάννης «σιγά, μην μας επιβάλουν και τα σκυλιά το ρυθμό τους»!
Ούτε ο σωματικός πόνος μπορούσε να σταματήσει το δικό του τέμπο, σιγά το σκύλο. Κάποια μέρα είχε οδηγήσει με το δάχτυλο που τίναζε τη στάχτη του τσιγάρου, σφηνωμένο στο τασάκι του αυτοκινήτου για 30 ολόκληρα χιλιόμετρα. Δεν σταμάτησε να το τραβήξει έξω, για να μην καθυστερήσει κι άλλο στο ερωτικό ραντεβού του. Το έβγαλε, καταματωμένο, μόνον όταν έφτασε στον προορισμό του – καταματωμένο, ξεσκισμένο, δάχτυλο του Γιάννη Ζουγανέλη.

Τα δάχτυλα του Γιάννη έπαιζαν συνεχώς: στο χείλος του τραπεζιού, στο τιμόνι του αυτοκινήτου, στο χέρι της πολυθρόνας, στο ξύλο της καρέκλας, στο χαρτί του πακέτου με τα τσιγάρα, πάνω στον αναπτήρα, πάνω στο ίδιο του το τσιγάρο που καιγόταν και τον έκαιγε. Δάχτυλα διαρκώς σε κίνηση, ασυγκράτητα. Δάχτυλα νευρικά, απαλά, αθώα, θυμωμένα δάχτυλα.
Δάχτυλα καθυστερημένα. Μια μέρα, αυτός που δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί δεν οδηγούσα, που κατέκρινε την αναπηρία μου στις χειρωνακτικές εργασίες, μού έδωσε άθελά του τη ρεβάνς. Έκανε μισή ολόκληρη ώρα για να γράψει μια αφιέρωση στο πρώτο του βιβλίο, «Ο ήχος της σάλπιγγος». Είχα τελειώσει το φαγητό μου με την γυναίκα του την Ελένη στην κουζίνα, μπάμιες λαχταριστές με άφθονη φέτα κι ένα καρβέλι χωριάτικο ψωμί, κρασάκι από την ορεινή Κορινθία, κι ακόμη ο Γιάννης να τελειώσει την αφιέρωση. Τα ευλύγιστα δάχτυλά του, όταν έπιαναν κονδυλοφόρο και στυλό, παρέλυαν. Του κόστισε άπειρο χρόνο και μόχθο η συγγραφή. Δυσκολευόταν με τη λευκή σελίδα, αυτός που δεν έτρεμε μπροστά σε τίποτα άλλο. Η γραφή τον καθήλωνε. Τον αποδυνάμωνε, τον έκανε αγαθό κι εύθραυστο, σαν παιδάκι.

