ΤΟ ΑΧΟΡΤΑΓΟ

Εχω ενα αγριμι μεσα μου,
κανει λιτανειες με ονοματα,
κανει συναντησεις παραξενες οταν μυστες αναβουν τα φεγγαρια.
Ξεχυλωνει τον χρονο σκορπωντας τον στο πουθενα και αναμεσα στο παντα.
Την μια στιγμη θελει αγαπη,
την αλλη θελει ερωτα, μετα θελει αληθεια,
αλλοτε διψασμενο με κοιτα με ματια λυπημενα, να περπατησει λεει θελει σε ολα τα απατητα.
Εχω ενα αγριμι μεσα μου,
καποτε με κοιτα σαν ενα βρεφος που θελει μεσα στην νυχτα το βυζι,
καποτε με κοιτα σαν ενας ανθρωπος που ανακαλυψε το μυστικο της αθανασιας…
Το ταιζω, το περπατω, το πλενω στην βροχη, το αφηνω να λιαστει,
ολα μπορω να του τα κανω.
Ενα ομως δεν μπορω, να προσποιηθω πως δεν υπαρχει…


Η ΥΠΕΡΒΟΛΗ ΤΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΟΣ Ρ…

Η Ρεα, η Ρεα που τον εκανε να αγαπησει απ την αρχη τα γραμματα με τον τροπο που τα μιλαγε.
Προφερε το Ρ με εναν τροπο που νομιζε πως το ελεγε ενα σπανιο εξωτικο πτηνο. Κι οχι ανθρωπος.
Επιανε την ακρη του, το τυλιγε στην γλωσσα της και το εβγαζε στον αερα φυσωντας το με την χαρη ενος χορευτη στον παγο.
Ενος τραγουδιστη απ τα Ιονια νησια.
Ενος ψαρα που ξεμπλεκει απ τα δυχτια του ενα μερος της θαλασσας σε μια πλευρα της μπονατσας.
Ρρρρ, το ακουγε απ το στομα της κι ενιωθε την θερμοκρασια του νερου απ την υγρασια της νυχτας.
Κι αγαπησε τις λεξεις ολες που ειχαν μεσα τους το Ρ.
Ειχε κανει χιλιομετρα χορευοντας στην ασημενια πιστα η παραξενη Ρεα. Τα ενωνε στο μυαλο του και χανοταν στο μακρος των ποδιων της.
Και σιγα σιγα ξεχασε ολα κεινα που χε διαβασει στα πανεπιστημια.
Ηταν αυτη αυτοκρατορισσα στον μυστικο κηπο του. Και σκορπισε μεσα του την ληθη για οσα πριν ηξερε για τον κοσμο.
Και ξαφνικα καμμια διαθεση να κερδισει τον χαμενο χρονο του.
Αυτος ηθελε να φτιαξει εναν νεο και ηγετης να ναι αυτη.
Με την δυναμη ενος σαμανα. Την δυναμη ενος πεσιμιστη. Καθε βραδυ ηταν μπροστα στα ποδια της.
Μα δεν κοιτουσε τα ποδια της. Το κορμι της. Κοιταγε τον ηχο που εβγαζε η γλωσσα της, την κινηση των χειλιων της
Την πληρωνε να κατσει διπλα του κανοντας του παρεα και την εβαζε να του μιλαει.
Της προτεινε να κανουν ενα ταξιδι. Του ειπε οχι.
Μα το οχι δεν ειχε το Ρ.
Κι αρχισε αυτος να βηματιζει νευρικα στο αδειο του σπιτι.
Ξαπλωσε κατω στο πατωμα κι ανοιξε τα χερια του λεγοντας (ειμαι μονος).
Και ξεχυθηκε το Ρ στους τοιχους. Μυρισε παντου η ηχω.
Κι ανθισε με την μοναξια του.
Η Ρεα, το χρωματιστο πουλι που χορευε σαν να πεταει πανω απο τα λερα μυαλα κεινων των μεθυσμενων αντρων.
Που χορευε τραγουδωντας μεσα απ το κορμι της το Ρ.
Που κανεις δεν ακουγε σε κεινο το αθλιο καταγωγιο.
Και μια νυχτα ηρθε κραδαινοντας μπροστα της ενα χαρτι. Την παρακαλεσε να διαβασει. Κι αυτη αρχισε.
