H ΜΕΤΡΙΟΤΗΤΑ

Τα παράθυρα σαν γυάλινα μάτια
πάνω στις επιφάνειες που αποκλίνουν,
ονειρεύονται τη ζωή των γραμμών.
Διάφανο το βλέμμα
ανάλογα με τις επισκιάσεις
ουρανίζουν τα μάτια
με κάθε σχήμα λαμπερό του υλισμού.

Σαν υποτελής ενός
αγέρωχου ποδηλάτη
η πόρτα περιστρέφεται.
Μώβ με ανταύγειες μεταξιού, η πολυτέλεια των ρούχων.
Τάσεις ακτινωτές που εσωκλείουν
διαμάντια ανακηρυγμένα στη λάμψη των ματιών.
Φωτογενής μετριότητα
εξωραισμένη με ψήγματα λουλουδιών.
Ενας εντυπωσιασμός που δεν εκδηλώνει το θαύμα.
Κοκκάλινες οι βλεφαρίδες ανοιγοκλείνουν
απο έναν ανεξάρτητο μηχανισμό.

Χαδεύεις τη θέση, επισημότητα και δέος
με χέρια αποκαθηλωμένα
σχηματοποιημένες βεντάλιες στον αέρα,
κεράκια που δήλωναν πως μεγεθύνονται οι σκιές
και πως σβύνει το φως,
εφάπτεσαι σε άλλο δέρμα ζώου
βαμμένο μαύρο σταθερό.

Η ένδειξη του ήλιου
υποκύπτει θολά στα ακύμαντα μαλλιά,
μια αλλοίωση που δεν πρόσεξες
ένα τελείωμα με τονισμένες απολήξεις.

Πληρωμένο το φως των χρωμάτων
μεταπλασμένο σύννεφο η θεωρία.
Η στιγμή της απόρριψης αυτόγραφη πάνω στο δέρμα,
η άρνηση στο αίμα,
απροσδιόριστη, γραφή της καρδιάς.

Το κτήριο

Το κτήριο δεν είναι ναός,
κανένας τρούλλος ουρανός.
Αυτόνομη οθόνη η δική του ανύψωση
αποχρωματισμένη, συνοπτική,
η τάση του ασύλληπτου,
δικαίωμα εισόδου στην γήινη έκρηξη.
Σαν υλοποιημένο τάμα
που συγκρατεί την αναπνοή
στο βωμό των ανέμων
το αλογάκι/ανεμοδείκτης καλπάζει πετρωμένο.
Ενα ασπρόμαυρο θαύμα γεμάτο σκιές.

Εικόνα δέησης στο βάθος των ματιών
το πέταγμα κρυφό
και τα φτερά διαλυμένα,
με ένα ρολόι που ρίζωνε
στο μίσχινο σώμα μιάς ανθρωπόμορφης παπαρούνας
με κόκκινο φόρεμα και μαύρα μαλλιά.
να ικετεύει τη δύναμη
στην οπτική διάρκεια το χέρι
ενός ανύπαρκτου θεού.

Η μέθοδος είναι καρφωμένη στη μείωση, την επισκίαση,
ενός αμνού θυσιασμένου σε αρχαία παράσταση.

Τις φωταγωγημένες νύχτες
είναι κατοικημένα όλα τα άστρα,
ελεγχόμενος ο ουρανός.

Η Λέξη

Η λέξη χορταράκι της ανάδυσης
σαν άσκοπη δημιουργία μονόχρωμα ντυμένη.
δωρήθηκε στους πολυποίκιλους
με ετοιμότητα προς τις εικόνες,
στην άγνοια που την υποτιμά η έκθετη χρήση της.
Στο δίχτυ του συνειρμού στοχευμένος πυρήνας.

Υγρό ιδεογράφημα που κύκλωνε τα επεισόδια,
με την επιβολή του μαύρου δόρυ στη ψυχή,
η πίκρα του νοήματος.
Η λέξη το στίγμα της στιγμής
στρέφεται στις πτώσεις,
περιελίσσει την κατάληξη της με μιά ουρά.
Το άρθρο σημαιοφόρος,
στημένο στη παρέλαση των λέξεων
αέρινος σκούφος χωρίς μαλλιά.

Αυτοεπενδυμένα λεπτά τα ποιήματα οι νησίδες μου.
Σαν εύνοια που εξατμίζεται,
διακτινισμένη σε λεπτομέρειες
η μεταμόρφωση μιας υπερκόσμιας πεταλούδας,
απο την έκπληξη ως την κραυγή
το κόκκινο λουλούδι της μνήμης.

Η Αφύπνιση

Η Αφύπνιση είναι ανατίναγμα,
σφοδρή κατάπληξη στα μάτια η αντίσταση της σκιάς
τα χρώματα που στάζουν ανελέητα,
η αίσθηση ανεμικού φτερού που εξαύλωνε το σώμα.
Ενα σύμπαν περιστροφικό με τυλίγει.

Με προσηλώνουν οι σταγόνες της βροχής΄
ξεσπούν απο τα μάτια
στη λίμνη των δακρύων που βαλτώνει
απο νούφαρο σε νούφαρο.

Έκδηλος συνειρμός απο τα δέντρα ως τα πατώματα
πληγές και χαράγματα, αρίθμηση καρφιών,
οι σανίδες ορθώνονται με ρόζους, σαν διάχυτα σύννεφα
νερά ενος κατακλυσμού.
Σε ομόκεντρους κύκλους το τραύμα.

Είμαστε αμοιβαίοι
οταν απέναντι ανάβει το σήμα,
ο μικρός ήλιος μιάς άλλης ψυχής,
φως προαιώνιας επαφής οπτικά ανεβαίνει,
σε επτά ψευδαισθησιακά επίπεδα απόλυτα στημένα
με τις τάσεις μιάς άλλης ζωής
που δεν μπορείς να φθάσεις.

Βηματισμοί

Εκατομμύρια βηματισμοί
στηλώνουν στα τακούνια την ανωνυμία τους,
Ρυθμική αποχώρηση με ενωμένες αναπνοές,
η επική στιγμή του πρωινού,
ο κίνδυνος του θάρρους
με το κόκκινο σήμα σαν κυκλικό λουλούδι
στηλοβάτη στην άσφαλτο.

Πυρπολημένοι ντύθηκαν.
Σε ένα λεπτό ηχητικότητας,
η εφευρετικότητα των λέξεων
θα αποκτήσει νόημα με εκατό υποσχέσεις,
απο ένα σύνολο περιγραμμάτων,
κερδίθηκε μόνο ένα προφίλ.

Εδώ τοιχογραφήθηκε με σπαραγμούς η ΄Ανοιξη.
Στο άστεγο νεοκλασικό χαράζει τις μετώπες του μυαλού.

Ρούχο φθηνό το φύλλωμα,
το κίτρινο μοναχικό, λιωμένο το λευκό,
πουλιά παπουτσωμένα οδηγοί
σε στέλνουν στην καρδιά του τοπίου΄
την ακίνητη στιγμή.

Δακρύζει ο χρήστης οπτικός
τα βλέφαρα σκιασμένα.
Μέσα στο συριγμό ενός Κινέζου
ηχεί το μπαστουνάκι του τυφλού.

Όταν ανέβαιναν τις σκάλες
πίστευαν στα βήματα, στον ακριβή προορισμό,
στην αδιάσειστη αφετηρία, άδολο το εγώ.
Λεκτικά προσφωνούν τα ανεκτίμητα.
Εξάκτινο διαμαντάκι, το απραγματοποίητο μυστικό.