Ίσως να είχε τη γραφή στο νου του, όταν εκείνη την ίδια μέρα με το σκύλο, μου έλεγε πως κανένας δεν μπορεί να είναι πάνω από την τέχνη που υπηρετεί. Η κουβέντα ήταν για τους μουσικούς, θυμάμαι. Ο Γιάννης δεν παραδέχονταν μουσικό που δεν ίδρωνε στην εκτέλεση του κομματιού του. Που δεν ποτιζόταν το πουκάμισο του από τον ιδρώτα, και το παπιγιόν δεν ξέφευγε έστω λιγάκι από τη θέση του, το μουσικό που δεν του έβγαιναν ανάγλυφες οι φλέβες κάτω από το δέρμα του, τον μουσικό που τέλειωνε την παράστασή του ατσαλάκωτος, με τον αέρα πως είναι υπεράνω της τέχνης του-ΟΧΙ. Δεν μπορούσε να δει όλους αυτούς που έθεταν χάρη στο ταλέντο τους εαυτόν εκτός και υπεράνω της τέχνης. Απλός υπηρέτης ήταν και υπήκοο της Τέχνης θεωρούσε τον εαυτό του. Αλίμονο αν γινόταν το αντίθετο. «Την Τέχνη δεν την φτιάξαμε εμείς, Παστάκα», έλεγε, «την βρήκαμε. Τους κανόνες της δεν τους ρυθμίζουμε εμείς. Εμείς μπορούμε μόνον να την υπηρετούμε κι αυτήν και τους κανόνες της». Μπαίνουμε στην Ποίηση, Γιάννη, επειδή θέλουμε να γράψουμε κάτι στον πρώτο μας Έρωτα…Οι περισσότεροι μένουν εκεί (και δεν απασχολούν κανένα)… Οι ελάχιστοι παραδίδονται στην Ποίηση επειδή τους αλλάζει σαν πρόσωπα και χαρακτήρες… Συμφωνούμε, λοιπόν, πως μόνον όσοι άλλαξαν τη ζωή τους επειδή ασχολήθηκαν με την ποίηση είναι Ποιητές… Να το πω διαφορετικά: όσοι ασχολήθηκαν με την Ποίηση και η Ποίηση δεν τους άλλαξε συθέμελα, δεν είναι Ποιητές, είναι απλώς καριερίστες… η Ποίηση είναι Γλώσσα. Το που θα πάει η Γλώσσα και ποιά Ποίηση θα επιλέξει είναι άγνωστο σε όλους μας. Αυτή την ανασφάλεια του Ποιητή καλύπτουν οι πληρωμένες παρουσιάσεις του έργου του, οι συνεντεύξεις, οι δημόσιες σχέσεις στις οποίες αναλίσκεται καθημερινά, αντί να κάθεται και να γράφει ποιήματα. Όποιος μπήκε στην περιπέτεια της γραφής και δεν τον άλλαξε, δεν είναι Ποιητής.
«Σε λυπάμαι που δεν οδηγείς. Είναι η μόνη απόλαυση που την έχεις κάτω από τον απόλυτο έλεγχό σου». Κάπου εκεί κοκάλωσε το ΙΧ, κι άφησε τον σκύλο αποσβολωμένο στα χωράφια της Πεύκης…

Την επόμενη μέρα άρχισε να βρέχει από το πρωί. Την προηγούμενη από κάποιον παλιό μου καθηγητή άκουσα κάποια μέρα να μας λέει πως όποιος διαβεί την πόρτα και μπει στο μαγαζάκι της ψυχιατρικής μπορεί να αγοράσει μόνο ένα είδος. Το ψυχιατρικό μαγαζάκι δεν λειτουργεί όπως η «Δέλτα» της γειτονιάς μας: δεν μπορείς να αγοράσεις και σοκολάτα και εφημερίδα και τσίχλες και μπαταρίες. Βγαίνοντας λοιπόν, ο ατυχής πελάτης, θα κρατά μόνο ένα είδος στα χέρια του. Δεν μπορεί να αγοράσει και κατάθλιψη και σχιζοφρένεια, θα πρέπει να διαλέξει ένα και μόνο είδος που να ταιριάζει στην ιδιοσυγκρασία