(Ρεβεκκα ,ραψωδος,ρεζους,ρεκβιεμ,ρεσαλτο,ριζα,ρινοφωνια,ριψοκινδυνος) και αλλες λεξεις που ειχαν αναμεσα το Ρ.
Και τα εγραψε σε μια ταινια.
Τα πηγε σπιτι του.
Εκανε μπανιο ακουγοντας στην διαπασων.
Μεσα σε μεγαλη ενταση.
Και πηρε την αποφαση.
Σταματησε να τρωει. Να πινει νερο.
Να υπαρχει βηματιζοντας εξω. Να παραγει εργο.
Να μιλαει στο τηλεφωνο.
Να ακουγεται σαν ενα κοσμικο ονομα.
Εγινε αποκοσμος.
Και εσβησε διχως μεταμελεια ακογοντας το Ρ.
Κι οταν αυτος δεν υπηρχε πια στην γη εγινε το κακο.
Την Ρεα του την χτυπησε με δυναμη στο πηγουνι ενας εραστης που ζηλευε.
Και εφυγαν δυο δοντια με δυναμη στο πατωμα.
Κι οταν τα αντικατεστησε δεν ελεγε πια ετσι το Ρ.
Και ξεχασε κι η ιδια πως καποτε ρονρονιζε σαν ενα εξωτικο πουλι.
Κι εγινε παλι η Ρεα που χορευε τσουλωντας πανω σε εναν ασημενιο σωληνα.
Και τιποτε αλλο…

ΑΠΟ ΤΗΝ ΒΟΥΗ ΤΟΥ ΟΠΛΟΥ

Οχι, δεν ειχα αποφασισει να θρυμματισω τον ερωτα της, ποσο μαλλον να της κανω κακο!
Ερχοταν και με εβρισκε καποιες νυχτες που εξω εκαιγε η ταρατσα που κρυβομουνα.
Μια ταρατσα ηταν φιλε κυριολεκτικα.
Ηταν η εποχη που σταματησαν να με κυνηγανε οι μπατσοι και με κυνηγαγαν τα Μ.Μ.Ε.
Την κρυψωνα, μου την ειχε βρει ο Παναγιωτης. Ειχα αναγκη να κρυφτω ωσπου αυτος ο μαλακας ο Στελιος να μου φτιαξει τα ψευτικα χαρτια της φυγης μου.
Καυσωνας φιλε, πραγματικος καυσωνας. Εστιβα τα ρουχα μου και εβλεπα την φατσα μου στην τηλεοραση.
Οι γκομενες παραληρουσαν για την παρτη μου. Παντα μου ξεχωριζα απο το πληθος.
1.92 ημουνα, δεν κρυβομουνα. Οι γυναικες δεν μου λειψανε ποτε. Μαλιστα οταν τις βαριομουνα τις πασαρα με τροπο στον παπαρα τον ξαδελφο μου, αυτον που με εμπλεξε σε αυτην την ιστορια.
Μολις την ειχα γλυτωσει απο το πιστολιδι του αγριου. Μετα απο 8 μηνες στην εντατικη γλυτωσα.
Η μανα μου ηταν απο πανω μου νυχτα μερα. Μονη της οπως παντα. Οταν συνηλθα και καταλαβα για τα καλα πως ο αλλος ειχε μοιρασει την πιτα στον μπατσο πηρα αποφαση πως θα επιβιωνα.
Οχι απλα θα επιβιωνα. Θα ζουσα φιλε και θα εφτιαχνα ενα γαματο σπιτι με κηπο και σκυλια. Και θα χωνα και την μανα μου μεσα.
Θα της εφτιαχνα εναν θρονο και θα καθοταν επανω σαν βασιλισσα.
Εκανα πολυ κοκα τοτε, προσπαθουσα να ξεχναω με καποιον τροπο.
Αυτος που θυμαται δεν εχει χρονο για να ζησει ρε φιλε.
Και τοτε εμπλεξα, κεινη την εποχη γνωρισα και την Θαλεια.
Αυτη ενω δεν ηταν απο σπιτι ειχε τροπους που νομιζες πως ηταν.
Την ειχα ξαναδει σε κατι στεκια της εφηβειας μας.
Την ξανασυναντησα μετα απο 23 χρονια σε ενα μαγαζι που τα επαιρνα. Ηταν καλο παιδι αυτος που το ειχε.
Δεν του παιρνα πολλα.
Μιλησαμε σχεδον αμεσως. Σε προκαλουσε με εναν ιδαιτερο τροπο.
Ειχα για πολυ καιρο συνηθισει σε κατι τυπισσες που μιλουσαν σαν αντρες.
Ακομη ειχα πηδηξει τα περισσοτερα μοντελα.
Ξερεις, κατι τυπισσες που εγιναν Σταρ Ελλας.
Τι Σταρ και παπαρια ρε φιλε.
Καθε μια απο αυτες μου τον ρουφαγε παρακαλωντας.
Τις ξεσκονιζα σου λεω, επεφταν στα ποδια μου.
Α ρε ψηλε, μας εφαγες τις γκομενες μου λεγαν τα φιλαρακια μου.
Τι να κανω ρε μαλακα; αυτες με κυνηγουσανε νυχτα μερα.
Η Θαλεια ηταν αλλιως.
Καπου καπου ντρεποταν. Δεν ειχα ξαναμυρισει τετοιο ζουμερο θηλυκο.
Κι ηταν ντομπρα. Ξηγημενο παιδι.
Αλλα ειχε κι ενα ελατωμα. Ειχε παντρευτει εναν μαλακα δικηγορο, οχι στην δουλεια του ενταξει, μαλακας σαν ανθρωπος, με καταλαβαινεις.
Και πολυ μεγαλυτερος απο αυτην. 20 χρονια ρε φιλε.
Την εβαλα στο κρεβατι και ειπε τον ερωτα απο την αρχη.
Πολυ παθιασμενη γυναικα.
Την πρωτη φορα δεν μου σηκωθηκε. Τοση καυλα ειχα για παρτη της.
Και κοιτα ρε φιλε, τωρα που το σκεφτομαι εκτος απο αυτο δεν ηθελε να με συρει στο αρμα της.
Αυτο που με γοητεψε στην αρχη αυτο ηταν κι η αιτια να την αφησω.
Ενταξει δεν ηταν μονο αυτο, ηταν πως η Ελλη ειχε ολη την πολη στο σπιτι της.
Και γοητευτικη γκομενα μην νομιζεις.
Ηφαιστειο ρε φιλε. Ειχε κεινο το ψυχρο στο παρουσιαστικο της αλλα απο κατω ηταν ηφαιστειο.
Ενταξει στα λεω μπερδεμενα. Ειναι αυτο που σου πα απο την αρχη. Να μην θυμαμαι προσπαθησα.
Κι εδω που τα λεμε το πετυχα.
Να, εμπλεξα τωρα και στα μπερδευω. Το θεμα ειναι πως κατεληξα με δυο γυναικες που τα διναν ολα για παρτη μου.
Η Ελλη ηταν ομως λευτερη. Με πηγαινε μακρινες βολτες σε καποιο χωριο. Εκει ειχε ενα ωραιο σπιτι.
Πως εμπλεξες βρε αγαπη μου, μου λεγε καθως βλεπαμε την φατσα μου στην τηλεοραση.
Η θαλεια ειχε χασει τα ιχνη μου. Την εμπιστευομουνα οπως το μπουκαλι τον φελο.
Δεν με διεκδικησε, με αφησε ησυχο οταν της ειπα πως αγαπαω την Ελλη.
Ειχα μελλον ρε παιδι μου μαζι της, πως να το κανουμε; Με την θαλεια τι να εκανα;
Χωρις μια στην τσεπη. Με εψαχναν και οι δικοι μου και οι αλλοι.
Ηθελαν να με φανε. Κοιμομουνα σαν ποντικι. Δεν κοιμομουνα παρα μια ωρα την μερα.
Ειχα κουρελιαστει. Η Ελλη απο πανω μου να με φυλαει σαν το ντοπερμαν που μου φαγανε.
Η αλλη αφαντη, μου το χε πει.
Αν με προδωσεις θα φυγω.
Παραξενη γυναικα σου λεω, πολυ παραξενη. Αφου μου εκανε εντυπωση τοση που δεν με εψαξε που ειπα πως ποτε της δεν θα με αγαπησε.