του, στην οικογενειακή του παράδοση, στην εικόνα που τρέφει για τον εαυτό του και, γιατί όχι, ακόμη και στην εικόνα που θα ήθελε να παραδώσει στους απογόνους του. Ο ίδιος ο καθηγητής, μας εξομολογήθηκε, (όπως θα έπρεπε να κάνουν όλοι οι καλοί καθηγητές), πως θεωρούσε τον εαυτό του τυχερό: έχοντας ψωνίσει από νεαρά ηλικία μια δόση κατάθλιψης, είχε μάθει να πορεύεται στη ζωή, με την ακράδαντη αυτοπεποίθηση, πως δεν θα τρελαινόταν ακόμη κι αν έβλεπε τον ήλιο να δύει στην Ανατολή. Θα στενοχωριόταν, αυτό μάλιστα, αλλά δεν θα τον τρέλαινε ένα παρόμοιο περιστατικό. Έτσι κι αλλιώς στενοχωριόταν για πολύ πιο ασήμαντα πράγματα ή, για να ακριβολογούμε, μας είπε πως τον ίδιο τον στενοχωρούσαν τα «καθόλου πράγματα». Δεν στενοχωριόταν για κανένα πράγμα. Το «κανένα πράγμα» ήταν εκείνο που τον στενοχωρούσε.
Η κατάθλιψη λοιπόν, αν δεν την έχουμε για συνοδοιπόρο μας πιστό και τίμιο, μέσα στην αχαρακτήριστη καθημερινότητά μας, δεν παύει να είναι ο ήλιος που μας τροφοδοτεί και μας αναζωογονεί. Ένας «μαύρος ήλιος» που αν δεν μας κάνει καλλίτερους, τουλάχιστον μας δείχνει το δρόμο για τον αγώνα: μαύρα κι άραχνα είναι τα πράγματα, κι εμείς καλούμαστε να τα αλλάξουμε, να τα κάνουμε φωτεινά και ωραία. Να λοιπόν, η θετική πλευρά που αναγνωρίζουν πλέον στην κατάθλιψη οι νέοι φιλόσοφοι κι όσοι από τους ψυχιάτρους ενστερνίζονται την άποψή τους. Δεν μπορεί να υπάρξει επαναστατική δράση από κάποιον που δεν τον ταλανίζει η κατάθλιψη. Ο Ιταλός φιλόσοφος Εμμανουέλε Σεβερίνο μιλάει για «ενεργητική κατάθλιψη», την κατάθλιψη που μας κάνει ενεργητικούς, προκαλώντας σκάνδαλο κι ανατρέποντας τα ψυχιατρικά θέσφατα, που έχουν περιορίσει τον καταθλιπτικό στα αρνητικά του συμφραζόμενα: την παθητικότητα, την απάθεια, την αβουλία, την αναβλητικότητα, την παραίτηση από το ζωντανό και ακατάπαυτο γίγνεσθαι του κόσμου, τη διαρκή πρόκληση της ζωής, που μας θέλει συνεργούς και συνένοχους ακόμη και στις ακραίες της επιθυμίες. Ο Σεβερίνο στηρίζει όλο το ιδεολογικό του οικοδόμημα πάνω στην ποίηση του Τζιάκομο Λεοπάρντι, στις σημειώσεις του, πάντα σε στενή αντιπαραβολή με τα συμβάντα του βίου του. Το καταθλιπτικό συναίσθημα του ποιητή, αναμφισβήτητο και οφθαλμοφανέστατο, δεν εμποδίζει τον φιλόσοφο να διακρίνει την ποιοτική διαφορά που τρέχει ανάμεσα στον παρατημένο καταθλιπτικό, και σʼ εκείνον που βαθύτατα μεν καταθλιπτικός λόγω του πεπερασμένου της ανθρώπινης φύσης, διατηρεί αλώβητη την ενεργητικότητά του. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που εντρυφά επιστάμενα σʼ ένα από τα πιο γνωστά ποιήματα του Λεοπάρντι (που παραθέτουμε σε δική μας μετάφραση):