Δεν με ηθελε στο αρμα της. Δεν ηθελε να εχει αρμα.
Ξηγημενη σου λεω, παιδι σπαθι.
Μετα ρε φιλε, δεν εχει σημασια τι ακολουθησε.
Παντως εγω αθωωθηκα. Οι δημοσιογραφινες στο δικαστηριο ολες με ειχαν καψουρευτει.
Αυτο το αγγελικο προσωπο δεν εχει καμμια αναμειξη με τον ειδεχθη φονο, ελεγαν και η μανα μου ηταν περηφανη για τον γιοκα της.
Ηρθε πολλες φορες η Θαλεια στο δικαστηριο. Ταχα μου να δει τον αντρα της να αγορευει.
Μου ρθαν πολλες φορες δακρυα στα ματια. Τα συμαζευα ομως με τροπο.
Μια φορα μονο τα αφησα. Οταν μιλαγε ο μαλακας ο αντρας της που εκπροσωπουσε το θυμα.
Με στολιζε καλα ο φλωρος, ειχε ξεσκονισει το παρελθον μου.
Εκλαψα κι εγω. Κεινη την ωρα μ επηρε γραμμη μια δημοσιογραφος.
Και καποια ενορκος.
Καλα, οι γυναικες διψανε για μελο φιλε, γουσταραν να κανουν την μανα μου.
Εγω ομως δεν ηθελα την μανα μου. Γουσταρα να τις πηδαω.
Εγω την μανα μου την ειχα εικονισμα.
Ηρθε λοιπον πολλες φορες η Θαλεια. Ευτυχως δεν συναντηθηκε ποτε με την Ελλη.
Την γυναικα της ζωης μου.
Ηξερε κοσμο παντου.Και μεσα στην αιθουσα. Και στην εδρα…
Ολα πηγαν καλα ρε φιλε. Μετα απο κανενα χρονο παντρευτηκαμε. Την ειχα ερωτευτει. δυστυχως αυτο κρατησε για κανα δυο χρονια.
Δηλαδη την ξεερωτευτηκα.
Αρχισα παλι να πηδαω οπως πριν. Την μια μετα την αλλη. Δεν εφταιγα ρε φιλε, αυτες με κυνηγουσαν βραδυ πρωι.
Τωρα εχω δυο πιτσιρικια. Κοριτσακι και αγορι. Η μανα μου τα πηρε οταν δεν εβγαλα το ονομα της.
Ρε μανα, της ειπα αυτο σε νοιαζει; η γυναικα μου μας τα εδωσε ολα. Εσωσε τον γιοκα σου. Το ξερεις καλα, μην με στεναχωρεις αλλο τωρα…
Τωρα ειμαι καλα, καλυτερα δεν γινεται. Εχω τεσσερα μαγαζια, δυο γαματα εστιατορια. Και ενα μπαρ και μια καφετερια.
Δεν με αγκιζει η κριση. ΚΙ ουτε με νοιαζει ρε φιλε.
Περασα πολλα ρε φιλε να φτασω εδω. Μονο που δεν ξαναερωτευτηκα. Και τι εγινε; ο ερωτας δεν σε ζει.
Μονο κεινη την Θαλεια την ξανασκεφτηκα προχτες που ειδα την φιλη της και ρωτησα τι κανει.
Καλα ειναι, μου ειπε.
Ρε συ της ειπα, μου φαινεται ποτε της δεν με αγαπησε μαλλον.Δεν με διεκδικησε, δεν ρωτησε ποτε της για μενα. Τι σοι αγαπη ειναι αυτη;
Αυτη που ειναι η πραγματικη αγαπη, μου ειπε κι αυτη, ξερει να αγαπαει η Θαλεια.
Μαυρο φιδι με δαγκωσε κεινη την στιγμη φιλε.
Δεν ειπα τιποτε, ηπια το ουισκυ μου γρηγορα. Κι αρχισα να καπνιζω.
Παραξενη γυναικα, αναρωτηθηκα. Α ρε Θαλεια.
Δεν ηθελα να της κανω κακο ρε φιλε, την αγαπησα κι εγω με τον τροπο μου, αληθεια σου λεω.
Δεν ημουν παντα ρεμαλι….