Εις Εαυτόν

Τώρα θα ησυχάσεις για πάντα,
κουρασμένη καρδιά μου. Χάθηκε
κι η τελευταία αυταπάτη, που την είχα
γιʼ αθάνατη. Χάθηκε. Καλά το ξέρω
πως μέσα μας για τις γλυκές πλάνες,
όχι μόνον η ελπίδα αλλά κι ο πόθος έχει σβήσει.
Αναπαύσου για πάντα. Αρκετά
καρδιοχτύπησες. Τίποτα δεν αξίζει
τους παλμούς σου, ούτε η γη
είναι άξια στεναγμών. Πίκρα και πλήξη
η ζωή και τίποτε άλλο: ο κόσμος όλος, λάσπη.
Ηρέμησε πια. Ας είναι αυτός ο τελευταίος
καημός σου: στο γένος μας η μοίρα
μόνον το θάνατο χαρίζει. Τώρα πια περιφρόνησε
τον εαυτό σου, τη φύση, τη σκληρή εξουσία
που τον κοινό μας αφανισμό στα κρυφά επεξεργάζεται,
και την άπειρη ματαιότητα των πάντων.

Όταν έγινε και για μένα «ο κόσμος όλος, λάσπη», μερικά χρόνια αργότερα, αυθόρμητα μου ήρθε στο νου ο καθηγητής μου. Ευτυχώς συναίνεσε να με δεχθεί, αν και πλέον είχε αποσυρθεί από το Πανεπιστήμιο, αλλά όχι από τα αξιώματα, και έκανε πολύ επιλεγμένο ιατρείο. Τον βρήκα ακόμη πιο καταθλιπτικό από ό,τι τον θυμόμουνα, αλλά γεμάτο όρεξη να αλλάξει τα πράγματα: προεδρεύων σε διάφορες επιτροπές Κυβερνητικών και Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, δεν μου επέτρεψε σχεδόν να μιλήσω, αρκέστηκε στα λίγα που του είπα σαν εισαγωγή, (με γνώριζε εξάλλου πολύ καλά και δεν είχε ανάγκη από άλλα στοιχεία) κι έπειτα μιλούσε μόνον εκείνος.
«Παστάκα», μου είπε, «η κορυφή της γνώσης είναι η απόγνωση, βάλτο καλά στο μυαλό σου. Πρέπει να το είπε ο Ντʼ Ανούντσιο, αλλά στα ελληνικά μού φαίνεται πως αποδίδει καλύτερα από το πρωτότυπο.»
Δεν χρειάστηκε να κάνω πολλές συνεδρίες μαζί του. Γρήγορα μάλιστα διέκοψα με δική μου πρωτοβουλία και τη φαρμακευτική αγωγή: έτσι κι αλλιώς αισθανόμουν υπέροχα. Τόσο θαυμάσια, όσο εκείνος που έμαθε πλέον στο πετσί του πως «πίκρα και πλήξη είναι η ζωή και τίποτε άλλο: ο κόσμος όλος, λάσπη». Με τον καιρό έμαθα πως μόνον όποιος δεν περιμένει τίποτα, μπορεί να τα αποκτήσει όλα. Χώρια που αισθανόμουν τυχερός γιατί ψώνισα μόνο μια κατάθλιψη. Ούτε ο Λεοπάρντι αυτοκτόνησε: πέθανε σε ηλικία 37 ετών στη Νάπολη όπου καταχαιρόταν τη συντροφιά των νεαρών του φίλων, από κάποια μορφή δυσεντερίας, επειδή έφαγε πολύ, μα πάρα πολύ ναπολιτάνικο παγωτό.
Απλώς, να, κάποιες φορές ξυπνάω καταϊδρωμένος στον ύπνο μου, με την έντονη αμφιβολία για την αλήθεια εκείνης της παλιάς ιστορίας με το ψιλικατζίδικο της Ψυχιατρικής. Ονειρεύομαι συχνά πως εισέρχομαι στο μαγαζάκι και αγοράζω ό,τι βρω μπροστά μου, χώρια που περνάω μεγάλα διαστήματα πραγματικής απόγνωσης αν και την κορυφή της γνώσης όχι μόνο δεν την κατέκτησα αλλά δεν μου είναι ορατή ούτε με τα κιάλια. Λέτε, να με κορόιδεψε (όπως κοροϊδεύω κι εγώ, σε καθημερινή βάση τους πελάτες μου), ο δάσκαλός μου;

Την επόμενη μέρα άρχισε να βρέχει από το πρωί. Εκδιωγμένος από τον περίφρακτο κήπο, με παρηγορούσε η ιδέα πως έβρεχε με τον ίδιο τρόπο πάνω σε όσα συμβαίνουν πάντα την προηγούμενη μέρα: στη γλώσσα, στην ποίηση, στη ψυχιατρική. Ίσως γιατί τον κήπο τον κουβαλάμε μέσα μας, κανένας δεν μπορεί να μας διώξει από αυτόν. Μια μέρα και μόνο στον κήπο με τα λευκά τριαντάφυλλα που γέρνουν το λαιμό τους στο δήμιο, απʼ την βαριά ανθοφορία τους, σʼ αλλάζει για πάντα.

ΣΤΟΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ, Δευτέρα 20/6/2011, Γλώσσα και Ποίηση

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Η Στοά τού Βιβλίου και ο Πρόεδρος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας

καθηγητής Γεώργιος Μπαμπινιώτης

σάς προσκαλούν στην τρίτη εκδήλωση

τού κύκλου Γλώσσα & Ποίηση

που ξεκίνησε με αφορμή

τη συμπλήρωση 10 ετών λειτουργίας

τού Ποιητικού Βήματος

Θα μιλήσουν και θα συζητήσουν με το κοινό

οι ποιητές – ψυχίατροι:

Αθανάσιος Αλεξανδρίδης

Ε. Γ. Ασλανίδης

Γιάννης Ζέρβας

Σωτήρης Παστάκας

Θανάσης Χατζόπουλος

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί

τη Δευτέρα 20 Ιουνίου 2011, ώρα 20:00,

στην Αίθουσα Λόγου τής Στοάς τού Βιβλίου

(Αρσάκειο Μέγαρο, Πεσμαζόγλου 5)